Πέμπτη, 14 Δεκεμβρίου 2017, 2:56:42 μμ
Τετάρτη, 14 Ιούνιος 2017 00:05

«Ιστορία και σχολείο»

Γράφτηκε από τον
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

Επιμέλεια: Κώστας Πινέλης

 (Αφιερωμένο στην αγωνιζόμενη σπουδάζουσα  νεολαία ενάντια στα εμπόδια που μπαίνουν στο δικαίωμά τους στη μόρφωση και «στα όνειρά τους», στο σχέδιό της άρχουσας τάξης και των πολιτικών εκπροσώπων τους «για σχολεία μαγαζιά, με γονείς πελάτες και αμόρφωτα παιδιά»).

Πραγματεύεται την χρησιμότητα του μαθήματος της ιστορίας, τον χαρακτήρα που πρέπει να έχει και κυρίως του τρόπου που οι εκπαιδευτικοί θα πρέπει να το διδάξουν στους μαθητές και ιδιαίτερα σε αυτούς των μικρών ηλικιών. Ξεχωρίζει ο κατανοητός και ταυτόχρονα βαθειά διαλεκτικός τρόπος προσέγγισης του όλου ζητήματος, κάτι εξαιρετικά χρήσιμο και για τους εκπαιδευτικούς του σήμερα.


Είναι γνωστές οι δυσκολίες που το εκπαιδευτικό σύστημα έβαζε και βάζει-ως μηχανισμός αναπαραγωγής της αστικής ιδεολογίας – στην κατεύθυνση αυτή μέσω π.χ των αναλυτικών προγραμμάτων, των εγχειριδίων της ιστορίας και του περιεχομένου τους κ.α. Χρέος όμως των εκπαιδευτικών είναι να τα ξεπερνούν αξιοποιώντας και το συγκεκριμένο πραγματικά επίκαιρο και διαφωτιστικό άρθρο.
«Το πρόβλημα της Ιστορίας στα σχολεία μας υπάρχει και μάλιστα με τη χειρότερη μορφή. Δεν είναι υπερβολή. Η πικρή αλήθεια είναι πως η Ιστορία, το μοναδικό όργανο για τη διαπαιδαγώγηση του «αυριανού πολίτη» και του «αυριανού ανθρώπου»,το πιο λίγο μένει ανεκμετάλλευτο και τις πιο πολλές φορές σκόπιμα  διαστρεβλωμένο. Δεν έχει παρά να δει κανείς τα βιβλία της ιστορίας στο Σχολείο της τελευταίας δεκαετίας. Όλα με βάση την «εθνικικστική» αγνοούν την ειρηνική κίνηση. Δεν βλέπουν ότι στη μεταπολεμική περίοδο αναζητώντας ο καθένας τις ευθύνες του για τις καταστροφές είδαν πως όλοι φταίξαμε. Βλέποντας μάλιστα τα αποτελέσματα της ηθικής εξαχρείωσης που γεννάει ο υπερτροφικός ατομισμός και υπερεθνικισμός δεν ζητιέται να δοθούν νέες κατευθύνσεις με έμβλημα την αλληλεγγύη και τη δικαιοσύνη μέσα στο ίδιο το Έθνος κι ανάμεσα στους λαούς όπως και με την ειρηνική συνύπαρξη ανάμεσα σε λαούς με διαφορετικά καθεστώτα όπως συμφωνήθηκε στο Ελσίνκι.
Αντίθετα μάλιστα γίνεται φανερό  ότι αγνοούν πρόγραμμα, βιβλίο και  δάσκαλος τα προβλήματα  και τις  απαιτήσεις που γεννούνται στο μάθημα της ιστορίας  και αγωνίζονται απλώς να μεταδώσουν ένα ορισμένο ποσό από ιστορικές γνώσεις   κατεσπαρμένες, χωρίς καμία συνοχή ,αλληλεξάρτηση , χωρίς κατανόηση της διαλεκτικής πορείας στο ιστορικό  γίγνεσθαι. Λένε πως είναι δήθεν ειρηνιστική η Ιστορία σήμερα. Όμως ορθά η εργατική τάξη, όλοι οι εργαζόμενοι, παρατηρούν: Κι εμείς θέλουμε την ειρήνη περισσότερο από κάθε άλλον, όμως πρέπει να ξεκαθαρίσουμε μέσα στην Ιστορία πως την εννοούμε. Γιατί για την κατάργηση των πολέμων δεν φτάνει  να γεμίσουμε το μυαλό με προπαγάνδα   και με μεγάλες λέξεις. Απαραίτητο είναι να λείπουν οι εστίες  που γεννούν  τους πολέμους κι αυτές  είναι οι ιμπεριαλιστικές επιθέσεις, το γεγονός πως το μεγάλο κεφάλαιο κυριαρχεί και διαφεντεύει . Και γι αυτό το επαναστατικό κίνημα της τάξης μας είναι εναντία στον καπιταλισμό. Το προλεταριάτο συνειδητοποίει την Ιστορική του πορεία και ερμηνεύει την Ιστορία   της ανθρώπινης  κοινωνίας σαν Ιστορία της πάλης των τάξεων. Η Ιστορία   ζητούν λοιπόν να είναι  «επιστήμη», να εξηγεί την Ιστορική διαλεκτική πορεία  της ανθρώπινης κοινωνίας όπως εξελίσσεται και να μην αγνοεί  την πάλη των τάξεων.
Η ΙΣΤΟΡΙΑ προ πάντων είναι και πρέπει  να μείνει επιστήμη με καθαρά δικό της σκοπό. Θα  στηριχτεί στην διαλεκτική πορεία, την πάλη του παλιού με το νέο, θα διδάξει τα άλματα μέσα στην πορεία αυτή, θα καλλιεργήσει την ελεύθερη πνευματική ενεργεία για θεώρηση του νέου. Εδώ είναι το μεγάλο έργο του δασκάλου. Ο Δάσκαλος πρέπει να δώσει ζωή στο υλικό του βιβλίου της Ιστορίας, να το συμπληρώσει ,να το φωτίσει απ όλες τις μεριές. Να  οδηγήσει το παιδί όχι μονό να μάθει , αλλά να σκεφτεί πάνω στο Ιστορικό υλικό και να το κρίνει. Να το  κάμει  ικανό  να γενικεύει, να του μάθει τις αιτίες και της ατομικής και της ομαδικής πράξης, να του κάμει συνειδητή τη νομοτέλεια στην Ιστορική πορεία.  Με λίγες λέξεις να το συνηθίσει να βλέπει καιν α στοχάζεται το παιδί όπως ο Ιστορικός, να του γεννήσει πνεύμα  Ιστορικό κριτικό, που να είναι και ο τελικός σκοπός της διδασκαλίας της ιστορίας. Δε μπορεί πια να βάζει σε ενεργεία τη μνήμη του παιδιού  και  ν αχρηστεύει την κρίση.  Να στοιβάζει απανωτά ημερομηνίες, ονόματα , χρονολογίες, γεγονότα χωρίς λογικό ειρμό, χωρίς αιτιολόγηση, έτσι που στο τέλος μπερδεύονται όλα μέσα στο κεφάλι του παιδιού. Δε μπορεί προπάντων ο Δάσκαλος να κάνει αγώνα να δρόμου για να προφτάσει την υλη του έτους. Όλα αυτά δείχνουν ολοφάνερα την αποτυχία του μαθήματος στο σχολείο μας.
Μα η ιστορία είναι το μάθημα που καταγίνεται  με τους ανθρώπους σ’ όλες τους  τις εκδηλώσεις κι ακόμα το μάθημα που πρέπει να δίνει ολάκερη και ενιαία την εθνική μας ζωή. Γίνεται κατά τη διδασκαλία της Ιστορίας η καλύτερη διαπαιδαγώγηση. Γιατί κατανοώντας το παιδί  τη ζωή και το έργο του λαού του, αισθάνεται κατάβαθα τη θέληση να γίνει ενεργό μέρος της κοινωνίας του. Κι ακόμα βλέποντας τους αγώνες της ανθρωπότητας για την εξέλιξή της ατσαλώνεται, γίνεται έτοιμο για κάθε αγώνα. Μέσα στα μάθημα της Ιστορίας βρίσκει ανάμεσα σ’ όλα τα εξωτερικά λαμπιρίσματα το βάθος των πραγμάτων, βλέπει τη διαλεκτική πορεία, τη νομοτέλεια. Η Ιστορία θα του διδάξει πως είναι ανάγκη να εναντιωθεί σε κάθε εξωτερική βία και να φυλάει την εσωτερική του αυτονομία. Για όλα τούτα γίνονται συνέδρια, γράφονται βιβλία, γίνονται σεμινάρια. Και τούτη η διδασκαλία, όπως μας διδάσκει  ο ιστορικός υλισμός ζωογονεί το Δάσκαλο. Δέχεται ή απορρίπτει, όπως συζητεί και προσπαθεί να βρει την καλύτερη λύση. Προβληματίζεται την ώρα της διδασκαλίας. Και τότε οι ώρες της διδασκαλίας της Ιστορίας δε είναι αγγαρεία παρά στιγμές δημιουργίας.
Ο ΔΑΣΚΑΛΟΣ θα φέρει σε άμεση επαφή το παιδί με τα γεγονότα, με τα πράγματα, χωρίς ανάμεσα σ’ αυτό και σε κείνα να μπει κανείς. Τα παιδιά έτσι προβληματίζονται και ξέρουμε πόσο είναι στη φύση του παιδιού τούτο. Αυτές τις στιγμές έχουμε ένα παιδί που η σκέψη του, η βούλησή του, το συναίσθημά του ενεργούν με την πιο μεγάλη ένταση, γιατί ο μαθητής ενεργεί αυθόρμητα, βάζει όλες του τις δυνάμεις για ένα σκοπό, που τον διάλεξε μόνος και αγωνίζεται να τον πετύχει. Νόηση και βούληση πειθαρχούν και μπορούμε να πούμε πως αληθινά πλάθεται ο άνθρωπος έτοιμος για ανώτερη ζωή. Με τις ομαδικές εργασίες κατά εποχές, με τις συζητήσεις, με τις πηγές και τα ντοκουμέντα, τη μελέτη ομιλών και έργων η Ιστορία παίρνει βάθος και ζωή, συνηθίζει το παιδί να σκέπτεται Ιστορικά.
Η ουσία της διδασκαλίας της Ιστορίας θα είναι να γνωρίσουν τους νόμους και την εξέλιξη της κοινωνίας, να κατανοούν τα παιδία τις εποχές ,να συλλαμβάνουν το τοπικό σε κάθε εποχή να τους γίνει συνειδητή η οργανική εξέλιξη κάθε βαθμίδας από τη μια στην άλλη κι ακόμα να νιώσουν πως μέσα σε μια εποχή υπάρχει η αλληλεξάρτηση ανάμεσα στα διάφορα φανερώματα της ζωής. Γι’αυτό δεν έχει νόημα να εξακριβώσει μόνο τα γεγονότα το παιδί, ούτε να τα γνωρίσει στη στατική τους κατάσταση, είναι ανάγκη να τα δει στη γενική τους κίνηση, να τα παρακολουθήσει στα προστάδια τους, στις ενέργειές τους. Γι’ αυτό θα αποφεύγει ο δάσκαλος το έτοιμο, θα καταφεύγει στις πηγές και στα βοηθήματα. Μαθαίνει τα παιδιά να τα ερευνούν, να τα δέχονται ύστερα από αυστηρό έλεγχο. Να γίνεται η εργασία φροντιστηριακά. Πρέπει ο δάσκαλος να συνηθίσει το παιδί στη μεθοδική πορεία της έρευνας, πως δηλαδή θα μαζέψει το υλικό, πως θα κάμει το κριτικό ξεκαθάρισμα και πως στο τέλος θα εκθέσει το υλικό ,ώστε να μας δόσει τα Ιστορική αλήθεια. Ο δάσκαλος είναι ανάγκη να μάθει το παιδί να μην αποδίνει την τέτοια ή τέτια εξέλιξη του κάθε λαού σε άτομα, παρά να ταχτοποιεί τα άτομα και τις ομάδες στις κοινωνικές, οικονομικές, πολιτικές κοινότητες που τα γέννησαν. Πρέπει να δείξει στο παιδί ότι σαν σπουδαιότατη βάση όλου του πολιτισμού, πρέπει να τονιστεί η οικονομική βάση και η επίδραση της και πάνω στο λοιπό βίο και τούτο πρέπει να τονίζεται και στην πιο προχωρημένη μάλιστα βαθμίδα ανάπτυξης του πολιτισμού. Θα δείξει πως η οικονομία είναι η βασική αιτία του γίγνεσθαι. Θα διδάξει το παιδί μόλις μπει στο ιστορικό πρόβλημα πως είναι ανάγκη να μαζέψει το  υλικό όσο το δυνατό πιο άρτια που θα το βοηθήσει να καταλάβει το ιστορικό γεγονός.
Ακόμα πρέπει να νοιώσει πως δε φτάνει να στηριχτεί σε μια πηγή, παρά έχει χρέος να ανατρέξει και σε άλλες μαρτυρίες και σε βιβλία άλλα για το ζήτημα που εξετάζει. Γι’ αυτό θα οδηγήσει τα παιδιά, πως μπορούν συστηματικά να γυρέψουν πληροφορίες σε όσο το δυνατόν πιότερες πηγές λχ. Σε αρχεία, σε παραδόσεις γραφτές ή προφορικές,σε ιδιωτικά ή δημόσια έγγραφα, σε εφημερίδες, χρονικά, τραγούδια, ανέκδοτα, ακόμα να βρίσκει σχέδια από πόλεις και σπίτια, πορτραίτα, ακόμα  και έργα φιλολογικά.
Άμα μελετήσει το παιδί όλα αυτά θα μπορέσει να ερμηνεύσει τα γεγονότα. Μα για να το κάμει αυτό, πρέπει να γνωρίσει τους όρους που τα δημιούργησαν και να τα συνδέσει κατά αίτιο και αποτέλεσμα, να βρει την αιτιώδική τους συνάφεια.
Αν το έργο της παιδείας είναι να κάμει το παιδί ικανό να συνεργάζεται για το καλό της κοινωνίας ους και της εθνικής και όλης της ανθρωπότητας, έχει χρέος πρώτα – πρώτα να του τη γνωρίσει και να του γεννήσει την πίστη σ’ αυτή. Αυτήν την πιστή και   την γνώση θα την δόσει η Ιστορία  ως επιστήμη στο σχολειό. Θα  δείξει ο δάσκαλος πως η ανθρώπινη κοινωνία είναι μια μεγάλη και πολύπλευρη σχέση, ένας οργανισμός που εκτυλίσσεται σύμφωνα με νομούς και για να την γνωρίσει κανείς πρέπει να απλωθεί σε όλα της τα επίπεδα και στα υλικά και στα πνευματικά φανερώματα(φιλοσοφία, επιστήμη, γλωσσά, τέχνη, παιδεία ) στην εσωτερική οργάνωση (δίκαιο, πολίτευμα, διοίκηση, στρατός) , στην εξωτερική πολιτική και στις σχέσεις τις διεθνικές. Ακόμα θα δείξει πως η Ιστορία θα δόσει όχι μόνο τη συνολική ζωή ενός έθνους αντικειμενικά , μα τη ζωή αυτή θα  την τοποθετήσει μέσα στη συνολική εξέλιξη της ανθρωπότητας. Πρέπει δηλαδή να νιώσει το παιδί, πως η Ιστορία  τούτου η εκείνου του στοιχείου του πολιτισμού, η Ιστορία  τούτου η εκείνου του έθνους στο βάθος είναι και ένα αξεχώριστο κομμάτι μιας νομοτελειακής πορείας  ολόκληρης  της ανθρώπινης κοινωνίας. Η Ιστορία μας δίνει το παρελθόν της ανθρωπότητας που συνίσταται από περισσότερους  νεκρούς , παρά από ζωντανούς.  Τη γνώση τούτου και μόνου γεννάει  το χρέος, γεννάει την πίστη στο παιδί  για τον προορισμό της ανθρωπότητας. Η Ιστορία  θα διδάξει τους αγώνες του ανθρώπου δια μέσου των αιώνων για ελευθερία για ισότητα, για περισσότερη ευτυχία της πλατιάς μάζας,  για μια μελλοντική καλύτερη κοινωνία όπου θα λείψει η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο.
Η Ιστορία είναι επιστήμη, η επιστήμη του Ιστορικού υλισμού, αλλιώς νοθεύεται και γίνεται μυθολογία και το χειρότερο , όργανο πολιτικό στα χέρια της άρχουσας τάξης.»
 
Η Ρόζα Ιμβριώτη (το πατρικό της ήταν Ιωάννου) ήταν Ελληνίδα παιδαγωγός, πρωτοπόρος της ειδικής εκπαίδευσης, με πλούσια κοινωνική και πολιτική δράση. Γεννήθηκε το 1898 στην Αθήνα με καταγωγή από τη Θράκη. Τελείωσε το Αρσάκειο το 1914. Μέσω της Αύρας Θεοδωροπούλου, της γνωστής Θρακιώτισσας, από την Αδριανούπολη, φεμινίστριας του Εκπαιδευτικού Ομίλου, δίδαξε στο Κυριακό Σχολείο Εργατριών και το 1917 διορίστηκε στο 1ο Ελληνικό Σχολείο Θηλέων Αθηνών.
Έπειτα από την ήττα των βενιζελικών στις εκλογές του 1920, η Ιμβριώτη εργάστηκε στο Πρότυπον Εκπαιδευτήριον Αθηνών του Ηλία Κωνσταντινίδη. Ένθερμη οπαδός του δημοτικισμού, υπήρξε μέλος του Εκπαιδευτικού Ομίλου, πιθανότατα από τις αρχές του 1921, στη διοίκηση του οποίου εκλέχτηκε το 1923.[7] Συνεργάστηκε με τη Θεοδωροπούλου και το Δημήτρη Γληνό στη σύνταξη των εκπαιδευτικών προγραμματικών διακηρύξεων του Συνδέσμου Ελληνίδων υπέρ των Δικαιωμάτων της Γυναικός, που δημοσιεύθηκαν στο περιοδικό Ο Αγώνας της Γυναίκας (1923).
Το 1924, ενώ εργαζόταν ως καθηγήτρια ιστορίας στο Μαράσλειο, υπό τη διεύθυνση του Αλέξανδρου Δελμούζου, εξαιτίας της συζήτησης, στο μάθημά της, του βιβλίου του Γ. Κορδάτου για την Επανάσταση του 1821, κατηγορήθηκε για «υλιστική» διδασκαλία.[Η κατηγορία αυτή αποτέλεσε μία από τις αφορμές των Μαρασλειακών, που ουσιαστικά ξεκίνησαν μια γενικευμένη επίθεση εναντίον του εκπαιδευτικού δημοτικισμού.
Απολύθηκε το 1926, για να επανέλθει το 1928.Το 1934 έγινε γυμνασιάρχης στο Κιλκίς. Η Νίτσα Γαβριηλίδου, παιδάκι ακόμα τότε και κόρη του προέδρου του Αγροτικού Κόμματος, Κ. Γαβριηλίδη που συναντήθηκε όμως και πάλι μαζί της στις εξορίες: «Την Ρόζα την πρωτογνώρισα στο Κιλκίς, τότε που την πρωτοφέρανε ως γυμνασιάρχη... Η Ρόζα είχε μια συνήθεια να συναναστρέφεται τα αγροτόπαιδα, τα παιδιά των αγροτών, δεν ήταν με το κεφάλι ψηλά, ακατάδεκτη με αυτούς, κι ήταν πάρα πολύ αγαπητή... Υστερα, το Κιλκίς ήταν μια πόλη που κατοικούνταν μόνο από αγρότες... κι αυτό ήταν γεγονός: Δηλαδή, το ότι φέρανε μια γυναίκα γυμνασιάρχη και αγαπάει τα παιδιά και συναναστρέφεται με τα αγροτόπαιδα κ.λπ. έκανε πολύ μεγάλη εντύπωση. Ηταν μια γυναίκα που είχε και την επιβλητικότητα και το "καλωσόρισες" ας πούμε και η αγκαλιά ανοιχτή για όλο τον κόσμο!». Η Ν. Γαβριηλίδου περιέγραψε ότι παιδιά αριστερών φρονημάτων που εκφράζονταν ανοιχτά τα απέβαλλαν από το Γυμνάσιο αλλά «όταν ήρθε η Ρόζα, αυτά τα πράγματα είχαν σταματήσει».
 Αργότερα, πρότεινε στον Ι. Μεταξά, κι αυτός το δέχτηκε, την ίδρυση ενός Προτύπου Ειδικού Σχολείου στην Αθήνα (ΠΕΣΑ), το οποίο λειτούργησε από το Μάρτιο του 1937 έως τον Οκτώβριο του 1940 στην Καισαριανή.
Κατά τη διάρκεια της Κατοχής, η Ιμβριώτη πήρε μέρος στην Αντίσταση μέσα από τις γραμμές του ΕΑΜ. Συμμετείχε στη σύνταξη του εκπαιδευτικού προγράμματος της ΠΕΕΑ και στη συγγραφή του αναγνωστικού Τα αετόπουλα, εφαρμόζοντας τις αρχές του Σχολείου Εργασίας. Λόγω των πολιτικών της φρονημάτων η Ιμβριώτη μεταπολεμικά υπέστη διώξεις και εξορίστηκε στο νησάκι Τρίκερι του Παγασητικού. Από εκεί στις αρχές του 1950 μεταφέρθηκε, μαζί με πολλές συνεξόριστες γυναίκες, στη Μακρόνησο και κατόπιν, το καλοκαίρι, πάλι πίσω στο Τρίκερι, με όσες αρνήθηκαν να υπογράψουν "δήλωση". Αργότερα έγινε στέλεχος της ΕΔΑ, διετελώντας μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής του κόμματος έως το 1967 και μετά τη Μεταπολίτευση ως στέλεχος του ΚΚΕ συνέβαλε στη διαμόρφωση του εκπαιδευτικού προγράμματός του. Μετά τη διάσπαση του ΚΚΕ, το 1968, η Ρόζα Ιμβριώτη παραμένει στέλεχός του και κατακεραυνώνει τους αναθεωρητές. Με τη νομιμοποίηση του Κόμματος το 1974 είναι υπεύθυνη για τον τομέα της Παιδείας και ιδρυτικό μέλος του Κέντρου Μαρξιστικών Μελετών.
Πέθανε το Σεπτέμβρη του 1977 στην Αθήνα και στο νοσοκομείο έγραψε το τελευταίο της κείμενο, έναν χαιρετισμό στο 2ο Φεστιβάλ της ΚΝΕ... Σύζυγός της υπήρξε ο μαρξιστής φιλόσοφος Γιάννης Ιμβριώτης.

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: « Πίσω μου σ' έχω ...σατανά! Μιλάμε για ταχύτητα »