espa pkm

Πέμπτη, 14 Μαΐου 2026, 10:32:00 πμ
Πέμπτη, 14 Μαϊος 2026 10:38

Λεκτικές αναζητήσεις στην ποντιακή

Γράφει ο Νίκος Κωνσταντινίδης

Εκπαιδευτικός - συγγραφέας.

Η λέξη «έτυμον» σημαίνει  αλήθεια, από όπου και  η λέξη  «ετυμολογία», η οποία ασχολείται με την προέλευση των λέξεων. Η αρχαία ελληνική  έχει λογική και ετυμολογική δομή. «Ελληνίζειν εστί το ορθώς ονομάζειν» λέει ο Αριστοτέλης.

«Όποιος επίσταται τα ονόματα, επίσταται και τα πράγματα, και αυτός είναι ο επιστήμων. Ον και όν-ομα είναι αλληλένδετα» προσθέτει ο Πλάτων. Οι λέξεις κουβαλάνε τη δική τους ιστορία. Λέμε χόρτασα, ακόμη κι όταν τρώμε κρέας, γιατί ο νους θυμάται. από την εποχή που ο άνθρωπος ήταν χορτοφάγος. «Κι αν ξεχνούν οι άνθρωποι πάντα θυμούνται εκείνες»  συμπληρώνει ο Παλαμάς.

Η αρχαία λέξη ώρα, με ψιλή και οξεία  σημαίνει φροντίδα, προσοχή, φύλαξη (Etymologicon Magnum Lexicon) . Από τη  λέξη αυτή  έχουμε το ποντιακό ρήμα ωρ(ι)άζω και εράζω, με τη σημασία του επιτηρώ, εποπτεύω, προσέχω, παραμονεύω.  (Η μάνα  ωρ(ι)άζ το παιδίν να μη ρουζ’ ας σο κουνίν  . Η κάτα (γάτα) ωρ(ι)άζ τον πεντικόν να πιάν’ ατόν.  Από το ρήμα ωρ(ι)άζω έχουμε το ουσιαστικό ωρίασμαν, καυθώς και το ώρος ή ούρος.(Το βουνό «Κρούσια του Κιλκίς λέγονταιται  Δύσωρον).

Η λέξη ώρος απαντάται επίσης ως δεύτερο συνθετικό στα ουσιαστικά πυλωρός, θυρωρός, υλωρός (=δασοφύλακας). Το «ω» στην λέξη ώρος αποδίδεται ως «ου» και γίνεται ούρος, όπως ο κώδων, κουδούνι, ο πώγων, πηγούνι κλπ. Ούρος είναι ο επί των ορίων τεταγμένος. Λέγεται ούρος και ο άνεμος (Etymologicon Magnum Lexikon, εκδόσεις Πελεκάνος)

Στη μυθολογία επίσης έχουμε τις Ώρες (Ώραι) που ήταν  γυναικείες θεότητες, κόρες του Δία και τις Θέτιδας, οι οποίες επόπτευαν τα έργα των ανθρώπων και ανοιγόκλειναν τις πύλες του Ουρανού, σύμφωνα με τον Όμηρο.  

Η λέξη κατάρα παραπέμπει στην αρχαία λέξη αρά, ενισχυμένη με την πρόθεση «κατά», γνωστή από τον ποντιακό στίχο: «θάλασσα πικροθάλασσα, θάλασσα, ανάθεμά σε αμαρτωλή κατάρατος θεόν που κι φο(γ)άσαι».  Το αρχαίο ρήμα καταρώμαι στην ποντιακή λέγεται «καταρούμαι» ή «καταράσκουμαι». Στην ποντιακή έχουμε επίσης το επίθετο «κατάρατος» (Άνθιμος Παπαδόπουλος).

Το επίθετο  «άμελος» παραπέμπει στο  αρχαίο ρήμα αμελέω-ώ και σημαίνει «αδιαφορώ, παραμελώ, είμαι αμελής». Το ίδιο επίθετο «άμελος» το έχουμε και στην ποντιακή με την ίδια  σημασία. Άμελος είναι αυτός που δεν φροντίζει  τον εαυτό του, ο φυγόπονος, αλλά και εκείνος που  αποφεύγει  την εργασία (Άνθιμος Παπαδόπουλος).

Η αρχαία λέξη «χρως» σημαίνει την επιφάνεια κάθε σώματος (από όπου και χρώμα) και ειδικότερα η επιδερμίδα. Οι Πυθαγόρειοι την επιφάνεια του σώματος την ονόμαζαν χροιάν. Στην ποντιακή οι λέξεις  "χρως" και "χροιά" λέγονται "χρά". (π.χ. εκχύεν η χρά τ' = χύθηκε η  όψη του, έχασε το χρώμα του. (Άνθιμος Παπαδόπουλος). Παρόμοιες φράσεις υπάρχουν πολλές, όπως για παράδειγμα τα ψωμία επέραν χραν (κοκκίνισαν).

Το ρήμα της αρχαίας νίφω ή νείφω μας δίνει τη λέξη «νεφρός» (νίφω + ούρον), καθώς μέσα από τους νεφρούς  φέρονται τα ούρα. Από το νείφω ή νίφω έχουμε στη μέση φωνή το ρήμα νείφομαι και νίφομαι,  που σημαίνει βρέχομαι καθώς και το  νίφκουμαι της ποντιακής,  με τη σημασία του πλένομαι. Από το νίπτω έχουμε τη λέξη νιπτήρας καθώς και τη  λέξη νιφτήρα της ποντιακής. Τα χειλικά π, β, φ ως σύμφωνα με τη γραμματική  εναλλάσσονται. Λέμε πτωχός, αλλά και φτωχός.

Από τη λέξη νέφος έχουμε και το όνομα Νεφέλη στην ελληνική μυθολογία, η οποία ήταν θεότητα-σύννεφο που δημιούργησε ο Δίας κατ' εικόνα της Ήρας για να ξεγελάσει τον Ιξίωνα. Η Νεφέλη είναι κυρίως γνωστή ως σύζυγος του βασιλιά Αθάμαντα και μητέρα του Φρίξου και της Έλλης, η οποία έσωσε τα παιδιά της από τη θετή τους μητέρα την Ινώ, καθώς τους έστειλε το χρυσόμαλλο κριάρι…

Η λέξη νέφος της ποντιακής (πληθ. τα νέφα), γένους ουδετέρου υπάρχει και στην αρχαία ελληνική, με τη σημασία του σύννεφου, της σωρείας ή του όγκου από σύννεφα. Στον Σοφοκλή, στην τραγωδία Αίας, 1148, διαβάζουμε: «σμικρός νέφους εκπνεύσας μέγας χαμών».   (Liddell & Scott, Μέγα Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης).