espa pkm

Τρίτη, 24 Φεβρουαρίου 2026, 1:02:27 μμ
Τρίτη, 24 Φεβρουαρίου 2026 12:17

Γιατί οι άνθρωποι απορρίπτουν την πολιτική

Γράφει η Ιωάννα Παγλαρίδου.

 

«Δεν ασχολούμαι με την πολιτική». Μια φράση που ακούγεται όχι μόνο από τους νέους αλλά και από τους μεγαλύτερους ανθρώπους. Όχι από αδιαφορία ή άγνοια απαραίτητα. Ίσως από απογοήτευση ή και συνειδητή απόρριψη των ιδεών, των αξιών και του τρόπου με τον οποίο ασκείται η πολιτική.

Η πολιτική όμως είναι παντού. Είναι στον τρόπο που φερόμαστε στο δημόσιο χώρο, είναι στο πώς φερόμαστε στους «άλλους», στους ξένους, στους αδύναμους. Είναι η επιλογή μας να δείχνουμε σεβασμό ή να αναπαράγουμε στερεότυπα. Είναι στις καθημερινές μας πράξεις, στα πιστεύω μας .

Παρόλα αυτά, όταν μιλάμε για πολιτική ζωή, το μυαλό πηγαίνει σχεδόν αυτόματα σε επετείους, καταθέσεις στεφανιών και τελετουργίες όπου αδιάκοπα αναπαράγονται οι ίδιοι και οι ίδιοι συμβολισμοί. Μια πολιτική που μοιάζει να έχει μείνει κολλημένη στο παρελθόν, εγκλωβισμένη σε παραδοσιακές φόρμες που δεν αγγίζουν τις αγωνίες του σήμερα και που επιδιώκει να αποδείξει την πίστη και την αφοσίωση στην πατρίδα, στοιχεία τα οποία αποτελούν γερά χαρτιά για το πιο παραδοσιακό κομμάτι της κοινωνίας.

Η σκηνή θα μπορούσε να είναι από ελληνική ταινία. Ασπρόμαυρη. Στημένη. Οικεία μέχρι ανίας.

Ωστόσο, τι γίνεται με όλους εκείνους που αμφισβητούν, απορρίπτουν την σκηνοθεσία της πατριωτικής αισθητικής, καθώς θεωρούν ότι η αγάπη για την Ελλάδα  θα πρέπει να εκφράζεται λιγότερο μέσα από το «φαίνεσθαι» και περισσότερο μέσα από το «πράττειν». Όχι με δηλώσεις, αλλά με πράξεις. Όχι μόνο από την επανάληψη εικόνων του παρελθόντος, αλλά και από την ενεργή συμμετοχή στο παρόν.

Είναι η πατρίδα μονάχα μνήμη;

Μήπως, λοιπόν, οι άνθρωποι δεν απορρίπτουν την πολιτική καθεαυτή, αλλά τον παλαιικό τρόπο που αυτή εκφράζεται; Μήπως οι τελετές, που κάποτε είχαν ρόλο κοινωνικής συνοχής, σήμερα λειτουργούν περισσότερο ως πυρήνας που συσπειρώνει και απευθύνεται κυρίως σε όσους είναι ήδη «πιστοί» στην υπάρχουσα πατριωτική πολιτική αφήγηση; Αντί να αποτελούν ζωντανό χώρο συνάντησης ιδεών και προβληματισμών και προτάσεων, συχνά μοιάζουν να περιορίζονται στο να συντηρούν μια αίσθηση ενότητας, αλλά χωρίς να εμπλέκουν ενεργά το σύνολο της κοινωνίας. Έτσι, η πολιτική ζωή συχνά περιορίζεται σε αναπαραγωγή συμβόλων, αντί για αναμέτρηση με το σήμερα. Απευθύνεται στους ίδιους κύκλους και αναπαράγει τα ίδια μηνύματα.

Οι τελετές δεν στερούνται αξίας· μπορούν να εμπνέουν, να υπενθυμίζουν, να συγκινούν. Όμως, όταν μετατρέπονται σε αυτοσκοπό, όταν επιδιώκουν απλώς να συντηρήσουν μια εικόνα σταθερότητας και συνέχειας, τότε παύουν να συνδέονται με τη ζώσα πραγματικότητα και καταλήγουν να υποκαθιστούν αντί να τροφοδοτούν  τον αληθινό, ουσιαστικό δημόσιο διάλογο.

Η αλλαγή δεν θα έρθει από το παρελθόν. Θα έρθει από το παρόν και το μέλλον. Από τη στιγμή που οι πολίτες θα αρχίσουν να βλέπουν την πολιτική όχι σαν ένα θέατρο σκηνοθετημένο από άλλους, αλλά σαν ένα εργαλείο με το οποίο μπορούν να διαμορφώσουν τη ζωή τους.

Για να γίνει αυτό, όμως, χρειάζεται και οι «παλιοί» να ακούσουν. Να μην κρύβονται πίσω από το "έτσι τα βρήκαμε". Να δώσουν χώρο, φωνή σε άλλους και σε άλλες

Γιατί μέσα σε αυτή την ηχηρή φλυαρία τους, λείπουν άλλες φωνές. Λείπουν όχι επειδή δεν έχουν λόγο ή άποψη, αλλά γιατί δεν τους δίνεται ο χώρος – ή ακόμα και γιατί αποθαρρύνονται από το να μιλήσουν. Όταν η δημόσια πολιτική ζωή μοιάζει ασφυκτικά κλειστή, πώς να πιστέψει ο σκεπτόμενος πολίτης ότι μπορεί να ακουστεί;

Αυτός ο δημόσιος λόγος συχνά ασαφής και δογματικός δεν πείθει και σίγουρα δεν εμπνέει. Δεν προκαλεί τον διάλογο. Και ίσως γι’ αυτό, οι πολίτες απορρίπτουν την ενασχόληση με τα κοινά. Ίσως γι’ αυτό η πολιτική μοιάζει – και πολλές φορές είναι – ξένη και κουραστική.

Κι όλα αυτά στην εποχή που η πληροφορία διαδίδεται σε δευτερόλεπτα, που ο κόσμος αλλάζει κάθε μέρα και οι πολιτικοί μας παραμένουν εγκλωβισμένοι στον μικρόκοσμό τους, χάνοντας κάθε ουσιαστική επαφή με την κοινωνία. Αντιστέκονται με σθένος – σχεδόν με φόβο – σε κάθε τι καινούργιο και προοδευτικό. Οτιδήποτε θα μπορούσε να ενώσει το χθες με το σήμερα και να δώσει νόημα στο αύριο, το απορρίπτουν, μην τυχόν και διαταραχθεί η ισορροπία του παλιού συστήματος.

 Γιατί δεν ξέρουν τι να κάνουν μετά.

Δεν γνωρίζουν άλλον τρόπο.

Κι έτσι, αποκόπτονται. Χάνουν τη σύνδεση με όλους εκείνους που δεν συγκινούνται με την παράδοση και τους συμβολισμούς, με όσους δεν συγκινούνται από τυμπανοκρουσίες, λόγους σε εξέδρες και τελετουργίες. Είναι αυτοί που, κάθε μέρα φωνάζουν: «ΕΙΜΑΣΤΕ ΚΙ ΕΜΕΙΣ ΕΔΩ». Κι αυτό που παίρνουν πίσω είναι σιωπή. Οπότε απαντούν κι αυτοί με τη δική τους σιωπή την ώρα της κρίσης:
«Σας αγνοούμε κι εμείς.»

Και κάπως έτσι, σοβαροί άνθρωποι δεν μπαίνουν στα κοινά.

Και γιατί να το κάνουν άλλωστε;
Για να αποδεικνύουν τον πατριωτισμό τους με τελετουργίες;
Για να παίξουν σε μια κακογραμμένη επανάληψη της ίδιας παλιάς σκηνής;

Έτσι αναπαράγεται το παλιό.

Όχι γιατί επιβάλλεται ή γιατί είναι ουσιαστικό.

Αλλά γιατί δεν υπάρχει κάτι που να το αμφισβητεί σοβαρά.