Σάββατο, 19 Αυγούστου 2017, 10:12:34 πμ
Τετάρτη, 01 Μάρτιος 2017 20:50

Η διαμεσολαβητική δημοκρατία

Γράφτηκε από τον
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(1 Ψήφος)

Γράφει ο
Θεοφύλακτος

Παγλαρίδης. 

 

Στην χώρα της φαιδράς πορτοκαλέας ως γνωστόν οι παραδόσεις αποτελούν ιερό  θέσφατο. Ταυτίζονται με τα ακρίτως εξυμνούμενα ήθη και έθιμα που οφείλουν πάντες να τιμούν και να διαιωνίζουν. Το γεγονός ότι πολλά αν όχι τα περισσότερα εξ αυτών έλκουν την καταγωγή από σκοτεινούς αιώνες, αποτελεί λεπτομέρεια.


Κι έτσι ολισθαίνουμε – πάντα περήφανοι- σε ένα καθεστώς κοινωνικής ακινησίας όπου όλα γύρω μας κινούνται, εξελίσσονται κι εμείς, προσηλωμένοι στο χθες, παρακολουθούμε ως σχολιαστές μια πραγματικότητα που πλέον μάς υπερβαίνει.
Αφορμή για ετούτα τα μελαγχολικά πήρα από όσα διαδραματίζονται στο ν. Κιλκίς σχετικά με τα μεγάλα έργα, τις μείζονες προτεραιότητες και την κραυγαλέα πολιτική υστέρηση  στις μεθόδους επίλυσης – ικανοποίησης των αναγκών της τοπικής κοινωνίας. Δεν είναι ίδιον του Κιλκίς. Μακάρι να ήταν. Συνιστά παθογένεια ολόκληρου του συστήματος διοίκησης της χώρας.
Οπου ισχύει ακόμα η αρχή: Για να λύσεις το πρόβλημά σου πρέπει να έχεις «μπάρμπα στην Κορώνη». Και στην καλύτερη περίπτωση, στην πλέον σύγχρονη εκδοχή, να διαθέτεις παράγοντες ικανούς και πρόθυμους να τρέξουν, να πιέσουν, να εκβιάσουν, να… την κεντρική διοίκηση, το γενικό γραμματέα, τον Υπουργό, τον Πρωθυπουργό για να κάνεις τη δουλειά σου.
Χρειαζόμαστε Δικαστικό Μέγαρο εδώ και 30 χρόνια. Το γνωρίζουν όλοι οι διατελέσαντες Υπουργοί Δικαιοσύνης, όλοι οι υπουργοί Άμυνας- όταν ζητούσαμε ένα οικόπεδο από πρώην στρατόπεδα της πόλης, όλες οι διοικήσεις της ΘΕΜΙΣ κατασκευαστική….
Αναλογιστείτε: Αφού η επείγουσα από τα τέλη της δεκαετίας του ’80 ανάγκη ήταν και είναι πανθομολογούμενη, γιατί ακόμα δεν διαθέτουμε ευπρεπή στέγη στις υπηρεσίες της Δικαιοσύνης;
Η πρώτη απάντηση θα ήταν: διότι δεν διαθέτουμε παράγοντες με κύρος, με πολιτική πυγμή, με ικανότητες, με…
Αντίλογος:  γιατί χρειάζεται ο τοπικός «πατερούλης» - δήμαρχος, νομάρχης, βουλευτής,….- για να σπρώξει ένα αίτημα η ικανοποίηση του οποίου συνιστά υποχρέωση της Πολιτείας;
Τον Δήμαρχο, τον Νομάρχη (αντιπεριφερειάρχη τώρα), τον βουλευτή… τους ψηφίζουμε για να ασχοληθούν με άλλα. Και οφείλουμε για αυτά τα «άλλα» που καθορίζονται από το θεσμικό τους ρόλο να τους κρίνουμε. Κι όχι με βάση τις ικανότητες και τη διάθεση να αναγορευτούν σε ικανούς διαμεσολαβητές.
Κι όμως: η κοινωνική και εν τέλει πολιτική ακινησία της χώρας, που θεσμικά εξακολουθεί να λειτουργεί με όρους του παρελθόντος, με έκδηλο τον κοτζαμπασισμό  διαστρέφει τους όρους της πολιτικής συμπεριφοράς αρχόντων και αρχομένων. Πολιτών και αξιωματούχων.
Με τους πολίτες να ζητούν όσα μια σωστή διοίκηση όφειλε από μόνη της να διαχειρίζεται και τους αξιωματούχους να λειτουργούν περίπου σαν τους φοροεισπράκτορες του Βυζαντίου και της Οθωμανικής εποχής.
Εκείνοι νοίκιαζαν τους φόρους μιας περιοχής, πλήρωναν το κάθε φορά γκουβέρνο και στη συνέχεια εισέπρατταν από τους υπήκοους όσο φόρο απέδιδαν προκαταβολικά στο γκουβέρνο συν το δικό τους «διάφορο».
Τώρα το «διάφορο» δεν είναι χρήμα. Είναι η ψήφος των πολιτών. Θα είμαι ικανός διαμεσολαβητής των αναγκών σου, αρκεί να με ψηφίζεις.
Κι έτσι λειτουργεί ένα πολιτικό  σύστημα από τη βάση έως την κορυφή και για να χτίσουμε ένα γηροκομείο απαιτούνται κάπου 20 χρόνια, για να αποκτήσουμε ένα δικαστικό δεν φτάνουν ούτε 30 και πάει λέγοντας.
Κι αν περιορίζονταν οι συνέπειες σε ένα δικαστικό ή σε ένα γηροκομείο μικρό θα ήταν το κακό. Το χειρότερο είναι πως ετούτη η διαμεσολαβητική δημοκρατία καταστρέφει την χώρα – αν δεν την κατέστρεψε ολοσχερώς- στα μείζονα. Η θεωρία του πολιτικού κόστους αποτελεί την πλέον κραυγαλέα  διαστροφή. Όπου μια κυβέρνηση δεν πράττει όσα πιστεύουν ως ορθά οι κυβερνήτες και  η κοινή λογική, αλλά όσα ζητούν – ή επιτρέπουν δια της ψήφου των- οι πελάτες πολίτες.
Και κάπως έτσι χειροκροτούμε και ψηφίζουμε τους άρχοντες κι ύστερα κι όταν στραβώσει το πράγμα, τους μουντζώνουμε.
Τάχα περήφανοι και ανυπερθέτως δημοκράτες. Χωρίς να κατανοούμε πως η μούντζα επιστρέφει σε εκείνους  που με τη στάση μας διαιωνίζουμε ένα καθεστώς που υπακούει στα μόλις εκτεθέντα «ιερά ήθη και έθιμα».