Κυριακή, 19 Μαΐου 2024, 8:40:34 μμ
Τρίτη, 25 Ιανουαρίου 2022 23:50

1922 -εκατό χρόνια από την εθνική τραγωδία- 2022

Του Νίκου Σιάνα.

Ο νέος χρόνος καταγράφει μια άλλη επέτειο, όχι ηρωϊκή, αλλά θλιβερή, τη Μεγάλη Μικρασιατική Καταστροφή που κατά κάποιον τρόπο αποτέλεσε και το τέλος της Μεγάλης Ιδέας, ή αν θέλετε το τέλος της επαναστατικής διαδικασίας που ξεκίνησε το 1821.


Εκατό χρόνια μετά την εθνική τραγωδία οι μνήμες του ’22 θα ξαναζωντανέψουν. Μνήμες που θα μας θυμίσουν τους διωγμούς, τις σφαγές, τις εξορίες, τον δρόμο των δακρύων της Σμύρνης και το δράμα των προσφύγων που θα έρθουν στην Ελλάδα.
Το 2022 θα φέρει στο προσκήνιο την κληροδοτημένη μνήμη, αλλά και πλήθος συζητήσεων. Θα ακούσουμε πολλά και σημαντικά για την μεγάλη καταστροφή και την έναρξη του προσφυγικού δράματος.
Το 2021, με αφορμή τα 200 χρόνια από την έναρξη της επανάστασης, δεκάδες κορυφαίοι Έλληνες και ξένοι ειδικοί ανέλυσαν τα γεγονότα της επανάστασης, παρουσίασαν σπάνια ντοκουμέντα, αποκάλυψαν άγνωστες πτυχές της και νέες σπουδαίες εκδόσεις προστέθηκαν στην σχετική βιβλιογραφία. Είναι βέβαιο πως το ίδιο θα συμβεί και με αυτήν την επέτειο και μακάρι όλα αυτά να μας οδηγήσουν σε χρήσιμα συμπεράσματα.
Να μάθουμε και να διδαχθούμε από τα τραγικά μας λάθη που μας οδήγησαν στην οδυνηρότερη ήττα μας και στο ξεριζωμό του Ελληνισμού από τις πανάρχαιες κοιτίδες του: την Μικρά Ασία, τον Πόντο, την Καππαδοκία και την Ανατολική Θράκη.
Είναι επίσης βέβαιο ότι μεγάλη συζήτηση θα γίνει για την έλευση και εγκατάσταση των προσφύγων στην Ελλάδα. Μια έλευση που κατά γενική ομολογία ειδικών και μη, σήμανε και μια σημαντική νέα αρχή για το ελληνικό κράτος και έθνος με τις συνέπειες της να διαμορφώνουν την κοινωνία που γνωρίζουμε σήμερα. Οι πρόσφυγες που εγκαταστάθηκαν στις άκρες τις πατρίδας μας, έγιναν τώρα οι ακρίτες φύλακες της. Με τον ερχομό τους η χώρα μας εμπλουτίστηκε με έναν νέο πληθυσμό που έφερε γνώσεις, τέχνες, ήθη και έθιμα και διαμόρφωσε σε μεγάλο βαθμό τη λογοτεχνία, τη μουσική, τη γαστρονομία και γενικά τη σημερινή μας ταυτότητα. Και πάνω απ’ όλα οι πρόσφυγες έφεραν μαζί τους μια αξιοζήλευτη θέληση και πείσμα να επιβιώσουν.
Η Αθήνα απόκτησε μητροπολιτικά χαρακτηριστικά και η Θεσσαλονίκη η επωνομαζόμενη τώρα και προσφυγομάνα, ενισχύθηκε εθνογραφικά. Η έλευση χιλιάδων προσφύγων με διάφορα βιώματα, αναφορές, συνήθειες και καταβολές, αναμόχλευσε την τότε αστική παράδοση που είχε ριζώσει στην Αθήνα.
Οι πρόσφυγες είτε ήταν αγρότες, είτε ήταν αστοί, συνετέλεσαν όλοι τους στη διάχυση της απαραίτητης ποικιλίας την οποία είχε ανάγκη κάθε τόπος και κάθε πόλη για να αναπτυχθεί.
Ο προσφυγικός πληθυσμός που ήρθε στην Ελλάδα (κυρίως μετά την συνθήκη της Λωζάνης 1923 και ολοκληρώθηκε το 1924) καταμετρήθηκε για πρώτη φορά τον Μάιο του 1928. Ήταν 1.221.849 άτομα, εκ των οποίων οι 738.253 εγκαταστάθηκαν στη Μακεδονία.
Η χώρα μας εξαντλημένη στρατιωτικά, οικονομικά και ψυχικά από τους συνεχόμενους πολέμους (Βαλκανικοί – Α’ παγκόσμιος πόλεμος, Μικρασιατική εκστρατεία και το τραγικό της αποτέλεσμα) είχε τώρα να αντιμετωπίσει και την αποκατάσταση των χιλιάδων προσφύγων, τις χιλιάδες βαθιά πληγωμένες ψυχές, τις χιλιάδες λεηλατημένες ζωές που αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν πανάρχαιες κοιτίδες, τα όσια και τα ιερά χώματά τους, τους άταφους και θαμμένους δικούς τους ανθρώπους. Και όμως, οι ωραίοι αυτοί Έλληνες συμμάζεψαν τα ράκη τους, σκούπισαν τα δάκρυα γι’ αυτούς που άφησαν πίσω τους, τα αθώα θύματά της ανθρώπινης κτηνωδίας. Εδώ, στη νέα πια πατρίδα τους, κάτω από άγριες συνθήκες στήσανε το βιός τους, νότισαν με τον ιδρώτα τους τη γη και ξεχέρσωσαν κυριολεκτικά με τα χέρια τους χωραφότοπους .
«… Ο τόπος μας είναι κλειστός»… δεν έχουμε ποτάμια, δεν έχουμε πηγάδια, δεν έχουμε πηγές…! έλεγε μελαγχολικά ο Σεφέρης, όμως ο τόπος μας είχε τότε τους «μεταξένιους» εκείνους ανθρώπους, τους «παλαιούς» των ημερών, τους «καθυστερημένους» θα τους έλεγαν σήμερα, που ένοιωθαν τη μυρωδιά που βγάζανε τα αγρολούλουδα και τ’ αγιασμένα χορτάρια καθώς και το χώμα της βλογημένης γης τους, όπως γράφει ο Μικρασιάτης Φώτης Κόντογλου.
Υ.Γ.1: Η επέτειος των εκατό χρόνων από τη Μικρασιατική Καταστροφή, αναπόφευκτα θα φέρει στο προσκήνιο την αναπόληση και τη νοσταλγία για τις «χαμένες πατρίδες» καθώς και τον πόνο για τις αμέτρητες χαμένες ή ρημαγμένες ζωές. Εκατό χρόνια μετά, παλιά και νέα ερωτήματα θα τεθούν ξανά και οι ειδικοί θα κληθούν να δώσουν τις απαντήσεις. Όμως, τα προσφυγικά σωματεία και οι ομοσπονδίες τους, έχουν χρέος ιερό να αναθερμάνουν το βλέμμα τους σε μια κληρονομιά που χάνεται, της προσφυγικής μνήμης και της πολιτιστικής κληρονομιάς που μας παρέδωσαν οι παππούδες και οι πατεράδες μας.
Δυστυχώς η Ελληνική Πολιτεία, ως σήμερα, εκτός από κάποιες αποσπαματικές κινήσεις δεν είχε ποτέ μια συγκροτημένη πολιτική καταγραφής και διάσωσης όλων εκείνων των στοιχείων που έφεραν μαζί τους οι πρόσφυγες, στοιχείων με τεράστια λαογραφική, κοινωνιολογική, πολιτιστική και συναισθηματική αξία. Χωρίς το Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών και το ανεκτίμητο έργο της Μέλπω και Οκτάβιου Μερλιέ, χωρίς το ΚΕ.ΠΟ.ΜΕ (Κέντρο ποντιακών μελετών) το ινστιτούτο Θρακικών Μελετών, το ίδρυμα Χαρ. Κεραμέως κ.ά., ένα μεγάλο κομμάτι της προσφυγικής μνήμης θα είχε χαθεί!
Υ.Γ.2: Μεγάλη αναμένεται η φετινή βιβλιογραφία με αφορμή την επέτειο για τα 100 χρόνια από την Μικρασιατική Καταστροφή καθώς και τα λευκώματα.
Ήδη, η διεύθυνση αρχείων μουσείων βιβλιοθηκών δήμου Βόλου εξέδωσε ένα τέτοιο λεύκωμα.
Μέσα από τις φωτογραφίες αναδεικνύεται η ζωή των 13.000 προσφύγων που δημιούργησαν τον συνοικισμό και αργότερα Δήμο Νέας Ιωνίας. Παρουσιάζονται τεκμήρια από τη ζωή στη Μ. Ασία, τη ζωή στη νέα πατρίδα, τα επαγγέλματα, πιστοποιητικά διάφορα κ.ά.