Πέμπτη, 29 Ιουνίου 2017, 10:25:16 πμ
Τετάρτη, 10 Μάιος 2017 23:36

Ανδρέας Μακρίδης :Αναμένοντας...

Γράφτηκε από τον
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

Εν αρχή ην το δημόσιο χρέος – ένα χρέος ταυτισμένο με την νεώτερη ελληνική ιστορία, και διογκωμένο από το πελατειακό κράτος, την αδιαφάνεια και την ατιμωρησία. Το έτος 2010, με μια οικονομική κρίση εισαγόμενη απ' τις ΗΠΑ, η Ελλάδα βρέθηκε σε αδυναμία αποπληρωμής ακόμα και των τόκων της.

Για την Ελλάδα της Ε.Ε., υπήρχαν δύο διέξοδοι. Η μία εκδοχή ήταν η κήρυξη χρεοκοπίας που θα σήμαινε έξοδο από το ευρώ και ανασύνταξη της ελληνικής οικονομίας και της εσωτερικής αγοράς, με τα όπλα που δίνει η υποτίμηση του νομίσματος και η αύξηση του πληθωρισμού. Η άλλη εκδοχή, ήταν η προσφυγή στους εταίρους για τη δημιουργία ενός μηχανισμού στήριξης. Για άλλες ενδεχόμενες λύσεις μέσω σκληρής διαπραγμάτευσης, δυστυχώς η χώρα δεν διέθετε το κατάλληλο πολιτικό προσωπικό.

Τα δύο μνημόνια που ακολούθησαν, δεν έφεραν το επιθυμητό αποτέλεσμα. Μια κουρασμένη κοινωνία, εμπιστεύτηκε τα αντιμνημονιακά κόμματα του ΣΥΡΙΖΑ και των ΑΝΕΛ, για να διαπραγματευτούν το 2015, ό,τι δεν είχε τολμήσει ο Γ. Παπανδρέου το 2010 και να οδηγηθούμε σε μία μείωση των δανειακών μας υποχρεώσεων. Μία από τις ελπίδες για την επιτυχή έκβαση της διαπραγμάτευσης αυτής, ήταν ακριβώς η διαφωνία μεταξύ του ΔΝΤ και της Γερμανίας σε ό,τι αφορά το ελληνικό χρέος.

Το ΔΝΤ θεωρεί μη βιώσιμο το τεράστιο ελληνικό χρέος και πιστεύει πως θα πρέπει να κουρευτεί, κάτι που αρνείται η Γερμανία. Από την άλλη ωστόσο, το ΔΝΤ αξιώνει και μια επιθετική στρατηγική κατεδάφισης του κοινωνικού και εργασιακού κεκτημένου, ενώ η Γερμανία δεν έχει πρόβλημα με την απλή συνέχιση των πολιτικών δημοσιονομικής λιτότητας, “αρκεί να βγαίνουν τα νούμερα”. Ένας συγκερασμός των δύο προσεγγίσεων ίσως να συνιστούσε λύση, αλλά δεν μας δόθηκε.

Τον Αύγουστο του 2015, η κυβέρνηση Τσίπρα υπέγραψε το 3ο Μνημόνιο για συνέχιση της χρηματοδότησης επί τριετία, το οποίο περιελάμβανε ρητή δέσμευση αναδιάρθρωσης του χρέους, αλλά και συνέχιση της λογικής των υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων: 3,5% αντί του 4,5% που είχε υπογράψει η κυβέρνηση Βενιζέλου-Σαμαρά, αλλά επί μακρότερον. Παράλληλα, προέβλεπε και την υιοθέτηση 201 μέτρων με χρονοδιάγραμμα σταδιακής υλοποίησής τους. Πολλά απ' αυτά έμενε να οριστικοποιηθούν κατόπιν διαπραγμάτευσης – κάτι που γίνεται τώρα. Με το ΔΝΤ μάλιστα, να επιμένει στην επιχειρηματολογία του περί μη βιώσιμου χρέους, η κυβέρνηση επέλεξε να εξάγει πλέονασμα 4,19% για να εκθέσει το Ταμείο και να το οδηγήσει ξανά στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.

Εάν κοιτάξει κανείς τα επίσημα στοιχεία, το δημόσιο χρέος στο τέλος του 2016 είναι ελαφρώς μικρότερο από το αντίστοιχο του 2014 κατά 4,8 δισ. ευρώ, ενώ και το χρέος του ιδιωτικού τομέα ως ποσοστό του ΑΕΠ, έχει μειωθεί σε σχέση με εκείνο του 2014 κατά 5% περίπου. Τυπικά οι αριθμοί ευημερούν σε βάρος μιας πραγματικής οικονομίας και μιας κοινωνίας που αποσαθρώνεται. Ο ΣΥΡΙΖΑ ακολουθεί την μνημονιακή πολιτική πιο πιστά κι απ' όσο του ζητείτο, περιμένοντας τώρα, την επιβράβευση της ρύθμισης του χρέους που του έχουν υποσχεθεί, ώστε οι δημοσιονομικές επιβαρύνσεις “να έρθουν στα ίσια τους”. Τι θα γίνει ωστόσο εάν ο Σόιμπλε, ενόψει των γερμανικών εκλογών συμμαχήσει ο ίδιος με το ΔΝΤ; Και μετά τις νέες περικοπές, τι θα γίνει με τις οικογένειες που δεν θα μπορούν να εξυπηρετήσουν τα κόκκινά τους δάνεια;

Το πολιτικό προσωπικό εναλλάσσεται στην κυβέρνηση, όμως οι πολιτικές διαπραγμάτευσης εντός του ευρωνομίσματος έχουν δοκιμαστεί και εξαντληθεί. Όλες, εκτός από ένα πρόγραμμα ραγδαίων ιδιωτικοποιήσεων, απολύσεων και φοροαπαλλαγών, που θα αντικατόπτριζε την αναπτυξιακή φιλοσοφία του ίδιου του ΔΝΤ. Κάτι τέτοιο όμως, θα σάρωνε το ευρύτερο δημόσιο (τον μόνο τομέα που μισθολογικά διατηρεί στοιχειωδώς την καταναλωτική του δυνατότητα) προκαλώντας ενδεχομένως μεγαλύτερη ύφεση στην οικονομία κι απ' τη συγκράτηση των δαπανών που θα κατάφερνε. Εάν πιστεύει κανείς σε ένα τέτοιο πρόγραμμα, γιατί δεν το προτείνει ανοιχτά;