Εκφράσεις όπως «ούστ», «στην κρεμάλα» ή «στο απόσπασμα» αποτελούν συνηθισμένες αντιδράσεις απέναντι σε ειδήσεις που δεν συμβαδίζουν με τις προσωπικές τους απόψεις. Σε αρκετές περιπτώσεις, ο δημόσιος λόγος εκτρέπεται σε ύβρεις και απειλές, γεγονός που υποβαθμίζει σοβαρά το επίπεδο του δημόσιου διαλόγου.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η απαίτηση για δημοσιοποίηση των ονομάτων προσώπων που εμπλέκονται σε δικαστικές υποθέσεις, ακόμη και όταν αυτές βρίσκονται σε εξέλιξη. Η δημοσιοποίηση τέτοιων στοιχείων, ωστόσο, δεν εξυπηρετεί την ουσιαστική ενημέρωση, εκθέτει πρόσωπα για τα οποία ισχύει το τεκμήριο αθωότητας —μία από τις θεμελιώδεις αρχές της δικαιοσύνης— και ενδέχεται να παραβιάζει τη νομοθεσία, εκθέτοντας τα μέσα ενημέρωσης σε σοβαρές νομικές συνέπειες.
Ενώ οι δικαστές του facebook επιδίδονται άνευ ευθύνης σε ψηφιακό λιντσάρισμα, ταυτόχρονα κάθε λέξη που δημοσιεύουν οι δημοσιογράφοι οφείλουν να είναι τεκμηριωμένη. Και η ευθύνη αυτή δεν περιορίζεται μόνο στη σφαίρα της ηθικής ή της αξιοπιστίας του μέσου, αλλά θεμελιώνεται και νομικά, δεδομένου ότι οι δημοσιογράφοι δεσμεύονται από τον κώδικα δημοσιογραφικής δεοντολογίας.
Σε έναν δημόσιο λόγο που συχνά διολισθαίνει στην οργή και στην αυθαίρετη καταδίκη, η δημοσιογραφία οφείλει να παραμένει αντίβαρο. Οι δημοσιογράφοι δεν είναι φορείς τιμωρίας, αλλά φορείς ενημέρωσης.



