Σάββατο, 13 Ιουλίου 2024, 4:34:19 πμ
Κυριακή, 16 Ιουνίου 2024 12:40

Γιατί Χριστούλη μου...

Γράφει ο Μάκης Ιωσηφίδης.

Από μικρό παιδάκι στη δουλειά ο Μαθιός. Εκεί στο ημιορεινό χωριό που γεννήθηκε και μεγάλωσε, οι δουλειές περίσσευαν. Το χωραφάκι τους στον κάμπο, τα γελάδια στο αχούρι και τα κατσίκια τους στη στάνη ήθελαν χέρια, πολλά χέρια. Πού καιρός και διάθεση για γράμματα. Με το ζόρι τέλειωσε το Δημοτικό ο Μαθιός και ολημερίς στη δουλειά. Μεγάλωσε, παντρεύτηκε τη χωριανή του την Βασιλική και νάτος και ο διάδοχος ο Κωστάκης. Δύσκολη η γέννα για την κυρα Βάσω και μείναν μόνο με τον μονάκριβό τους.

Μεγάλωσε και ο Κωστής με την αγάπη και την φροντίδα των γονιών του, σπούδασε ο Κωστής και έπιασε δουλειά στην πρωτεύουσα του νομού όπου έμεινε πια μόνιμα.

Δεν έχουν παράπονο. Τους νοιάζεται ο Κωστής. Έρχεται τακτικά στο χωριό, τους φροντίζει και λύνει τα μικρά και μεγάλα προβλήματά τους.

Τι χαρά νιώσανε όταν ο Κωστής έφερε εκείνο το απόγευμα το κορίτσι του για να το γνωρίσουν. Υπέροχη κοπέλα. Ο γάμος έγινε σύντομα και το ίδιο γρήγορα ήρθαν στη ζωή και τα δυο κουτσούβελα. Όλα καλά μέχρι που μετά από κάποια χρόνια η κυρα Βασιλική τους άφησε έξαφνα προδομένη από την καρδιά της. Και έμεινε μαγκούφης ο μπαρμπα Μαθιός.

-Ρε πατέρα βγήκες στη σύνταξη, έλα να μείνεις μαζί μας στην πόλη. Θα έχεις ένα σπιτικό φαγητό, θα έχεις εμάς για παρέα σου και θα ζήσεις σαν άνθρωπος.

-Άσε με μωρέ παιδάκι μου, δεν τ’ αφήνω το χωριό εγώ. Έχω τους φίλους μου, παίζω το ταβλάκι μου στο καφενείο, πίνω τα ουζάκια μου, μια χαρά περνάω. Άσε με.

Θρήσκος ο Μαθιός από μικρό παιδί. Τηρούσε τις νηστείες και εκκλησιαζόταν τακτικά με μια αγνή και άδολη αγάπη για τον θείο λόγο του Χριστούλη. Θυμάται πάντα την ημέρα που γιόρταζε η εκκλησία του χωριού και ήρθε ο Μητροπολίτης. Όλοι θαύμασαν την πολυτελή μερσεντές από την οποία κατέβηκε καθώς και τα πολυτελή του άμφια, την διαμαντοστόλιστη μίτρα και τον ολόχρυσο σταυρό που φορούσε.

Πήγαινε κάπου κάπου στην πόλη ο Μαθιός, έμενε κανα δυο μέρες χαιρόταν τα εγγόνια του και γύριζε πίσω. Μέχρι που έπεσε. Κάτι μυστήριοι πόνοι άρχισαν να τον ταλαιπωρούνε. Πόνοι που δεν πέρναγαν με τίποτα. Ήρθε άρον άρον ο Κωστής και έκανε εισαγωγή τον πατέρα του στο Νοσοκομείο της πόλης. Έμεινε καιρό ο μπαρμπα Μαθιός στο Νοσοκομείο και έκανε όλες τις εξετάσεις. Οι γιατροί πήραν παράμερα τον Κωστή και του αποκάλυψαν διακριτικά την αλήθεια. Καρκίνος στα πνευμόνια του είπανε. Κάπνιζε βέβαια ο Μαθιός σαν αράπης από δεκαπέντε χρονών. Η εξέλιξη της αρρώστιας ήταν ραγδαία. Όταν έφθασε στο τελευταίο στάδιο, οι γιατροί είπαν στον Κωστή να πάρει τον πατέρα του στο σπίτι για να πεθάνει ήρεμα ανάμεσα στα αγαπημένα του πρόσωπα.

Κάτι κατάλαβε ο Μαθιός από τα μισόλογα που έφθασαν στ’ αυτιά του αλλά και από το ύφος των γιατρών και του γιου του.

Στο σπίτι πια ο Μαθιός, ακολουθεί πιστά την φαρμακευτική αγωγή αλλά είναι φορές που τα φάρμακα δεν τον πιάνουν και οι πόνοι είναι αφόρητοι. Σάββατο βράδυ και τα εγγόνια είναι έξω. Ο μεγάλος δίνει εισαγωγικές εξετάσεις για το Πανεπιστήμιο και με την αδελφή του και την παρέα τους βγήκαν για κανα ποτάκι στο μπαράκι. Καύσωνας και οι μπαλκονόπορτες ολάνοιχτες. Ο Μαθιός προσπαθεί να κοιμηθεί αλλά οι πόνοι δεν τον αφήνουν. Κατά τις δύο ακούει τον θόρυβο από τα εγγόνια του που γύρισαν από τη διασκέδασή τους και πέφτουν για ύπνο. Στριφογυρίζει στο κρεβάτι του ο Μαθιός και κατά τις εξίμισι το πρωί έρχεται ο λυτρωτικός ύπνος να απαλύνει τους πόνους του.

Δεν περνάει κανα μισάωρο και ο Μαθιός τινάζεται σαν να τον χτύπησε το ρεύμα. Η καμπάνα της διπλανής μεγάλης εκκλησιάς χτυπάει φρενιασμένα. Ο ήχος της πολλαπλασιάζεται από την αντήχηση στις πολυκατοικίες και ο Μαθιός πιάνει τα μηνίγγια του που πάνε να σπάσουν. Η καμπάνα σταματά αλλά ο ύπνος πάει. Ξυπνάνε και τα εγγόνια του και τα ακούει να βλαστημάνε για μια ακόμη φορά την ώρα και τη στιγμή που οι γονείς τους αγόρασαν σπίτι δίπλα σε εκκλησία.

Προσπαθεί να συνεχίσει τον ύπνο του ο Μαθιός και τα καταφέρνει. Κατά τις οχτώ ξαναξυπνά έντρομος. Οι καμπάνες ξαναχτυπάν φρενιασμένα και ασταμάτητα. Δεν αντέχει άλλο ο Μαθιός, βγαίνει στο μπαλκόνι και αντικρίζει στο απέναντι μπαλκόνι την κυρα Βαρβάρα, γνωστή των παιδιών και δική του με τα κινητικά προβλήματά. Τρελαμένη κι αυτή από το εφιαλτικό ξύπνημα, ξεμαλλιασμένη μουρμουράει κάτι ακατάληπτα λόγια. Τα εγγόνια ξαναξυπνάνε και με τους γονείς τους προσπαθούν να ηρεμήσουν τον παππού. Μάταια όμως. Πάει ο ύπνος και οι πόνοι ξαναρχίζουνε.

Στριφογυρίζει στο κρεβάτι ο μπαρμπα Μαθιός και  μονολογεί:

-Χριστούλη μου, δημιούργησες την πιο όμορφη θρησκεία που εμφανίστηκε ποτέ στη γη. Γιατί επιτρέπεις στους αντιπροσώπους σου επί γης τόση απανθρωπιά; Δεν σκέφτονται όλοι αυτοί ότι υπάρχουν άνθρωποι ανήμποροι που δεν μπορούν να εκκλησιαστούν; Δεν σκέφτονται τα νιάτα που περιμένουν ένα Σαββατόβραδο για να χαλαρώσουν; Δεν σκέφτονται ότι υπάρχουν άνθρωποι που η δουλειά τους είναι νυχτερινή, σχολάνε τις πρωινές ώρες και προσπαθούν να κοιμηθούν; Πού είναι ο Μητροπολίτης με τα πολυτελή άμφια και την διαμαντοστόλιστη μίτρα; Πού είναι ο Εισαγγελέας για να προστατέψει τον κόσμο από τη βάρβαρη αυτή καταπάτηση των στοιχειωδών δικαιωμάτων του;

Εσύ, Χριστούλη μου, με τον τριμμένο χιτώνα και τα φτωχά σανδάλια σου πάνω στο γαϊδουράκι, δίδαξες την ταπεινότητα. Γιατί αφήνεις όλους αυτούς να παραποιούν τον θείο λόγο σου μ’ αυτόν τον εκκωφαντικό τρόπο;

Γιατί Χριστούλη μου; Γιατί;