- Τα παιδιά…
Λογικός ο Στέλιος αντιδρούσε.
- Μη Βάσω, θα τα χαλάσεις τα παιδιά και θα τα γαϊδουρέψεις…
- Πάψε εσύ. Δεν καταλαβαίνεις τίποτα, αναίσθητε…
Και σταμάταγε ο Στέλιος.
Στερήθηκαν τα πάντα για να τα μεγαλώσουν, να τα σπουδάσουν, να τα πάρουν σπίτια και αυτοκίνητα και να τα αποκαταστήσουν επαγγελματικά
Όλα αυτά τα χρόνια γκρίνιαζε ο Στέλιος.
- Ρε γυναίκα έχουμε κι εμείς δικαιώματα στη ζωή. Θέλουμε κι εμείς να πάμε κανένα ταξιδάκι, να γλεντήσουμε και να χαρούμε τη ζωή.
- Τα παιδιά…
- Κι εμείς παιδιά κάποιων ανθρώπων είμαστε που μόχθησαν κι αυτοί για να περάσουμε καλά στη ζωή μας.
- Τα παιδιά… Πρέπει να τα καλοπαντρέψουμε.
- Καλά ρε γυναίκα. Σ’ όλον τον πολιτισμένο κόσμο λένε «το παιδί μου παντρεύτηκε» ενώ εμείς εδώ στην Ψωροκώσταινα λέμε «το παιδί μου το πάντρεψα» λες και είναι πράμα. Γελοίο δεν είναι;
- Τα παιδιά…
Και τα πάντρεψαν τα παιδιά και έκαναν τα παιδιά τα δικά τους παιδιά. Η Βάσω αισθανόταν δικαιωμένη για τους αγώνες μιας ζωής και έλεγε στον Στέλιο:
- Είδες που σου τάλεγα; Χαιρόμαστε τα παιδιά μας και τα εγγόνια μας τώρα που τα γεράματα μάς χτυπούν την πόρτα. Χαλάλι όλες οι θυσίες μας.
- Μην βιάζεσαι γυναίκα, πίσω έχει η αχλάδα την ουρά.
Πέρασαν κάποια χρόνια και άρχισαν οι δυο γιοι τις κουβέντες για τα κληρονομικά.
- Το διαμέρισμά που μένετε πού θα το γράψετε ρε πατέρα; ρώτησε μια μέρα ο Παύλος.
- Στον αδελφό σου τον Κώστα φυσικά. Εσένα σε σπουδάσαμε την ίδια εποχή που ο αδελφός σου δούλευε.
- Καλά ρε μπαμπά είσαι με τα καλά σου; Ο Κώστας πήρε από τη γυναίκα του για προίκα το μεγάλο διαμέρισμα που μένει ενώ εγώ την βγάζω στο μικρό δυαράκι.
Και μπήκαν στη μέση οι νύφες.
- Σε εμάς ανήκει το σπίτι, λέει η μία.
- Σταμάτα μωρή αρπάχτρα, δεν χόρτασες; λέει η άλλη.
- Αρπάχτρα εγώ; Εγώ ό,τι κάνω το κάνω για τα παιδιά μου.
- Γιατί εγώ δεν έχω παιδιά; σκυλιά έχω;
Μ’ αυτά και μ’ αυτά κόπηκαν καλημέρες ανάμεσα στα δυο αδέλφια και δημιουργήθηκε ψυχρότητα και με τους γονείς τους. Ο Στέλιος με την Βάσω δεν βλέπουν πια τα εγγόνια τους, ο καημός τους μέρα τη μέρα μεγαλώνει και οι καβγάδες ανάμεσά τους δίνουν και παίρνουν. Ωρυόταν ο Στέλιος.
- Μια ζωή σου τάλεγα αλλά μ’ έγραφες. Τα παιδιά και τα παιδιά. Χαραμίσαμε όλη μας την ύπαρξη για τα παιδιά και βλέπεις τι έγινε. Λούσου τα τώρα.
Δεν μίλαγε η Βάσω. Τι να πει άλλωστε; Χίλια δίκια είχε ο άντρας της αλλά τι να το κάνεις; Είναι πια αργά.
Πικραμένος ο Στέλιος πέθανε από ανακοπή πριν από πέντε χρόνια. Έπεσε και η Βάσω και τα δυο αδέλφια μάλωναν για το ποιος θα την φορτωθεί. Και βρήκαν τη λύση. Θα την βάλουν στο φτηνό γηροκομείο επειδή η σύνταξή της δεν αρκούσε για το ακριβό. Ε όχι και να πληρώνουμε από την τσέπη μας για τη μάνα μας. Έχουμε και παιδιά…
Αυτά σκέφτεται κοιτάζοντας το ταβάνι του φτηνού γηροκομείου η Βάσω.
- Πόσο δίκιο είχες Στέλιο μου όλα αυτά τα χρόνια. Χαραμίσαμε τη ζωή μας για τα δυο αυτά παιδιά κι εσύ έφυγες φαρμακωμένος ενώ εγώ αργοσβήνω πικραμένη στο φτηνό γηροκομείο. Τώρα πια δεν αλλάζει τίποτα.
Άστα βράστα Στέλιο μου, άστα βράστα…
Κυριακή, 11 Δεκεμβρίου 2022 21:02
Άστα βράστα…
Γράφει ο Μάκης Ιωσηφίδης, δάσκαλος.
Η ογδονταεξάχρονη κυρα-Βάσω ξαπλωμένη στο κρεβάτι του φτηνού γηροκομείου κοιτάζει το ταβάνι και αναπολεί τη ζωή της.
Ήταν εκεί στα μέσα της δεκαετίας του 50 που παντρεύτηκε τον Στέλιο. Από προξενιό ο γάμος αλλά ο Στέλιος βγήκε λίρα εκατό. Καλά πέρασε μαζί του η Βάσω αλλά είχαν μόνιμη διαφωνία στο μεγάλωμα των δυο αγοριών που τους χάρισε η φύση. Συναισθηματική η Βάσω δόθηκε στα δυο παιδιά της με όλο της το είναι και δεν τα χάλαγε χατήρι.