Τετάρτη, 28 Φεβρουαρίου 2024, 8:34:20 μμ
Δευτέρα, 11 Δεκεμβρίου 2023 20:26

Η μαμά είναι δικιά μου

Γράφει ο Μάκης Ιωσηφίδης.

Τα δύο αδελφάκια, ο Γιωργάκης κι ο Πάνος ηλικίας έξι και πέντε χρονών, μαλώνουν ως συνήθως. Τραβάει ο Γιωργάκης το χέρι της μάνας προς το μέρος του, τραβάει κι ο Πάνος με πείσμα το άλλο χέρι της μάνας προς το δικό του μέρος.

- Η μαμά είναι δικιά μου, φωνάζει ο Γιωργής.

 

- Όχιιιιι, ωρύεται ο Πανούλης, δικιά μου είναι η μαμά.

Χαμογελάει ευτυχισμένη η Αριστέα. ‘’Με λατρεύουν τα αγόρια μου’’ σκέφτεται ‘’όπως τα λατρεύω κι εγώ’’.

Κάθεται στον καναπέ και παίρνει τα δυο καμάρια της στην αγκαλιά της.

-Μη μαλώνετε. Είμαι η μαμά και των δυο σας και σας αγαπώ το ίδιο.

Και τα χρόνια πέρασαν. Η Αριστέα με τον άντρα της τον Αντρέα, μεγάλωσαν τα δυο τους παιδιά και τα σπούδασαν. Με αιματηρές οικονομίες έφτιαξαν ακίνητη περιουσία για να τα αποκαταστήσουν οικονομικά. Τα παιδιά τακτοποιημένα επαγγελματικά καλοπαντρεύτηκαν και χάρισαν στους γονείς τους τέσσερα εγγόνια που ουσιαστικά ο παππούς και η γιαγιά τα μεγάλωσαν και αυτά.

Τα γεράματα χτύπησαν την πόρτα και πρώτος άφησε τον μάταιο αυτόν κόσμο ο παππούς Αντρέας. Έμεινε μόνη της η Αριστέα κι εκεί γύρω στα 86 της χρόνια έπεσε. Δεν μπορεί πια να αυτοεξυπηρετηθεί και πρέπει να την αναλάβει κάποιος από τους δυο της γιους.

Γίνεται έκτακτο οικογενειακό συμβούλιο. Ο Γιώργος λέει ότι πρέπει να την πάρει ο Πάνος επειδή ως μικρότερο του είχε αδυναμία η μάνα και του έκανε όλα τα χατίρια. Ο Πάνος λέει ότι ο Γιώργος ως μεγαλύτερος διάλεγε πάντα πρώτος και έπαιρνε το φιλέτο από την πατρική περιουσία.

- Δικιά σου μάνα είναι Γιώργο, πήρες το γωνιακό διαμέρισμα που ήταν προίκα της και εμένα μου έμεινε το πατρικό σπίτι που ήθελε ένα κάρο λεφτά για να το ανακαινίσω.

- Η μάνα είναι δικιά σου Πανούλη. Ξέχασες ότι μετά τον θάνατο του πατέρα σού έδωσε το εξοχικό στη Χαλκιδική;

Όσο για τις νύφες, καμιά δεν θέλει να φορτωθεί την πεθερά. Άλλωστε ό,τι ήταν να πάρουν το πήρανε. Τους τα έγραψαν όλα τα πεθερικά τους εν ζωή.

Μ’ αυτά και μ’ αυτά κατέληξε στο φτηνό γηροκομείο η Αριστέα και ακόμα δεν κατάλαβε κανείς ποιανού μάνα ήταν τελικά.

Πλησιάζουν Χριστούγεννα και οι δυο οικογένειες προετοιμάζονται για τη γέννηση του Θεανθρώπου. Σαράντα μέρες νηστεία πριν τη μεγάλη γιορτή. ‘’Αααα….τα κρατάμε εμείς αυτά όχι σαν κάτι άλλους…’’. Στολισμός του χριστουγεννιάτικου δέντρου, εκκλησιασμός την παραμονή και γεμιστή γαλοπούλα ανήμερα παρέα με τα νόστιμα μελομακάρονα. ‘’Τα τηρούμε εμείς τα έθιμα. Ή είμαστε Χριστιανοί ή δεν είμαστε, αμ πώς’’.

Το σπίτι του Γιώργου μοσχοβολάει από την γεμιστή γαλοπούλα που ετοίμασε η μαμά Έφη. Ο Γιώργος όρθιος στο παράθυρο παρακολουθεί τους δυο γιους του να μαλώνουν τραβώντας ο καθένας τη μάνα προς το μέρος του.

- Η μαμά είναι δικιά μου, φωνάζει ο Αντρίκος.

- Όχιιιιι, ωρύεται ο Κωστής, δικιά μου είναι η μαμά.

Χαμογελάει ευτυχισμένη η Έφη. ‘’Με λατρεύουν τα αγόρια μου’’ σκέφτεται ‘’όπως τα λατρεύω κι εγώ’’.

Κάθεται στον καναπέ και παίρνει τα δυο καμάρια της στην αγκαλιά της.

  • Μη μαλώνετε. Είμαι η μαμά και των δυο σας και σας αγαπώ το ίδιο.

Ο Γιώργος είναι σκεφτικός. Κάτι του θυμίζει αυτή η εικόνα, κάτι του  θυμίζει…αλλά τι;

Και ξαφνικά θυμάται. Χάνει το χαμόγελό του και χλωμιάζει.

- Τι έπαθες αγάπη μου; ρωτάει η Έφη. Γιατί έχασες το κέφι σου;

- Τίποτα αγάπη μου, κάτι αδιάφορο θυμήθηκα, μη δίνεις σημασία.

Βραδιάζει και στο φθηνό γηροκομείο η  γιαγιά Αριστέα προσπαθεί μάταια να κοιμηθεί.

Ξεχασμένη από Θεό κι ανθρώπους…