espa pkm

Πέμπτη, 8 Οκτωβρίου 2026, 4:35:08 μμ
Πέμπτη, 24 Σεπτεμβρίου 2026 09:22

Θεοδώρα Θεοδωρίδου: Ελληνική ποίηση και φθινόπωρο

Γράφει η Θεοδώρα Θεοδωρίδου

Φιλόλογος Ξένων Γλωσσών

‘Ένα από τα πιο δύσκολα πράγματα -ίσως και αδύνατο- είναι να ορίσει  κανείς τι είναι Ποίηση ακριβώς. Έναν ορισμό της μπορεί να δώσει η προσωπική πείρα του καθενός μας από αυτήν.

      Θα λέγαμε ότι η Ποίηση μπορεί να εμπνέεται και να τροφοδοτείται από τα πάντα: από οτιδήποτε υπάρχει και συμβαίνει μέσα μας και γύρω μας και να αποτυπώνει την έμπνευσή της αυτή με έναν τρόπο γλωσσικό, εξαίσια συνοπτικό και συμπυκνωμένο, βαθιά και περιεκτικά νοηματικό, γεμάτο ρυθμό και μουσικότητα.  Το μεγαλείο της κρύβεται στην απλότητα. Ο Ποιητής παίρνει λέξεις κοινές και- μέσα από έναν ιδιοφυή συνδυασμό- τις τοποθετεί στη σειρά. Από αυτή τη συνάντηση ξεπηδά ξαφνικά μια μαγική ουσία: λες και μια χούφτα λέξεις αρκούν για να φωτίσουν και να ξεδιαλύνουν το  μυστήριο όλου του κόσμου.

       Το φθινόπωρο- μια εποχή φθοράς και μελαγχολίας-δε θα μπορούσε να αφήσει ασυγκίνητη την ποιητική δημιουργία. Η  νεοελληνική Ποίηση είναι γεμάτη με εικόνες φθινοπωρινές. Είτε σε ποιήματα αποκλειστικά αφιερωμένα στο φθινόπωρο, είτε παρεμβαλλόμενοι σε άλλου τίτλου ποιητικές δημιουργίες, οι στίχοι του φθινοπώρου της νεοελληνικής Ποίησης - με τις στάλες της βροχής, το πέσιμο των κιτρινισμένων φύλλων, το αδυνάτισμα του φωτός, τη μελαγχολία να πλανιέται στον αέρα- γίνονται σύμβολο εσωτερικής αναζήτησης, βαθύτερου αναστοχασμού, ,αλλά  και ισχυρής  βεβαιότητας ότι κάτι καινούργιο θα γεννηθεί.

         Θα δούμε με ποια ματιά,  κάποιοι σημαντικότατοι  Έλληνες Ποιητές μας αντικρίζουν και αποτυπώνουν αυτή την εποχή, της οποίας οι σιωπηλές, υγρές, ξεθωριασμένες μέρες  δηλώνουν ότι ο χρόνος  είναι όχι μόνο φθορά, αλλά και  μια υπόσχεση για αναγέννηση και αναδημιουργία.

      Στο ποίημά του « Φθινόπωρον» ο Κωστής Παλαμάς (1859-1943) ομολογεί ότι η έντονη μεταβλητότητα των καιρικών συνθηκών του φθινοπώρου -που επιφέρει και ανάλογες ψυχικές μεταβολές και τρόπο δράσης-είναι το στοιχείο που τον συγκινεί  και του αρέσει στην εποχή αυτή :

Μ΄ αρέσει το φθινόπωρο

που αλλάζει στην αράδα

θωριές η φύσις κι η ψυχή καημούς με γληγοράδα\\που πριν χορτάσεις σύννεφα, κακό κι ανεμοζάλη

πάλι γελά ο ουρανός, ο ήλιος, τ΄ακρογιάλι\\που τώρα ίσκιο λαχταράς\\ περίπατο κι αέρι\\ και τώρα ζέστη σε γωνιά μ΄ ένα βιβλίο στο χέρι.

         Σ΄ ένα ποίημά της νεότητάς του -που δεν ανήκει στα 154  «αναγνωρισμένα» ποιήματά του- με τίτλο: «πλησίον παραθύρου ανοικτού» ο Κωνσταντίνος Καβάφης (1863-1933) τυλίγεται ηδονικά από τη μαγεία μιας φθινοπωρινής νύχτας, στοιχείο που τον βοηθάει να μετατρέψει την επίγνωση της θνητότητάς του, της προσωπικής του φθοράς, σε κάτι θετικό: σε μια ευχή που υψώνεται,  σε  κάτι  δηλαδή  μεγαλύτερο  και αιώνιο :

Εν φθινοπωρινής νυκτός ευδία

πλησίον παραθύρου ανοικτού

εφ΄ ώρας ολοκλήρους,

εν τελεία ηδονική κάθημαι ησυχία.

Των φύλλων πίπτ΄ η ελαφρά  βροχή.

Ο  στεναγμός του κόσμου του φθαρτού

εν τη φθαρτή μου φύσει αντηχεί\\αλλ΄ είναι στεναγμός γλυκύς, υψούται ως ευχή.

        Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης (1888-1944) – ο κατεξοχήν μελαγχολικός ποιητής-έγραψε αρκετά ποιήματα με αναφορά στο φθινόπωρο,  την εποχή της φθοράς και της θλίψης. Το γνωστότερό του είναι το «Τραγούδι το φθινόπωρο», που συμπεριλήφθηκε στη μοναδική Συλλογή  ποιημάτων, που εξέδωσε ο Λαπαθιώτης  το 1939,  όσο ζούσε και στο οποίο η φθορά που υπάρχει στο φυσικό περιβάλλον αγγίζει το ποιητικό υποκείμενο, καθώς ταυτίζεται  απόλυτα με την παρόμοια  φυλλορροούσα ψυχική του κατάσταση , το βαρύ αίσθημα μοναξιάς του ,αλλά του προκαλεί και μια έντονη υπαρξιακή ανησυχία ο χειμώνας που-όπως στη φύση – γνωρίζει ότι θα ακολουθήσει και στη ζωή του:

Φθινόπωρο σ΄ αγάπησα,

την ώρα που τα φύλλα πέφτουν,

κι αφήνουν τα κλαριά γυμνά για το χειμώνα,

που βιάζονται τα δειλινά,

κι είναι τα ρόδα μήλα,

κι είναι τα βράδια μόνα…

Μ΄ αλήθεια να σ΄ αγάπησα,

ή μην είν΄ η ανατριχίλα  του ερχόμενου χειμώνα…

  Στο ποίημά του «τι να σου πω φθινόπωρο» ο Κώστας Καρυωτάκης (1896-1928} εκφράζει την αδυναμία του να μεταδώσει ποιητικά όλη την επιβλητικότατη ομορφιά του φθινοπώρου. Συνεπαρμένος από την φθινοπωρινή μεγαλοπρέπεια και παράλληλα απογοητευμένος από τη δική του ποιητική  αδυναμία δηλώνει την παραίτησή του από κάθε ποιητική απόπειρα και την  ολοκληρωτική  υποταγή του στην καθηλωτική, υπερκόσμια  φθινοπωρινή δύναμη:

Ενοσταλγούσα, ριγηλό φθινόπωρο, τις ώρες

τα δέντρα αυτά του δάσους, την έρημη προτομή.

Κι όπως πέφτουνε τα κλαδιά στο υγρό χώμα, οι οπώρες,

ήρθα να εγκαταλειφθώ στην ιερή σου ορμή.

         Η Συλλογή της Μαρίας Πολυδούρη (1902-1930) «οι τρίλλιες που σβήνουν», που κυκλοφόρησε το 1929-που θεωρείται από τις κορυφαίες συλλογές της ελληνικής λυρικής ποιητικής παράδοσης της παρακμής-είναι διάσπαρτη από φθινοπωρινούς τίτλους και φθινοπωρινές αναφορές και εικόνες. Στο σονέτο της με τίτλο: « του Φθινοπώρου οι Ώρες» η Πολυδούρη με αναβλύζοντα λυρισμό προσωποποιεί το πένθιμο φθινόπωρο, παρουσιάζοντάς το να εισέρχεται στον προσωπικό της χώρο, μεταδίδοντάς της τη βαριά  θλίψη και τη μελαγχολία του:

Του φθινοπώρου η Ώρα έχει καθήσει

στην πόρτα μου. Το βλέμμα της υγρό

γεμάτο από απόκοσμο μεθύσι,

πλανιέται σε ασφοδέλων τον αγρό.

Τι σκέψη στη ματιά της νάχη  ανθίσει,

τι ονειροπόλημα λυπητερό.

Στην όψη της σκιές έχουν μαδήσει

Κ΄ είνε το στόμα της πικρό…

         Ο  πολυγραφότατος και μοναδικός Γιάννης Ρίτσος (1909-1990) έχει γράψει ποιήματα και ενότητες ποιημάτων με αναφορά στο φθινόπωρο. Γι΄ αυτόν το φθινόπωρο είναι κυρίως η εποχή την οποία χρωματίζει  ο αδιάκοπος αγώνας του λαού της υπαίθρου να αξιοποιήσει τη δύναμη, που κρύβει η Μάνα-Γη. Είναι η εποχή επίσης , που ο ποιητής εξερευνά τις αλλαγές στη φύση και τις μεταβολές που προκαλούν στην ανθρώπινη ψυχή. Αυτή την ισορροπία, τη γαλήνη που φέρνει στα πάντα το φθινόπωρο- μετά την έξαρση του καλοκαιριού-περιγράφεται σε ένα απόσπασμα του ποιητικού μονολόγου  του «Η Περσεφόνη»,  από  τη  Συλλογή της Τέταρτης Διάστασης (1972):

Είναι όμορφα με το Φθινόπωρο .

Ανασαίνω.

Ο ήλιος χάνει τη δεσποτεία του ,

την τρομερή έπαρσή του .

Τα πάντα ημερεύουν

τα πάντα επιστρέφουν στον εαυτό τους…

    Η φθινοπωρινή βροχή με τους σιωπηλούς, μονότονους ήχους της και η μελαγχολία των ξεθωριασμένων χρωμάτων ριζώνουν βαθύτερα και πιο ουσιαστικά στην ύπαρξή μας, όταν μεταμορφώνονται μέσα από το πρίσμα της ποίησης. Οι ποιητές μας, ως αυθεντικοί εκφραστές του άυλου και του ανείπωτου, έχουν την ικανότητα να ξεκλειδώνουν και  την αθέατη πλευρά του φθινοπώρου. Στοιχεία που η δική μας καθημερινή ματιά αδυνατεί να συλλάβει, να νιώσει ή να διαπραγματευτεί, εκείνοι, με τη χαρισματική και ξεχωριστή τους φύση, τα μετουσιώνουν σε καθάρια ομορφιά, κάνοντάς τα ένα ανεκτίμητο δώρο για την ψυχή μας.