Ατενίζει με συγκίνηση την φωτογραφία τους και το όνομά τους χαραγμένο πάνω στον σταυρό. Αυτήν την φορά έχει χρόνο και αποφασίζει να δει και άλλους τάφους για να αναπολήσει πρόσωπα του χωριού του που έσβησαν στο διάβα της ζωής.
Δεκαπεντάρης ήταν όταν ζούσε ακόμα στο χωριό και δούλευε σερβιτόρος στο καφενείο στην μεγάλη πλατεία με τον αιωνόβιο πλάτανο. Εκεί γνώρισε από κοντά όλους τους συγχωριανούς του και έμαθε για τα καλά τα χούγια τους. Παλικάρια ήταν τότε, γέρασαν και βλέπει ο Τάσος τώρα στο νεκροταφείο τις φωτογραφίες κάποιων απ’ αυτούς, κοντοστέκεται και αναπολεί.
Όπα; Κάτι μου θυμίζει τούτος. Ναι είναι ο Χρήστος ο Ζουρνατζής. Παλικαρά τον θυμάται ο Τάσος, παλικαρά και σαματατζή. Όπου φασαρία… μέσα ο Χρήστος που καυχιόταν στο καφενείο για τα κατορθώματά του. Φχαριστιόταν ο Χρήστος που όλοι τον φοβούνταν και τον κέρναγαν για να έχουν το κεφάλι τους ήσυχο. Μόνιμη επωδός στα λεγόμενά του το: ‘’Ξέρεις ποιος είμαι εγώ ρε;’’. Είχε πιάσει πολλά μαυραγορίτικα λεφτά στην Κατοχή που τα αυγάτισε στη συνέχεια με χοντρές κομπίνες και τόπαιζε αφεντικό του χωριού. Αλίμονο σε όποιον τολμούσε να τον αντιπαρατεθεί στο καφενείο. Έζησε απολαμβάνοντας τον φόβο στα μάτια των ανθρώπων γύρω του. Έφαγε από τ’ αδέλφια του όλη την πατρική περιουσία, έκλεψε, αδίκησε, ρήμαξε τους πάντες. Αλίμονο σ’ αυτόν που τολμούσε να του την βγει.
-Ρε άει στον διάολο…ξέρεις με ποιον μιλάς ρε;
Καμάρωνε ο Χρήστος για την περιουσία του. Έκανε και δωρεές στην εκκλησία και οι αρχές του χωριού τον είχαν στα όπα όπα μπας και γλείψουν δίπλα του κανένα κοκαλάκι. Άσε που τους έφερνε και ψηφαλάκια. Κι ο Χρήστος πάντα με την καραμέλα στο στόμα:
-Ξέρεις ποιος είμαι εγώ ρε;
Τελευταία φορά που ο Τάσος είδε ζωντανό τον Ζουρνατζή ήταν στα βαθιά του γεράματα όταν σερνόταν στους δρόμους του χωριού και όλοι τον αποστρέφονταν και έφτυναν με αηδία τον κόρφο τους.
‘’Ποιος είσαι ρε Χρήστο, σκέφτεται ο Τάσος. Και μόνο στην θύμησή σου οι χωριανοί συνεχίζουν να φτύνουν με την ίδια αηδία τον κόρφο τους. Τι κατάλαβες; Ένα μάτσο κόκαλα είσαι σήμερα αφού έφαγαν το ψαχνό σου τα σκουλήκια.
Ο νεκρός, λέει, δεδικαίωται…Ρε ουστ…άιντε στον αγύριστο…’’



