Πέμπτη, 13 Δεκεμβρίου 2018, 7:16:07 πμ
Σάββατο, 06 Οκτωβρίου 2018 20:38

Σιναπλιώτικα μασάλια στο Πολύκαστρο, με το Σιναπλιώτικό μας γλωσσικό ιδίωμα

Γράφτηκε από τον
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

Γράφει ο Τάσος Γιοβανούδης.

 

Μασάλια. Όταν ρωτούσαν τις γυναίκες που καθόντουσαν στις παρέες της γειτονιάς τα βράδια, τί κάνετε, απαντούσαν, «μασαλεύουμε».
Τί λέτε εσείς σε κείνο το τραπέζι, ρωτούσε ο επισκέπτης του καφενείου, «μασάλια» απαντούσαν, οι παππούδες.
Ελάτε στο σπίτι το βράδυ, να «μασαλέψουμε» λίγο, ήταν η πρόσκληση για συνάντηση.


Τί εννοούσαν όμως οι Σιναπλιώτες, όταν έλεγαν: μασάλια, μασαλεύουμε, μασαλέψουμε.
Κάτι σαν παραμύθι, όμορφη αφήγηση, ανάμεσα στην αλήθεια και το ψέμα, στην πραγματικότητα και τη φαντασία. Κουτσομπολιά, συζητήσεις χωρίς θέμα, απλά κουβέντα να γίνεται. Είναι καλύτερα όταν το μασάλι αφορά συγκεκριμένους ανθρώπους, που η καθημερινότητά τους ήταν μια ιστορία, γίνονται όμως καταπληκτικά, ιδιαίτερα στον προφορικό λόγο, όταν ο αφηγητής είναι ταλαντούχος. Το μασάλι θέλει τέχνη. Δεν έχει κοροϊδευτικό, αλλά μπορούμε να πούμε χαλαρωτικό, διασκεδαστικό, παιδευτικό σκοπό και χαρακτήρα.
Το μεγαλύτερο ρόλο στο μασάλι παίζει ο τρόπος και η προφορά στην αφήγηση.
Επειδή δεν έχω την δυνατότητα και την ευκαιρία της προφορικής παρουσίασης, θα προσπαθήσω να μεταφέρω τρία μασάλια, από τα πολλά που κατέγραψα, στο δικό μας το Σιναπλιώτικο ιδίωμα, να τα «μελετήσουν» οι Σιναπλιώτες και να τα αφηγηθούν οι κατάλληλοι, στις παρέες τους, ώστε και μνήμες να ξεσηκώσουν και η Σιναπλώτικη λαλιά να περάσει στα αυτιά των νεώτερων. Ας μην είναι μουσειακό είδος η καθαρώς Ελληνική λαλιά των προγόνων μας, με την οποία μεγάλωσε και γαλουχήθηκε και η δικιά μας γενιά.
Καταγράψτε φίλοι μου, όπως μπορεί ο καθένας, τα μασάλια που θυμούνται ή αφηγούνται κάποιοι στις παρέες, ώστε να παραδοθούν, άυλη κληρονομιά, στους νεώτερους, που δείχνουν μεγάλο ενδιαφέρον και δεν είναι λίγοι.

 

1. Η Σιναπλιώτικη χρεία
Είμαστε στο Πολύκαστρο στα τέλη της δεκαετίας του 1950. Δειλά δειλά αρχίζουν βελτιώσεις στις συνθήκες ζωής των ταλαιπωρημένων Σιναπλιωτών. Η οικονομική άνοδος και η εργατικότητά τους, φέρνουν θετικές μεταβολές στην καθημερινότητα τους.
Σκώθκαν σαμπάλια σαμπάλια η Μήτσιους κι η Στέργιους τα Πιτσιούδια, πήγαν σ΄ χρεία, κι αρχίνσαν να χουρατέυν σ΄ μες σ΄ν αυλή. Η Μήτσιους, νο τρανός που ήταν, είπε στου Στέριου.
- Στιργιούδ γλέπς τουν Γκουντίνη, τουν Τσιλέκ, τουν Φανελλά, ούλοι έφκιασαν κινούργια χρεία μη κυρπίτσια, μεις κόμα σ΄ χρεία μη τα τσιαλιά δα πααίνουμι.
Τουν αφουγράσκειν η Στιργιούτς και συμφώνησε με του μπάτη τ΄. (αδελφό του).
Έτσι την επομένη, σαμπάλια σαμπάλια, κόμα η ήλιους δεν βγήκι, φόρτωσαν στ΄ αμάξ, τουν κασμά, του τσαπί, του φκιάρ, του δικράν, τουν γκαζοτενεκέ, του μπακίρ, τουν ντεσκερέ, του μιστρί, δυο κουσέρεις άχυρο, έβαλαν στουν τρουβά ψωμί, λίγο τυρί, αλμυρές σαρδέλες, ένα πενηνταράκι τσίπουρο, έζεψαν τα βόδια και πήγαν στου βάλτου, κουντά ζ΄μπάρες, όπου χρόνια τώρα οι χωριανοί έκοβαν κυρπίτσια. Δούλεψαν σκληρά, ούλ τ΄ μέρα, έκοψαν τα κυρπίτσια, και αφού στέγνωσαν, μετά από μερικές μέρες τα φόρτωσαν στο κάρο και τα μετέφεραν στο σπίτι.
- Που να τ΄ν κάμουμι μπάτη, τ΄ χρεία, ρώτσει η Στεργιούτς και η Μήτσιους, φουντωμένος, για την πρόοδο που θα έφερνε στην καθημερινότητά τους, κοίταξε γύρω γύρω αν τον βλέπουν οι γειτόνοι και έδειξε στο Στέργιο την μακρινή γωνιά του οικοπέδου, λέγοντας.
- Ικιά δα κάμουμι τ΄ν κινούργια μας χρεία, να μη μυρίζει, νε σι μας , νε σ΄ ιτόνι.
Την επόμενη το πρωί, ο Μήτσιος χάραξε ένα τετράγωνο για τα θεμέλια μετρώντας ένα βήμα σε κάθε πλευρά, έσκαψαν μια πιθαμή και αράδιασαν μια σειρά πέτρες για θεμέλιο.
Έκανε ο Στέργιος λάσπη και άρχισε το χτίσιμο. Κουβαλούσε λάσπη ο Στέργιος, έφερνε τα κυρπίτσια και ο Μήτσιος, σα μεγάλος και πολύξερος, τα αράδιαζε κάνοντας τον τοίχο. Η δουλειά συνεχίστηκε μέχρι που άρχισε να νυχτώνει. Τότε, όταν το ύψος του τοίχου έφθασε στο ύψος του Στέργιου, λέει ανακουφισμένος, μετά την ολοήμερη κούραση ο Στέργιος:
- Μπάτη, μπίτσαμι.
Και ο μπάτης απαντά:
- Μπίτσαμι άμα τώρα πόθεν βγαίν.
Αστόχσαν ν΄ αφίκν θύρα. (Ξέχασαν να αφήσουν πόρτα)

 

2. Καρασούλι 1957, η Παγούνου κι η Τσιτσιά
Καλοκαίρι του 1957, απόγευμα Κυριακής, δεν μπορείς να περάσεις από το πλήθος της βόλτας στο πάνω Καρασούλι (Πολύκαστρο).
Όλη η Σιναπλιώτικη νεολαία, κορίτσια και αγόρια, έσμιξε με εκατοντάδες στρατιώτες, που είχαν έξοδο από τα διπλανά στρατόπεδα, στο σεργιάνι και περπατούν στον κεντρικό δρόμο παρέες-παρέες, δήθεν συζητώντας, αλλά κυρίως φλερτάροντας.
Η Παγούνου, που για σήμερα είναι Παγώνα, με το κόκκινο καρό τσιτάκι της και τα μαύρα γυαλιστερά σοσόνια, λεπτή, όμορφη, αεράτη, ιδιαίτερα χαρούμενη σήμερα, παρέα με τη φιλενάδα της, την Τσιτσιά, που για σήμερα είναι Τασούλα, όμορφη και αυτή, καλοντυμένη, στρουμπουλή και αφράτη, περπατούν μόνες τους, σαν κάτι να ψάχνουν.
Κάποια στιγμή εμφανίσθηκαν από απέναντι δυο νεαροί έφεδροι αξιωματικοί, ομορφόπαιδα, ντυμένοι με τη στρατιωτική τους στολή και η Παγούνου αναψοκοκκίνισε, έσκυψε στο αυτί της Τσιτσιάς και έδειξε, με τα μάτια και με νόημα τους νεαρούς, που μόλις προσπέρασαν και τις κοίταζαν επίμονα.
- Να μαρή Τσιτσιά, αυτός η δόκιμους, η αψιός, μη χαλεύει. Στου παναήρ μας, ανταμώθκαμι σ΄ βόλτα, παρπάτσαμι λίγου μαζί, κι μ΄ είπι ότι μη χαλεύει κι μ΄ αηγαπά, ότι νο τη μένα κουρίτσι χαλεύει να πάρει σ΄ν Αθήνα. Είπι είνι κι δάσκαους. Καουός, όμορφους, είναι κι απ΄τ΄ν Αθήνα. Δεν ξέρου τι να κάμου. Να, ύρεψι να πάου νιά μέρα στου σπίτι τ, να μαρή Τσιτσιά, ικιά σ΄ Χούτα του σπίτι κοιμάτι, σι κείνου του μικρό σπιτούδ που είνι ουπίς σ΄ν αυλή κι έχι νια μικρή πουρτούδα κι κάνκάνας δεν σι γλέπ όταν μπαίνς μέσα. Να μαρή , μι είπι να πάου νιά μέρα να ειδού του σπιτ΄τ.
- Κι τι έκαμις μαρή Παγούνου, φαντάζουμι να μη πήγις.
- Τι λες μαρή, πώς να μην πάου, να θαρείσ΄ η άθραπους ότι είμι καθυστεριμέν΄!!!
Η συνέχεια είναι άγνωστη, ...η πρόοδος όμως μάλλον επετεύχθη.

 

3. Χούτης, αμά τί Χούτης
Τέλη Μαΐου, οι αγροτικές δουλειές περίσσεψαν και οι Σιναπλιώτες αξημέρωτα φεύγουν για το σκάψιμο του βαμβακιού στο βάλτο.
Μετά από τρεις τέσσερις ώρες, προσπερνά ένα κάρο το χωράφι του Τζέλη, (Σιδέρης), όπου κόντευαν να τελειώσουν το σκάψιμο.
-Άϊντι ε Χούτη, (Χρήστος), λέει η Τζέλης, δεν γλέπς τουν ήλιου, ανέβκειν τρεις αξιάλες κι συ ΄κόμα δεν πήγεις στου χουράφ. Πουλύ άργησεις. Ούλου τιλιυταίος απομένς.
Και ο τεμπέλης, πάντα όμως ετοιμόλογος και θυμόσοφος Χούτης, απαντά, με απάθεια:
- Σαμπάλια (πρωί) είμι τιλιυταίους, αμά του βράδ΄ να διείς ποιος δα νάνει πρώτους!!!!.
Κάγκελο ο Τζέλης και η παρέα του.