Σύμφωνα με την έρευνα, πολλά από τα πρόσωπα που συμμετείχαν στο κύκλωμα δεν είχαν καμία απολύτως σχέση με τον αγροτικό τομέα.
Στα χέρια των Αρχών βρίσκονται 17 άτομα, τα οποία φέρονται να εμπλέκονται σε εγκληματική οργάνωση που αποσπούσε παράνομα αγροτικές ενισχύσεις από τον ΟΠΕΚΕΠΕ μέσω ψευδών δηλώσεων και πλαστών εγγράφων.
Ανάμεσα στους συλληφθέντες περιλαμβάνονται έξι αρχηγικά στελέχη, τρία βασικά μέλη και ακόμη οκτώ πρόσωπα που εμφανίζονταν ως αιτούντες και λήπτες των επιδοτήσεων.
Οι συλλήψεις έγιναν κατά τη διάρκεια μεγάλης συντονισμένης επιχείρησης της Υποδιεύθυνσης Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος Βορείου Ελλάδος σε Θεσσαλονίκη, Σέρρες, Κιλκίς, Καβάλα και Αθήνα, ενώ οι κατηγορούμενοι αναμένεται να οδηγηθούν στον εισαγγελέα πρωτοδικών Θεσσαλονίκης.
Στη δικογραφία περιλαμβάνονται συνολικά 317 κατηγορούμενοι. Από αυτούς, οι 302 φέρονται να έλαβαν παράνομα επιδοτήσεις, ενώ 15 ακόμη υπέβαλαν ψευδείς δηλώσεις που τελικά απορρίφθηκαν.
Σύμφωνα με την έρευνα, πολλά από τα πρόσωπα που συμμετείχαν στο κύκλωμα δεν είχαν καμία απολύτως σχέση με τον αγροτικό τομέα. Μεταξύ αυτών εντοπίστηκαν καθαρίστρια, ανειδίκευτοι εργάτες, οδηγοί φορτηγών, διανομείς και υπάλληλοι καταστημάτων υγειονομικού ενδιαφέροντος.
Η έρευνα του Τμήματος Δίωξης Οικονομικών Εγκλημάτων ξεκίνησε τον Νοέμβριο του 2025, έπειτα από εισαγγελική παραγγελία, και αποκάλυψε ότι η οργάνωση δρούσε τουλάχιστον από το 2019, έχοντας δομημένη ιεραρχία, διακριτούς ρόλους και δράση σε πολλές περιοχές της χώρας.
Πώς έστηναν τις ψεύτικες δηλώσεις
Κομβικό ρόλο φέρονται να είχαν δύο υπάλληλοι Κέντρων Υποδοχής Δηλώσεων, οι οποίοι αξιοποιούσαν τις γνώσεις τους στο σύστημα υποβολής αιτήσεων ενίσχυσης. Τα μέλη της οργάνωσης εντόπιζαν αγροτεμάχια που δεν είχαν δηλωθεί και τα καταχωρούσαν ψευδώς ως μισθωμένα στις αιτήσεις που υπέβαλλαν στον ΟΠΕΚΕΠΕ.
Τα αγροτεμάχια βρίσκονταν συχνά εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά από τον τόπο κατοικίας των δήθεν καλλιεργητών, γεγονός που καθιστούσε πρακτικά αδύνατη οποιαδήποτε αγροτική δραστηριότητα.
Μάλιστα, στις επίμαχες αιτήσεις εμφανίζονταν ως εκμισθωτές περισσότερα από 1.500 φυσικά πρόσωπα, ενώ σε πολλές περιπτώσεις οι φερόμενοι ιδιοκτήτες είτε δεν είχαν καμία σχετική περιουσία είτε διέθεταν ακίνητα σε εντελώς διαφορετικές περιοχές.
Για να δώσουν νομιμοφάνεια στις δηλώσεις, επισύναπταν στο ηλεκτρονικό σύστημα έγγραφα που υποτίθεται ότι αποδείκνυαν μισθώσεις ή κατοχή αγροτεμαχίων. Ωστόσο, οι αστυνομικοί εντόπισαν:
167 λευκές σελίδες,
136 άσχετα έγγραφα με αποσπάσματα του Κώδικα Πράξεων Διεθνούς Ανθρωπιστικού Δικαίου,
64 ανυπόγραφα μισθωτήρια,
41 μισθωτήρια με εμφανώς φωτοτυπημένο γνήσιο υπογραφής,
φωτοαντίγραφα ταυτοτήτων, υπεύθυνες δηλώσεις και άλλα άσχετα έγγραφα.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, μάλιστα, είχαν κατατεθεί συμφωνητικά μίσθωσης που φέρονταν να έχουν υπογραφεί μετά τον θάνατο του υποτιθέμενου εκμισθωτή, συνοδευόμενα ακόμη και από… γνήσιο υπογραφής.
«Μαϊμού» εγγραφές στο Ε9 και τραπεζικοί λογαριασμοί
Οι Αρχές εντόπισαν και προσχηματικές μεταβολές στο Ε9, όπου αγροτεμάχια δηλώνονταν προσωρινά ως περιουσιακά στοιχεία και στη συνέχεια διαγράφονταν με αιτιολογίες όπως «εκ παραδρομής καταχώριση» ή «λάθος καταχώριση».
Από τις 946 αιτήσεις ενίσχυσης που υποβλήθηκαν από το 2019 έως το 2024, οι 790 έγιναν μέσω κωδικών taxisnet των αιτούντων, ενώ τουλάχιστον 68 υποβλήθηκαν μέσω των ΚΥΔ όπου εργάζονταν οι εμπλεκόμενοι υπάλληλοι.
Παράλληλα, οι αστυνομικοί διαπίστωσαν ότι πολλές αιτήσεις υποβάλλονταν από συγκεκριμένες IP διευθύνσεις που συνδέονταν με συγγενικά πρόσωπα των εμπλεκόμενων υπαλλήλων, στοιχείο που – σύμφωνα με τις Αρχές – δείχνει κεντρικό έλεγχο της διαδικασίας από τον ηγετικό πυρήνα.
Πώς «ξέπλεναν» τα χρήματα
Η έρευνα αποκάλυψε ότι τα χρήματα από τις παράνομες επιδοτήσεις διοχετεύονταν αρχικά σε λογαριασμούς των αιτούντων και στη συνέχεια κατέληγαν στα αρχηγικά μέλη είτε μέσω τραπεζικών μεταφορών είτε με αναλήψεις μετρητών.
Από το 2022 και μετά, η οργάνωση φέρεται να άλλαξε τακτική, χρησιμοποιώντας τραπεζικούς λογαριασμούς βασικών και αρχηγικών στελεχών, ώστε οι επιδοτήσεις να πιστώνονται απευθείας εκεί και να αποφεύγονται ύποπτες συναλλαγές μεταξύ των εμπλεκομένων.
Σύμφωνα με τις Αρχές, μέρος των χρημάτων χρησιμοποιήθηκε για αγορά ακινήτων, οχημάτων, γεωργικών μηχανημάτων και αγροτεμαχίων, ενώ σε άλλες περιπτώσεις τα μέλη του κυκλώματος φέρονται να αξιοποιούσαν διαδικτυακό στοιχηματισμό ώστε να εμφανίζονται τα ποσά ως κέρδη από τυχερά παιχνίδια.
Κατά τις έρευνες δεσμεύτηκαν τραπεζικοί λογαριασμοί 26 εμπλεκόμενων φυσικών και νομικών προσώπων, τραπεζικές θυρίδες τεσσάρων συλληφθέντων, αλλά και ακίνητα περιουσιακά στοιχεία.
Τι κατέσχεσαν οι Αρχές
Κατά τις έρευνες σε οκτώ σπίτια και δύο Κέντρα Υποδοχής Δηλώσεων κατασχέθηκαν:
302.825 ευρώ,
18 χρυσές λίρες,
12 αυτοκίνητα,
δίκυκλο,
πέντε τρακτέρ και αγροτικό μηχάνημα,
τραπεζικές κάρτες,
13 κινητά τηλέφωνα,
ηλεκτρονικοί υπολογιστές και ψηφιακά μέσα αποθήκευσης,
σφραγίδες επιχειρήσεων,
πλήθος υπεύθυνων δηλώσεων και ιδιωτικών συμφωνητικών,
χειρόγραφες σημειώσεις με κωδικούς taxisnet τρίτων προσώπων.
Η μέχρι στιγμής έρευνα εκτιμά ότι η συνολική ζημία σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Ελληνικού Δημοσίου ξεπερνά τα 4,5 εκατομμύρια ευρώ.
Οι συλληφθέντες θα οδηγηθούν στην αρμόδια εισαγγελική Αρχή.