espa pkm

Τρίτη, 13 Ιανουαρίου 2026, 2:22:33 μμ
Τρίτη, 13 Ιανουαρίου 2026 13:53

Ο Μίτος του Κωστίκα

Του Θεοφύλακτου Παγλαρίδη.

 

Τώρα που έσφιξαν τα κρύα κι ο (αναμενόμενος) χιονιάς τ’ αρνάκια θα παγώνει, αλλάζει κι ο χάρτης των αναγκών ανά ηλικία.

Στις νοικοκυρές φορ εξάμπλ - να ακονίσουμε και τα ισχνά αγγλικά μας- ταπεινούται  ως πρώτη πληγή η ακρίβεια κι ανέρχεται στη σκάλα του κακού η κλεισούρα. Που να βγεις να πάρεις τον αέρα σου και να ησυχάσεις λίγο από τον κακοχρονεμένο Γιωρίκα που έχει θρονιαστεί στο σαλόνι και δεν λέει να ξεκολλήσει απ΄ τα ποδόσφαιρα…

Ανάλογες αναθεωρήσεις των πιεστικότερων αναγκών και προβλημάτων τους επιβάλλει ο τσουχτερός Βαρδάρης σε όλες τις ηλικιακές ομάδες. Και προς επίρρωση ιδού τα βάσανα του Κωστίκα σε ένα μικρό χωριό του Κιλκίς.

Καβατζάριζε τα 80 ο Κωστίκας και μόνος του αντιμετώπιζε τις δυσκολίες της ζωής και του χειμώνα. Η συμβία του προ πολλού τον είχε χαιρετίσει με αποτέλεσμα αντί να βρει την ησυχία του να δέχεται καθημερινά το πείραγμα των συγχωριανών του: Βρε θηρίο, πως τα κατάφερες; Συνήθως εκείνες μας ξαποστέλνουν…

Αλλά ο Κωστίκας απτόητος. Απολάμβανε τα αγαθά της ζωής όπως μπορούσε κι όταν μπορούσε. Αλλά ο Χειμώνας σταδιακά του δημιουργούσε προβλήματα αξεπέραστα.

 Όχι, δεν ήταν η δυσκολία στη μετακίνηση. Ούτε το οικονομικό στη μέση. Είχε τον τρόπο του, ελάμβανε και μερίδιο από τη σύνταξη της εκλιπούσης συμβίας οπότε μια χαρά τα κουτσοκατάφερνε.

Άλλο ήταν το ζόρι του. Χειμώνας καιρός και τότε δεν ήταν οι τωρινές ανέσεις στη διάθεσή του. Ούτε κλιματισμός, ούτε κεντρική θέρμανση, ούτε τουαλέτες εντός της οικίας.

Τότε οι τουαλέτες ή τέλος πάντων ό,τι πλησίαζε σ’ αυτές, ήταν εξωτερικές. Συνήθως στην άκρη του οικοπέδου. Τέσσερις τοίχοι, μια λαμαρίνα για σκεπή κι ένα τσουβάλι περασμένο σε σύρμα να λειτουργεί σαν πόρτα.  Κι άντε εσύ γενναίε να κάνεις την ανάγκη σου στους μείον 10 βαθμούς.

Οι γηραιότεροι γνωρίζετε από πρώτο χέρι τους κανόνες λειτουργίας της διάσημης Χρείας, όπως  αποκαλούν οι Πόντιοι το Αποχωρητήριο. Την τουαλέτα όπως τη λένε οι λοιποί Ευρωπαίοι.

Αλλού σκόνταφτε ο Κωστίκας. Στο …ψιλό του που ήταν και συνηθέστερο, έπρεπε νωρίτερα να βρει τον πάλαι ποτέ σωλήνα του.

Ήταν που τα χρόνια τον κατέστησαν (τον σωλήνα) σχεδόν αθέατο, κάθε χειμώνα στα γηρατειά του ο πρώην σωλήνας  ακολουθούσε το θερμόμετρο σε αρνητικές τιμές.

Και σαν να μην έφταναν όλα ετούτα, προσθέστε και τις αλλεπάλληλες στρώσεις με σκουτιά, πυτζάμες, παντελόνια και διπλά παντελόνια, στρώσεις που χώριζαν το χέρι του Κωστίκα από τον σωλήνα απορροής.

Και να πιέζεται ο Κωστίκας κάθε που γέμιζαν οι νεφροί του, να ψάχνει αγωνιωδώς ανάμεσα σε παντελόνια, πυτζάμες και σκουτιά και να μην ανακαλύπτει  τον σωλήνα εκτόνωσης – αυτόν που ταπεινώθηκε αναιτίως και λόγω ψύχους.

Μια στις δυο φορές  μέχρι να πάει στην Χρεία τα έκανε πάνω του.

Και με βρεγμένο παντελόνι άντε να πας καφενείο να παίξεις ένα 66, μια κοντσίνα, μια πρέφα, ένα μπουρλότο να σκοτώσεις την ώρα σου.

Αφήστε που κάθε τόσο αποδεικνύονταν ψευδής ο συναγερμός. Έτρεχε να προλάβει ο Κωστίκας κι ύστερα από λυσσώδη αναζήτηση απλώς η βρύση – σόρι, ο σωλήνας- έσταζε.

Αυτό ήταν το βάσανο του Κωστίκα. Η ενδελεχής και μακρού χρόνου έρευνα, συνηθέστατα αναποτελεσματική οδηγούσε σε απελπισία. Και ως μάρτυς και υποκείμενο βασανισμού πρωτόγνωρου βοούσε εις επήκοον του μισού χωριού:

Τ’ αστόχ, μερ επήεν κ’ εχάθεν;

Πρόχειρη μετάφραση: Το ρημάδι που πήγε και χάθηκε

Το εν λόγω ρημάδι όμως δεν ήταν χαμένο. Στη θέση του ήταν. Αλλά είπαμε. Είχε ταπεινωθεί λόγω χρόνου και έλαβε αρνητικές τιμές λόγω ψοφόκρυου. Και δεν λογαριάζουμε τις στρώσεις με σκουτιά και παντελόνια

Το καθημερινό βασανιστήριο του Κωστίκα γρήγορα μαθεύτηκε στο χωριό. Αφήστε που δεν αποτελούσε πρωτόγνωρο γεγονός. Οι μισοί γέροντες ήταν ομοιοπαθείς. Μόνο που ο Κωστίκας λόγω της βροντώδους απελπισίας του είχε φορτωθεί ολόκληρο το σταυρό του μαρτυρίου. Και όταν κατάφερνε να πάει στεγνός στο καφενείο, αντιμετώπιζε την καζούρα των γειτόνων του.

Ντο έντον Κώστικα; Έβρες το αστόχ οσήμερον

(Τι έγινε Κωστίκα; Βρήκες σήμερα το ρημάδι;)

Και να τα χάχανα διότι ο γείτονας έτσι και σε πάρει στο ψιλό, ένας τρόπος υπάρχει να ξεμπλέξεις: Να του αποδείξεις πως είσαι εξυπνότερος από εκείνον.

Το πήρε από εδώ, το εξέτασε από εκεί και ως γνήσιος απόγονος του Θαλή και του Ευκλείδη ο Κωστίκας επιτέλους βρήκε τη λύση. Απλή έως απλοϊκή, αλλά απολύτως λειτουργική: Σαν το αυγό του Κολόμβου.

Βρήκε ένα γερό σπάγκο,  έναν ραφίδ’, από εκείνον που δένανε τα σακιά κι έπραξε το αυτονόητο: Έδεσε εξαρχής τον σωλήνα απορροής ο οποίος υπό θερμές συνθήκες διατηρούσε τιμές άνω του μηδενός και περνώντας τον σπάγκο από τα διαδοχικά στρώματα παντελονιών, πυτζαμών, και σκουτιών  τον έβγαλε και τον έδεσε στην ζώνη του. Και στην ώρα της ανάγκης ο σπάγκος λειτουργούσε ως ο μίτος της Αριάδνης για τον Θησέα. Μόνο που εκείνος με τον μίτο βρήκε την έξοδο από το Λαβύρινθο, ενώ ο Κωστίκας με τον δικό του μίτο, τον σπάγκο,  επιτελούσε ταπεινότερο άθλο. Έβρισκε τον …σωλήνα του!

Η μαθηματική σκέψη του Κωστίκα απέφερε καρπούς.

Ο σπάγκος, όσο δεν έσπαγε,  έκανε το θαύμα του. Κι όταν έσπαγε αντικαθίστατο αυθωρεί και παραχρήμα. Αποτέλεσμα; Ο Κωστίκας όλο και συχνότερα εμφανιζόταν στο καφενείο.

Κι όταν τον πείραζαν οι γείτονες: Κώστικα, οσήμερον πα έβρες τ’ αστόχ’;

Είχε πρόχειρη την απάντηση: Ας έν καλά ο σπάγκον.

Κι από τότε οι αμείλικτοι γείτονες του κόλλησαν το προσωνύμι: Ο Κωστίκας ο σπάγκον.

Αλλά ο Κωστίκας βρήκε την υγειά του. Ίσα ίσα, και στεγνός κυκλοφορούσε κι όσοι δεν ήξεραν κι άκουγαν το «σπάγκος» απέφευγαν να του ζητούν και δανεικά.