espa pkm

Πέμπτη, 15 Οκτωβρίου 2026, 10:19:51 μμ
Πέμπτη, 15 Οκτωβρίου 2026 09:55

Μυθεύματα και ιστορικές παραποιήσεις

Γράφει η Θεοδώρα Θεοδωρίδου.

Φιλόλογος Ξένων Γλωσσών

 

Στο πέρασμα των αιώνων, η αυθεντική  αλήθεια των ιστορικών δεδομένων έχει υποστεί αμέτρητες παραποιήσεις, αποσιωπήσεις και ωραιοποιήσεις, προκειμένου να υπηρετήσει πολιτικές σκοπιμότητες, εθνικά αφηγήματα και -ενίοτε- την προπαγάνδα των εκάστοτε ισχυρών.

Συχνά κατασκευάστηκαν μύθοι, αποκρύβησαν λάθη, ωμότητες ή σκοτεινές σελίδες, με μοναδικό σκοπό να παρουσιαστεί μια εξιδανικευμένη και -κατά περίσταση- βολική εκδοχή του ιστορικού παρελθόντος.

Απέναντι σε αυτό, χρέος των ιστορικών ερευνητών είναι να αναζητούν και να αναδεικνύουν τα γεγονότα στην αληθινή τους διάσταση, γκρεμίζοντας τις συλλογικές μας ψευδαισθήσεις, όσο σκληρό, άβολο ή οδυνηρό κι αν  είναι  να το αποδεχτούμε. Άλλωστε, η αντικειμενική γνώση αποτελεί τον μοναδικό δρόμο προς την ουσιαστική εθνική μας αυτογνωσία και την υγιή μελλοντική μας πορεία.

Σε αυτό το δύσβατο, άβολο μονοπάτι της αποδόμησης μύθων -  που θεωρούσαμε δεδομένους-  της αποκάλυψης σκόπιμων ιστορικών διαστρεβλώσεων και παραποιήσεων οδηγεί το δίτομο βιβλίο του διδάκτορα Σύγχρονης Ιστορίας Σταύρου Παναγιωτίδη με τίτλο: « Μύθοι, παρεξηγήσεις και άβολες αλήθειες της ελληνικής ιστορίας». Με την εγκυρότητα του επιστήμονα και τη ζωντάνια ενός χαρισματικού αφηγητή ο Παναγιωτίδης μας καλεί να κοιτάξουμε το ιστορικό μας παρελθόν χωρίς φόβο και να αποδεχτούμε αντικειμενικές  αλήθειες του  με περίσσιο θάρρος.

 Αντλώντας από την πλούσια θεματολογία του βιβλίου απομονώνουμε  την περίπτωση που ακολουθεί και η οποία  καταδεικνύει ανάγλυφα την τάση μας να αναζητούμε στην ιστορία  και μια πηγή εθνικής αυτοεπιβεβαίωσης και εθνικού γοήτρου.

 Η περίπτωση αυτή είναι ότι εδώ και πολλές δεκαετίες κυκλοφορεί στη δημόσια ελληνική σφαίρα ο δημοφιλέστατος μύθος ότι η ελληνική γλώσσα έχασε -για μια μόλις ψήφο- τη δυνατότητα να γίνει η επίσημη γλώσσα των ΗΠΑ κατά την ίδρυση του αμερικανικού κράτους στα τέλη του 18ου αιώνα. Όλοι οι Έλληνες πιστεύουμε ότι οι ιδρυτές των Ηνωμένων Πολιτειών - υποκινούμενοι από τον θαυμασμό τους για την αρχαία ελληνική δημοκρατία – έθεσαν το  ζήτημα σε ψηφοφορία, η οποία απέτυχε οριακά για μια μόνο ψήφο.

Στην πραγματικότητα, το Σύνταγμα των ΗΠΑ δεν όρισε ποτέ του καμία επίσημη γλώσσα, ούτε διεξήχθη ποτέ παρόμοια ψηφοφορία στο Κογκρέσο. Η ρίζα αυτής της παρεξήγησης αφορούσε καθαρά  τη γερμανική γλώσσα και ιδού ακριβώς πως:  όταν ιδρύθηκε το κράτος  των ΗΠΑ, στη χώρα διαβιούσε μεγάλος αριθμός  Γερμανών μεταναστών.

Τον Ιανουάριο του 1795,  ορισμένοι εξ αυτών   κατέθεσαν  επίσημη πρόταση  στο Κογκρέσο να μεταφράζονται οι ομοσπονδιακοί νόμοι στα γερμανικά, να τυπώνονται σε μικρό αριθμό  αντιτύπων και να μοιράζονται στους Γερμανούς μετανάστες προς  διευκόλυνσή τους.  Όμως γρήγορα φάνηκε ότι η πρόταση αυτή δε θα πλειοψηφούσε. Για αυτό οι υποστηρικτές της πρότασης - που το είχαν αντιληφθεί - ζήτησαν να μην αποφασίσει άμεσα το Κογκρέσο, αλλά να αναβληθεί η συζήτησή του για κάποιο διάστημα. Το αίτημα αυτό για αναβολή  καταψηφίστηκε με 42 έναντι 41 ψήφων, με μια μόνο ψήφο διαφορά. Έτσι, η πρόταση για τη μετάφραση των νόμων στη γερμανική γλώσσα  τέθηκε κανονικά στην ημερήσια διάταξη και καταψηφίστηκε και αυτή.

Το αίτημα δηλαδή αναβολής της συζήτησης για τη μετάφραση των νόμων στη γερμανική γλώσσα  -και όχι το αντικείμενο της το ίδιο  -έχασε με μια ψήφο διαφορά.. Αυτή η οριακή ψηφοφορία για μια απλή μετάφραση επίσημων αμερικανικών κρατικών  εγγράφων στη γερμανική γλώσσα παραποιήθηκε αργότερα από Γερμανούς εθνικιστές  και παρουσιάστηκε  ως μάχη για την καθιέρωση της γερμανικής γλώσσας ως επίσημης γλώσσας του αμερικανικού κράτους. Με τα χρόνια ο μύθος των Γερμανών υιοθετήθηκε και από άλλους λαούς - μεταξύ των οποίων και από  εμάς τους Έλληνες- που αντικαταστήσαμε τα γερμανικά με την ελληνική γλώσσα- και μάλιστα ως ψηφοφορία για την καθιέρωσή  της γλώσσας μας  ως επίσημης γλώσσας του αμερικανικού κράτους - για να ικανοποιήσουμε την εθνική μας υπερηφάνεια,  το εθνικό  μας μεγαλείο, που χάθηκε στις λεπτομέρειες.

Το απόλυτα τραγελαφικό είναι ότι τον εν λόγω μύθο επικαλέστηκαν ακόμα και επίσημα αμερικανικά χείλη: ο Χένρι Τάσκα -πρέσβης των ΗΠΑ στην Αθήνα τη δεκαετία του 1970 -ανέφερε σε δήλωσή του τα περί της ψηφοφορίας , αποκαλύπτοντας μάλιστα και το όνομα του ανθρώπου, του οποίου η ψήφος έκρινε το τελικό αποτέλεσμα: «αν δεν  ήτο η ψήφος εκείνη, του Δανιήλ Ουέμπστερ  αρνητική, αλλά ήταν  θετική -δήλωσε- δε  θα ευρισκόμην  ενώπιον υμών ομιλών την αγγλικήν». Πιθανότατα επρόκειτο για τον Ντάνιελ Γουέμπστερ (Daniel Webster) (1782-1852) μέλος του Κογκρέσου και υπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ, ο οποίος χρεώθηκε τον ανθελληνικό ρόλο, που του επιφύλασσε ο μύθος και ο οποίος στην πραγματικότητα - το 1824, σε ομιλία του στο Κογκρέσο-  είχε τοποθετηθεί θερμά υπέρ της Ελληνικής Επανάστασης και είχε στραφεί  και εναντίον της Ιερής Συμμαχίας, την οποία είχε καταδικάσει.

Επίσης -κάποιες πηγές- παραθέτουν απόσπασμα ομιλίας του Ξενοφώντα Ζολώτα ( 1904-2004) οικονομολόγου και πρώην πρωθυπουργού, ο οποίος επίσης αναφερόταν στην ψηφοφορία αυτή ως πραγματικό γεγονός.

Τελικά όμως, αυτή η εμμονή μας να θυσιάζουμε -επίσημοι και ανεπίσημοι Έλληνες- τα γεγονότα στον βωμό μιας εθνικής αυτοεπιβεβαίωσης είναι  ένα σύμπτωμα, που κρατά την ιστορική μας συνείδηση εγκλωβισμένη. Η αποκαθήλωση τέτοιων εθνικών μύθων και η ανάδυση της αλήθειας δεν αποτελεί στείρα άσκηση της ιστοριογραφίας, αλλά μια βαθιά πράξη πνευματικής χειραφέτησης.

Αν θέλουμε πραγματικά να βαδίσουμε προς το μέλλον, οφείλουμε να κατανοήσουμε ότι το εθνικό μας γόητρο δεν απειλείται από την αλήθεια, αλλά από την παρηγορητική μας ανάγκη να οχυρωνόμαστε πίσω από κατασκευασμένα παραμύθια.

Μόνο αν αποτάξουμε τον συλλογικό μας ναρκισσισμό, θα μπορέσουμε να αντικρίσουμε καθαρά ποιοι είμαστε –και κυρίως- ποιοι έχουμε τη δύναμη να γίνουμε.