Παρασκευή, 1 Μαρτίου 2024, 9:41:24 πμ
Σάββατο, 15 Μαϊος 2021 21:56

Αγνωστες Μάχες της Επανάστασης του 1821: Οι Μάχες της Γιαννιτσούς και των Βασιλικών Φθιώτιδας

Γράφει ο Νίκος Κουζίνης.

Η ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΓΙΑΝΝΙΤΣΟΥΣ.
Η Γιαννιτσού, είναι κτισμένη στο φρύδι της Όρθρυος και αγναντεύει Άγραφα, Θεσσαλία, Φθιώτιδα. Επί τουρκοκρατίας ανήκε πάντα στα Άγραφα και υπαγόταν στη Διοίκηση της Θεσσαλίας. 


Το διάσελο-άνοιγμα- του ορεινού όγκου της Όθρυος, Π. Γιαννιτσού, Παλιασβέστης, Κοκκάλια, Ασβέστης, Δραμάλα, Καράπα, υπήρξε το μεγαλύτερο και συχνότερο πέρασμα στρατευμάτων από το Θεσσαλικό προς τον Φθιωτικό κάμπο από αρχαιοτάτων χρόνων. Από εδώ, από τον όγκο της Όθρυος, ο Ξέρξης, οι Μακεδόνες, οι Αιτωλοί, άλλα και βαρβαρικά φύλλα, διαπεραίωσαν μέσω αυτού, μεγάλο μέρος των στρατευμάτων τους, για να καταλάβουν τις ακμάζουσες Φθιωτικές πόλεις: Φθία, Ελλάς, Σπερχειές, Μακρακώμη, Ν. Πάτραι.
Φυσικό επακόλουθο είναι το πέρασμα αυτό να γίνει πεδίο συγκρούσεων και στην επαναστατημένη Ελλάδα του 1821, ως προς τον έλεγχο αυτού, όπως έγιναν και με τα περάσματα προς την Νότια Ελλάδα δια μέσω της Οίτης, όπως της Καλλακούδας , του Αετού 
Στα μέσα Μαΐου του 1821, η επανάσταση είχε επεκταθεί και στα Άγραφα, χάρη στις προσπάθειες του Ευρυτάνα οπλαρχηγού Κώστα Βελή, ο οποίος μαζί με τον Σταμάτη Γάτσο έδιωξαν τους Κόνιαρους (τούρκικη φυλή της μεσανατολίας που είχε εγκατασταθεί εκεί) στο Θεσσαλικό κάμπο. Τους επιτέθηκε όμως ο Μαχμούτ πασάς της Λάρισας, γνωστότερος ως Δράμαλης και τους ανάγκασε να καταφύγουν στη Ρεντίνα. Οι Τούρκοι σε αντίποινα τους κυνήγησαν και στη μάχη της Φοτιάνας μεταξύ 10 και 15 Ιουλίου, οι Έλληνες κυκλώθηκαν ύστερα από προδοσία του Τσολάκογλου, όπου ο μεν Γάτσος συνθηκολόγησε με τους Τούρκους, ο δε Βελής συνελήφθη αιχμάλωτος και στάλθηκε στην Κωνσταντινούπολη, όπου και θανατώθηκε με φρικτά βασανιστήρια.
Ακολούθως στις 4 Ιουλίου του 1821 επαναστατεί το Καρπενήσι. Οι οπλαρχηγοί της Ευρυτανίας Γιολδασαίοι αναγκάζουν τους Τούρκους να οχυρωθούν στα σπίτια τους. Σε βοήθειά αυτών στάλθηκε από τα Γιάννενα ο Βελήμπεης, ο οποίος στις 19 Ιουλίου νικά τους Έλληνες στα Καγκέλια, αλλά την επομένη μέρα οι Έλληνες τον νικάνε στη Μιάρα, οπότε οι Τούρκοι της Ευρυτανίας καταφεύγουν στην Ήπειρο.
Επειδή η επανάσταση στη Στερεά και Πελοπόννησο, παίρνει εκρηκτικές διαστάσεις.
Ο Διοικητής της Μακεδονίας Μπαϋράμ πασάς και της Θεσσαλίας Δράμαλης παίρνουν εντολή από το Σουλτάνο να καταπνίξουν την επανάσταση στη Στερεά. Ο Δράμαλης στρατοπεδεύει στο Δομοκό και από εκεί επιχειρεί πάση θυσία να κρατάει ελεύθερες τις διαβάσεις προς νότο. Μια δε από αυτές τις διαβάσεις του ορεινού όγκου της Όθρυος είναι και αυτή της Γιαννιτσούς.
Ο Μπαϊράμ πασάς στρατοπεδεύει στη Λαμία και είχε εντολή να προχωρήσει στην Πελοπόννησο και ο Δράμαλης θα κρατούσε ανοιχτά τα περάσματα προς νότο, για απρόσκοπτο ανεφοδιασμό σε προμήθειες. Αυτό αποδεικνύεται από το γεγονός ότι ο Δράμαλης δεν έσπευσε σε βοήθεια του Μπαϊράμ πασά, όταν υπέστη τη μεγάλη πανωλεθρία στα Βασιλικά, στις 26 Αυγούστου του 1821
Από τα παραπάνω γεγονότα, αλλά και από το στρατό που διατηρούσαν πάντα οι Τούρκοι στη Γιαννιτσού, συμπεραίνεται ότι ήθελαν πάντα ανοιχτό το πέρασμα αυτό της Γιαννιτσούς και οι Έλληνες από την πλευρά τους προσπαθούσαν να τους διώξουν.
Περίπου στο τέλος Ιουλίου ή στα μέσα Αυγούστου του 1821, γίνεται πρώτη και μεγάλη μάχη της Γιαννιτσούς , όταν ο Ανδρίτσος Σιαφάκας με αρκετούς ρουμελιώτες αγωνιστές από τα γύρω χωριά της Φθιώτιδας, επιτίθεται στις δυνάμεις του Κεχαγιάμπεη του Δράμαλή στο διάσελο της Γιαννιτσούς . Στο μεταξύ οι ευρυτάνες μετά την ήττα τους στη Φωτιάνα και τη σύλληψη του Κώστα Βελή, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, κάποιοι από αυτούς κατέβηκαν στη Ρούμελη μέσω Ροβολιαρίου και πολέμησαν στη μάχη που έγινε στο Κλωνί. Ενώ άλλοι έσπευσαν «…εις επικουρίαν» του Ανδρίτσου Σιαφάκα στη μάχη της Γιαννιτσούς, όπως δηλώνεται στα πιστοποιητικά τους.
Αυτή η μάχη της Γιαννιτσούς στα πιστοποιητικά εκδουλεύσεων των ρουμελιωτών αγωνιστών, και κυρίως των ευρυτάνων, οι οποίοι έλαβαν μέρος σε αυτή , χαρακτηρίζεται ως σημαντική, γιατί δεν επέτρεψε να φθάσουν προμήθειες και ενισχύσεις από το Δράμαλη στον Μπαϊράμ πασά.

 

Η ΜΑΧΗ ΤΩΝ ΒΑΣΙΛΙΚΩΝ (ΦΘΙΩΤΙΔΑΣ)
Τα χαράματα της 26ης Αυγούστου 1821 οι Τούρκοι ξεκίνησαν από το στρατόπεδο του Πλατανιά, όπου άφησαν άμαξες και εφόδια και κατευθύνθηκαν προς τα Βασιλικά.
Υπήρχε και ένας δευτερεύων δρόμος που παρέκαμπτε τη διάβαση των Βασιλικών και οδηγούσε προς το Σέλι κι από εκεί στην Ελάτεια. Για να εμποδίσει τυχόν διέλευση των Τούρκων από εκεί, ο Γιάννης Ρούκης, πρωτοπαλίκαρο του Οδυσσέα Ανδρούτσου, κατέλαβε τη θέση Ανίβιτσα πάνω από τα Βασιλικά. Ο Ρούκης έφτασε εκεί μετά από ολονύχτια πορεία από την Αγία Μαρίνα του Παρνασσού, όταν πληροφορήθηκε από τον Γκούρα τις πρώτες συγκρούσεις με τους Τούρκους.
Ύστερα από πορεία μιας ώρας ο τουρκικός στρατός σταμάτησε μπροστά στην είσοδο των στενών. Μετά από σύντομες ευχές που διαβάστηκαν οι Τούρκοι άρχισαν κανονιοβολισμούς και πυροβολισμούς προς τους Έλληνες. Στη συνέχεια ο τουρκικός στρατός με πρώτο το πυροβολικό και ακολούθως το ιππικό κινήθηκε προς τα στενά. Χωρίς να αντιληφθούν τους άνδρες του Δυοβουνιώτη επιτέθηκαν εναντίον του Κοντοσόπουλου και του Καλύβα, οι οποίοι απέκρουσαν την τουρκική επίθεση. Ο Μπεϊράν έστειλε τότε 4.000 άνδρες εναντίον των 400 Ελλήνων που αμύνονταν και ενισχύθηκαν από τον Γκούρα.
Οι Έλληνες υποχώρησαν προς το διάσελο των Βασιλικών. Ο Κοντοσόπουλος χτυπήθηκε στον γοφό, όμως παρέμεινε στη θέση του καλύπτοντας την υποχώρηση. Οι Τούρκοι πίστεψαν ότι οι ελληνικές δυνάμεις σκόρπισαν, όμως έκαναν λάθος. Επρόκειτο απλά για έναν ελληνικό ελιγμό, μια τακτική υποχώρηση.
Από εκείνη τη στιγμή, ο Ιωάννης Γκούρας πήρε στα χέρια του την τύχη της μάχης και έγινε ο ουσιαστικός αρχηγός των Ελλήνων. Συγκεντρώνοντας γύρω του πολλούς πολεμιστές, οχυρώθηκε σ’ ένα παλιό ερημοκλήσι (πιθανότατα του Αγίου Αθανασίου), θέση που πρόσφερε μέτωπο στην τουρκική προέλαση, αντιτάσσοντας σθεναρή άμυνα στις επιδρομές των Τούρκων.
Ο Μπεϊράν τότε, διέταξε γενική επίθεση εναντίον των θέσεων του Γκούρα και τέθηκε ο ίδιος επικεφαλής του στρατού του. Σε μία πολύ κρίσιμη στιγμή για την έκβαση της μάχης ακούστηκαν πυροβολισμοί πίσω από τις ελληνικές θέσεις. Επρόκειτο για ενισχύσεις από τους Λιβαδιώτες, με επικεφαλής τους Μπούσγο, Λάππα και Μήτρο Τριανταφύλλου. Οι δύο τελευταίοι ενώθηκαν με τους Κοντοσόπουλο και Ρούκη. Ο Μπούσγος συντάχθηκε με τον Γκούρα, που μόλις τον είδε αναφώνησε:«Μωρέ παιδιά, ο καπετάνιος έρχεται, απάνω τους».
Προσποιούμενος ότι ήρθε ο Οδυσσέας Ανδρούτσος, ο Γκούρας πέτυχε να προκαλέσει ενθουσιασμό στους Έλληνες, που φώναζαν «έρχεται ο Δυσσέας» και πανικό στους, Τούρκους, για τους οποίους ο Ανδρούτσος ήταν φόβητρο! Η σύγχυση που προκλήθηκε στους εχθρούς έδωσε την ευκαιρία στον Γκούρα να αφήσει ένα μικρό τμήμα να συνεχίσει την άμυνα και ο ίδιος, μαζί με τους υπόλοιπους πέρασε από την Ανιβίτσα και αφού ενώθηκε με τους Ρούκη και Δυοβουνιώτη, διέταξε γενική έφοδο από τα νώτα των Τούρκων. Έγιναν μάχες σώμα με σώμα.
Πολύ γρήγορα, οι Τούρκοι έχασαν τη συνοχή τους και κλονίστηκαν από την ορμή των επαναστατών.
Ο Μπεϊράν διέταξε γενική υποχώρηση. Ήταν όμως πολύ αργά. Οι άνδρες του πανικόβλητοι είχαν τραπεί σε φυγή. Οι σημαιοφόροι πετούσαν τις σημαίες και οι ιππείς εγκατέλειπαν τα άλογά τους για να μην γίνονται εύκολος στόχος.
Οι Έλληνες εκμεταλλεύτηκαν την ευκαιρία και επιδόθηκαν σε μια ανελέητη σφαγή των Τούρκων ως τη δύση του Ήλιου. Παντού ακούγονταν οι κραυγές και οι ικεσίες των Τούρκων που ζητούσαν έλεος. Ο Γκούρας έσφαξε δεκάδες Τούρκους, με αποτέλεσμα να υποστεί σοβαρά οιδήματα (πρηξίματα) στα χέρια. Ανάμεσα στα θύματά του, ήταν και ο Μεμίς πασάς.
Χαρακτηριστικό είναι, ότι κάποια στιγμή ο Γκούρας ζήτησε από τον ψυχογιό του Μπαλαούρα να του φέρει νερό από ένα γειτονικό μικρό ρέμα. Εκείνος όμως επέστρεψε με άδειο δοχείο, καθώς το νερό είχε κοκκινίσει από το αίμα νεκρών Τούρκων που είχαν πέσει στο ρέμα!
Πολλοί σημαίνοντες Τούρκοι (και Τουρκαλβανοί) σκοτώθηκαν στα Βασιλικά. «Και μεταξύ αυτών ο διαβόητος Τουρκαλβανός Φράσαρις, τον οποίο οι Αγοριανίτες έγδαραν ζωντανό, διότι και άλλοτε τον είχαν συλλάβει εις μάχην αιχμάλωτον και τον εχάρισαν την ζωήν, νταλλάξαντες αυτόν με τον Γιώργον Δυοβουνιώτην, κρατούμενον του Χουρσίτ Πασά εις τα Ιωάννινα, υιόν του Γιάννη Δυοβουνιώτη. Έδωσε δε τότε υπόσχεσιν, ότι δεν θα πολεμήσει ποτέ του πλέον κατά των Χριστιανών, πλην παρέβει την δήλωσίν του».
Ο απολογισμός της νίκης των Ελλήνων στα Βασιλικά
Οι απώλειες των Τούρκων στα Βασιλικά ήταν πολύ μεγάλες. Εκτός από τον Μεμίς πασά, σκοτώθηκε ο γιος του Μπεϊράν πασά, Μουχουρδάρ αγάς, ο Σιλιχτάρ αγάς, πολλοί μπέηδες και μεγάλος αριθμός κατώτερων αξιωματικών. Επίσης, σκοτώθηκαν περίπου 700 άνδρες (άλλες πηγές κάνουν λόγο για 1.200), 1.500 τραυματίστηκαν και 220 πιάστηκαν αιχμάλωτοι. Πολλοί σκοτώθηκαν και τις επόμενες μέρες, όταν τους ανακάλυπταν κρυμμένους στα δάση και τα ρέματα της περιοχής οι ντόπιοι. Οι Έλληνες είχαν 17 νεκρούς (άλλες πηγές κάνουν λόγο για 42) και 35 τραυματίες.
Το 1/3 του τουρκικού στρατού ήταν εκτός μάχης. Ο Μπεϊράν, έδωσε διαταγή να πυρποληθούν οι άμαξες με τα πολεμοφόδια, να εγκαταλειφθεί το στρατόπεδο στον Πλατανιά και να οπισθοχωρήσουν οι άνδρες του στο Ζητούνι. Αφού πέρασε μάλιστα τη γέφυρα του Σπερχειού την κατέστρεψε για να εμποδίσει ελληνική επίθεση.
Όμως οι ελληνικές δυνάμεις, αρκούνταν στην καταδίωξη και εξολόθρευση μεμονωμένων ομάδων και στην κατάληψη και λαφυραγώγηση του στρατοπέδου του Πλατανιά.
Περίπου 400 πολεμικά άλογα, 8 πυροβόλα, πολλά όλα και 18 σημαίες έπεσαν στα χέρια των Ελλήνων. Από τις 1.000 τουρκικές άμαξες, οι 600 κάηκαν. Οι υπόλοιπες, με πλήθος τροφών και πολεμοφοδίων, αποτέλεσαν πολύτιμα λάφυρα για τους επαναστάτες.
Άλλες πηγές, κάνουν μνεία για 14 σημαίες και 1.500 άλογα. Την επόμενη μέρα, έφτασε στη Δαμάστα όπου στρατοπέδευσαν οι ελληνικές δυνάμεις, ο Οδυσσέας Ανδρούτσος, στεναχωρημένος που δεν πήρε μέρος στη μάχη.
Στην έκθεση που έστειλε στον Υψηλάντη ως γενικός αρχηγός των όπλων της Ανατολικής Στερεάς, αφού επαινούσε τον Γκούρα και τον παρομοίαζε με γίγαντα, έγραφε μεταξύ άλλων:
«Κι αν οι Έλληνες δεν έπεφταν εις τα λάφυρα και δεν ενύκτωνε, δεν ήθελε μείνει βέβαια ούτε ουδείς από αυτούς και ήθελε πιάσομεν και τον ίδιον τον Μπεϊράν πασά ζωντανόν».
Όσοι από τους Τούρκους κατάφεραν να διασωθούν, κατέφυγαν στο Ζητούνι (Λαμία). Το ηθικό τους βρισκόταν στα τάρταρα, καθώς ανησυχούσαν ότι θα δεχτούν κι εκεί επίθεση. Ο Μπεϊράν πασάς εκτός από τη συντριβή είχε να διαχειριστεί και το προσωπικό του πένθος καθώς είχε χάσει τον γιο του. Σύντομα έφτασαν στη Λαμία ενισχύσεις. Ο Μελέκ πασάς Γκέκας με 1.500 άνδρες και ο Τελεχά μπέης από το Πατρατζίκι (Υπάτη) με 500 Αλβανούς. Αλλά και ο Μαχμούτ πασάς (Δράμαλης) που όπως αναφέραμε στην αρχή κινήθηκε προς τη Ναυπακτία, βρήκε κλειστές από τους Έλληνες τις διαβάσεις του Μακρυκάμπου στις Καταβόθρες (Οίτη) και υποχώρησε. Έτσι δεν έφτασαν ποτέ τουρκικές ενισχύσεις στην Τριπολιτσά!