Για χρόνια, τέτοιες πρακτικές βαφτίζονται “ρουσφέτι”, μια ανεκτή λέξη από την κοινωνία, που περιγράφει την ελληνική πραγματικότητα. Όμως πίσω από τον όρο αυτό κρύβεται κάτι πολύ πιο σοβαρό. Η άνιση μεταχείριση ανθρώπων που θα έπρεπε να κρίνονται με ίσους όρους.
Οι παρεμβάσεις της Ένωσης δεν αποκαλύπτουν απλώς την ανάγκη βελτίωσης μιας διαδικασίας, αλλά ξεγυμνώνουν ένα σύστημα που για χρόνια λειτουργούσε με όρους πελατειακών εξυπηρετήσεων. Οι αποσπάσεις δεν καθορίζονταν από κανόνες, αλλά από παρεμβάσεις. Και αυτό δεν ήταν μυστικό ήταν μια κανονικοποιημένη πρακτική.
Βεβαίως, ευθύνη υπάρχει και στους ωφελούμενους της κατάστασης και δεν μπορεί να αγνοηθεί. Υπάρχουν όλοι αυτοί που συμμετείχαν σε αυτή τη λογική και τη διαιώνισαν. Όμως είναι υπερβολικά εύκολο και βολικό να μετακυλίεται όλο το βάρος σε αυτούς που βρέθηκαν να ωφελούνται. Γιατί η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη και λιγότερο “βολική”.
Για πολλούς, αυτή δεν ήταν μια από τις επιλογές τους, αλλά ο μοναδικός δρόμος που υπήρχε. Μέσα σε ένα περιβάλλον γραφειοκρατίας και αδιαφάνειας που δεν διασφαλίζεται η ισονομία, η προσφυγή σε “παρεμβάσεις” δεν ήταν πάντα θέμα προτίμησης, αλλά ανάγκης. Όταν γνωρίζεις εκ των προτέρων ότι οι θεσμικές διαδικασίες δεν λειτουργούν δίκαια, πόσο ρεαλιστικό είναι να περιμένεις ότι θα σταθείς μόνος σου απέναντι σε έναν μηχανισμό που δεν σε προστατεύει;
Και αυτή η κατάσταση είναι που δεν αθωώνει το σύστημα, αλλά το επιβαρύνει ακόμη περισσότερο. Γιατί αποδεικνύει ότι δεν παρήγαγε απλώς αδικίες, αλλά ανάγκαζε τους ίδιους τους πολίτες να προσαρμοστούν σε αυτές για να επιβιώσουν μέσα του.
Για χρόνια, το ρουσφέτι βαφτιζόταν “κανονικότητα” και η αδικία αντιμετωπιζόταν ως φυσιολογική. Αυτό δεν είναι απλώς στρέβλωση, είναι θεσμική εκτροπή. Και όσο το αυτονόητο χρειάζεται πραγματικά να διεκδικηθεί, τόσο επιβεβαιώνει πόσο χαμηλά είχε τεθεί ο πήχης.



