Σάββατο, 20 Απριλίου 2024, 7:16:17 μμ
Σάββατο, 19 Φεβρουαρίου 2022 18:21

Δημοσκοπήσεις και παράδοση

Γράφει ο Χρήστος Σπίγκος.

 Παρακολουθώντας τον δημόσιο διάλογο μεταξύ κομμάτων διακρίνω την κοινή διαπίστωση, ομολογημένη ή μη, της συνεχούς παραμονής της ΝΔ στην πρώτη θέση, με την όποια κεφαλαιοποιημένη φθορά της να διαχέεται στον χώρο της κεντροαριστεράς, χωρίς να φαίνεται αν ο ΣΥΡΙΖΑ εισπράττει μερίδιο από αυτήν.
Από την άλλη πλευρά το ΠΑΣΟΚ/ΚΙΝΑΛ φαίνεται να παγιώνει το διψήφιο ποσοστό  που εμφανίστηκε την επομένη της ανάδειξης του νέου αρχηγού του, του κ. Ανδρουλάκη.
Ο κ. Μητσοτάκης δείχνει να ξεπερνάει τον ένα σκόπελο μετά τον άλλο, με την αυτοπεποίθηση που του δίνει η δημοσκοπική πρωτιά που φαίνεται να είναι σταθερή, παρά την αποτυχημένη διαχείριση της πανδημίας με εκατόμβη νεκρών εκτός ΜΕΘ, την αποδεδειγμένη ανεπάρκεια του πολυδιαφημιζόμενου επιτελικού του κράτους να διαχειριστεί ακραία, αλλά όχι σπάνια, καιρικά φαινόμενα, και τη σημερινή ακρίβεια που οφείλεται σε αποκλειστικά δικό του μεγάλο μερίδιο ευθύνης, εξαιτίας της προσωπικής του επιλογής να εξαρτήσει τη χώρα, σχεδόν αποκλειστικά, από ένα εισαγόμενο καύσιμο γεωπολιτικού χαρακτήρα, το φυσικό αέριο, αφήνοντας απροστάτευτους τους πολίτες στην κερδοσκοπία τεσσάρων μόλις παρόχων (ΔΕΗ, ELPEDISON, PROTERGEIA και ΗΡΩΝ),  και τη ΔΕΗ να έχει χάσει τον ιστορικό κοινωνικό της ρόλο.
 Μια επιδερμική συμπερασματολογία συντηρητικών αναλυτών είναι ότι ο Έλληνας ψηφοφόρος δείχνει να απομακρύνεται οριστικά από τον λαϊκισμό του ΣΥΡΙΖΑ, και να εμπιστεύεται, είτε τη σιγουριά της επιχειρηματολογίας του τεχνοκράτη Πρωθυπουργού μας, έστω κι αν αυτή εξαντλείται πάντα στην αναζήτηση έξωθεν ευθυνών, είτε την ελπιδοφόρα νέα ηγεσία ενός αναβαπτισμένου και αποκαθαρμένου ΠΑΣΟΚ (με ή χωρίς ΚΙΝΑΛ).
Ας θυμηθούμε την πρόσφατη ιστορία.
Ο Έλληνας ψηφοφόρος υπερψήφιζε το λαϊκιστικό «Δεν υπάρχουν θεσμοί, υπάρχει λαός» του παγκόσμιας εμβέλειας καθηγητή Οικονομίας Αντρέα Παπανδρέου, και καταψήφιζε τη μετριοπάθεια και τον ορθολογισμό του Λεωνίδα Κύρκου. Ο συμπολίτης ψηφοφόρος εμπόδισε αρκετές φορές την επιχειρηματολογία του ΚΚΕες να μπει στο Κοινοβούλιο, επιτρέποντας στον αυριανισμό να καταλαμβάνει κυβερνητικά έδρανα. Ο χειμαζόμενος από την οικονομική κρίση Έλληνας τιμώρησε με αποβολή από τον κοινοβουλευτικό βίο την πολιτική σκέψη του διεθνώς αναγνωρισμένου καθηγητή Συνταγματικού Δικαίου κ. Ε. Βενιζέλου, και δεν  καταλόγισε, τουλάχιστον, τις ίδιες ευθύνες  στον λαϊκισμό των Ζαππείων του κ. Σαμαρά. Δημοσκοπική μερίδα του εκλογικού σώματος δείχνει σήμερα να μην εμπιστεύεται τον ήπιο και τεκμηριωμένο λόγο του κ. Α. Τσίπρα, που εκφράζει το σύνολο του ΣΥΡΙΖΑ, και αρκείται να δικαιολογεί την απορριπτική της στάση επικαλούμενη την αμετροέπεια κάποιων μεμονωμένων στελεχών του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης, που απαντούν, με ανοίκειο ίσως τρόπο, στη μισαλλόδοξη ρητορική κάποιων μεμονωμένων κυβερνητικών στελεχών της ΝΔ.
Συμπέρασμα λοιπόν δεν φαίνεται να εξάγεται σχετικά με το αν ο Έλληνας έμαθε να μην έλκεται από τον τρέχοντα λαϊκισμό. Ίσως κάτι άλλο συμβαίνει, κάτι πιο αρχέγονο και πιο στερεοτυπικό, βγαλμένο από ξεχασμένες συμβάσεις του πολιτικού μας παρελθόντος που  επιβιώνουν ακόμα στο υποσυνείδητό μας. Εκτιμώ ότι η ψήφος στην αριστερά αποτελεί ακόμα μια συνειδησιακή υπέρβαση απέναντι στην πολιτική μας παράδοση, που θέλει την όποια εκδοχή της αριστεράς εχθρό της εθνικής ομαλότητας και των κανόνων της, όπως αυτοί διαμορφώθηκαν από την εποχή του Ιδιώνυμου του Ελευθέριου Βενιζέλου και εντεύθεν. Με απλά λόγια είναι μια ψήφος διερευνητική, έτοιμη να μεταβληθεί σε λίθο αναθέματος μετά το πρώτο λάθος.
Ας μου επιτραπεί όμως η άποψη, ότι ο ΣΥΡΙΖΑ, διατηρώντας τις δικαιωμένες αξίες της ευρωπαϊκής αριστεράς και  της σοσιαλδημοκρατίας, και όντας πιο σοφός από τα λάθη του, απαντά στα σοβαρά προβλήματα του τόπου χωρίς αγκυλώσεις και προκαταλήψεις, χωρίς διχαστικές αναφορές, αμερόληπτα και ορθολογικά.
Ο διάλογος με την αριστερά δεν έχει προαπαιτούμενα, και η εμπιστοσύνη προς αυτήν δεν είναι πράξη ενοχική.
Ας γνωριστούμε λοιπόν καλύτερα.