Με τον όρο «Γλωσσικό Ζήτημα» αναφερόμαστε στη μακροχρόνια πνευματική και πολιτική διαμάχη για το ποια μορφή της ελληνικής γλώσσας: η καθαρεύουσα ή η δημοτική θα αποτελούσε την επίσημη γλώσσα του ελληνικού κράτους στην Εκπαίδευση και τη Διοίκηση.
Η καθαρεύουσα ήταν ήδη στην πράξη η επίσημη γλώσσα του κράτους από το 1834 -κατά την περίοδο της Αντιβασιλείας του Όθωνα - λειτουργώντας πρωτίστως ως σύμβολο της ιστορικής και πολιτισμικής συνέχειας των Ελλήνων από την αρχαιότητα.
Αν και οι Έλληνες έχουμε παγκοσμίως το ξεχωριστό προνόμιο – μαζί με Κινέζους, Ινδούς και κάποια υστέρηση χρόνου τους Εβραίους -να παρουσιάσουμε μια γλώσσα με αδιάκοπη, αδιάλειπτη συνέχεια μέσα στο χρόνο, εν τούτοις δύο μορφές της: η καθαρεύουσα και η δημοτική αποτέλεσαν το πεδίο, όπου συγκρούστηκαν διαφορετικές ιδεολογίες για την ταυτότητα του έθνους, αναδεικνύοντας τη γλώσσα μας όχι μόνο ως μέσο επικοινωνίας, αλλά και ως ένα σύμβολο πολιτικών πεποιθήσεων και δριμύτατων αντιπαραθέσεων.
Για τους δημοτικιστές, η δημοτική γλώσσα ήταν η μόνη αληθινή εθνική γλώσσα -η φυσική καθημερινή γλώσσα των Ελλήνων- η γλώσσα που μπορούσε να γίνει κατανοητή από όλο τον λαό, ενώ για τους καθαρευουσιάνους, η καθαρεύουσα αποτελούσε «το μέγιστο εθνικό αγαθό» και την ίδια «την ψυχή του έθνους», διασφαλίζοντας τη συνέχεια της ελληνικής φυλής από τους αρχαίους χρόνους. Για τους καθαρευουσιάνους, οι αναζητούντες την αντικατάστασή της δημοτικιστές ήταν: άθεοι, μαλλιαροί, κομμουνιστές, ανθέλληνες.
Αυτή η αντιπαράθεση καθαρευουσιάνων -δημοτικιστών , δεν ήταν μία απλή λεκτική, φιλολογική αντιπαράθεση, αλλά μια βαθιά, κοινωνική και πολιτική σύγκρουση, η οποία οδήγησε σε αιματηρές μάχες στους δρόμους της Αθήνας τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα:
τον Νοέμβριο του 1901 διαδραματίζονται «τα Ευαγγελικά» με αφορμή τη δημοσίευση της μετάφρασης του Ευαγγελίου στη δημοτική από την εφημερίδα «Ακρόπολις». Συντηρητικοί κύκλοι θεωρούν τη μετάφραση βεβήλωση των Ιερών κειμένων. Πραγματοποιείται μεγάλο συλλαλητήριο .Διαδηλωτές συγκρούονται με τον στρατό και την αστυνομία. Απολογισμός: 11 νεκροί και περίπου 80 τραυματίες.
Δύο χρόνια αργότερα (Νοέμβριος του 1903) η γλωσσική αντιπαράθεση μεταφέρεται στο θεατρικό χώρο, με αφορμή τη μετάφραση σε δημοτική της τριλογίας «Ορέστεια» του Αισχύλου (Ορεστειακά). Απολογισμός: 2 νεκροί και πολλοί τραυματίες.
Δημοτικιστές και λόγιοι - υπέρμαχοι του δημοτικισμού- υφίστανται διώξεις: χαρακτηριστική είναι η Δίκη του Ναυπλίου (1914) για τα «Αθεϊκά του Βόλου», όπου ο παιδαγωγός Αλέξανδρος Δελμούζος σέρνεται στο δικαστήριο με την κατηγορία της διαφθοράς των μαθητριών , λόγω της χρήσης της δημοτικής στο Ανώτερο Δημοτικό Παρθεναγωγείο Βόλου, που διηύθυνε ο ίδιος.
Ανθρωπιστής, φιλελεύθερος πολιτικός ο Βενιζέλος (1864-1936), εκσυγχρονιστής ηγέτης -από το ξεκίνημα του πολιτικού του σταδίου το 1889 στην Κρήτη- πιστεύει ότι η Εκπαίδευση συμβάλλει στον αστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας και κατ’ επέκταση στη θεμελίωση του κοινοβουλευτικού καθεστώτος. Θεωρεί ότι η δημοτική γλώσσα του λαού είναι το απαραίτητο εργαλείο για την πνευματική αναγέννηση του έθνους : « Η δημοτική γλώσσα -λέει- θα θριαμβεύση, διότι δι’ αυτής θα γραφή η νεοελληνική φιλολογία, η οποία είναι ο κύριος συντελεστής του πολιτισμού μας.»
Εν τούτοις δεν είναι ακραίος, αδιάλλακτος δημοτικιστής .Ξέρει ότι η καθαρεύουσα αποτελεί καθεστώς, το οποίο δεν μπορεί να ανατραπεί από τη μία μέρα στην άλλη. Έτσι με την αναθεώρηση του Συντάγματος του 1911 -με μεγάλη πλειοψηφία των βουλευτών να υποστηρίζει την προστασία της καθαρεύουσας- δέχεται να συμπεριληφθεί στο Σύνταγμα
|
του 1911, το άρθρο 107, σύμφωνα με το οποίο: «γλώσσα του κράτους είναι εκείνη εις την οποίαν συντάσσονται το πολίτευμα και της ελληνικής νομοθεσίας τα κείμενα. Πάσα- προς παραφθοράν νομοθεσίας ταύτης- επέμβασις απαγορεύεται.»
Η επίσημη καθιέρωση της δημοτικής γλώσσας στην Εκπαίδευση -αναμφισβήτητο σταθμό στην Ιστορία της Ελληνικής Παιδείας- θα πραγματοποιηθεί με την επαναστατική κυβέρνηση του Ελευθερίου Βενιζέλου στη Θεσσαλονίκη το 1917.Με πρωτοβουλία του εκπαιδευτικού, συγγραφέα και πολιτικού Δημητρίου Γληνού υιοθετήθηκαν όλες οι γλωσσικές αρχές του Εκπαιδευτικού Ομίλου, που ιδρύθηκε από την τριανδρία του δημοτικισμού: Δελμούζο, Γληνό και τον γλωσσολόγο Τριανταφυλλίδη, προκειμένου να ενταχθεί η δημοτική γλώσσα στο σχολείο.
Με το Ν.Δ 2685|1917 ή Ν. 1332|1918 καθιερώνεται λοιπόν για πρώτη φορά η δημοτική γλώσσα σε όλες τις τάξεις του δημοτικού, με παράλληλη διδασκαλία της καθαρεύουσας στις δύο τελευταίες τάξεις. Ορίζεται επίσης να γραφούν στη δημοτική γλώσσα βιβλία των τεσσάρων τάξεων του δημοτικού σχολείου. Αποφασίστηκε να εγκρίνονται από το Εκπαιδευτικό Συμβούλιο πολλά αναγνωστικά και να ισχύουν για αόριστο χρόνο μετά την έγκρισή τους. Τη διετία 1917-1919 θα κυκλοφορήσουν 10 νέα αναγνωστικά , γραμμένα στη δημοτική, με βάση τη γραμματική του Μανώλη Τριανταφυλλίδη.
Τότε εμφανίστηκε το 1918 -ως αναγνωστικό της Γ΄ Δημοτικού- το εμβληματικό βιβλίο της περιόδου 1917-1920 : «Τα ψηλά βουνά» του κριτικού, ποιητή, διηγηματογράφου Ζαχαρία Παπαντωνίου. Αποτελεί θρύλο στο χώρο του εκπαιδευτικού βιβλίου και διαχρονικό υπόδειγμα επιτυχημένου, σχολικού βιβλίου .Μαζί με «Τα ψηλά βουνά» εμφανίζεται και το «Αλφαβητάριο (με τον ήλιο) μέρος Α΄και Β¨ (συλλογικό έργο), που θεωρείται σταθμός όχι μόνον στην ιστορία του σχολικού βιβλίου, αλλά γενικότερα στην εξέλιξη των ελληνικών εκπαιδευτικών πραγμάτων. Το βιβλίο « οι τρεις φίλοι» της Γαλάτειας Καζαντζάκη, συζύγου του Νίκου Καζαντζάκη, που εκδόθηκε το 1914( γι’ αυτό ήταν γραμμένο αρχικά στην καθαρεύουσα) θα μεταγραφεί το 1917 στη δημοτική, μέχρι να κυκλοφορήσουν τα νέα αναγνωστικά της δημοτικής, που γράφηκαν με βάση το Ν. 1332 /1918.
|
Τα μοναδικά αυτά όμως βιβλία εξαφανίστηκαν από το εκπαιδευτικό στερέωμα, μετά την ήττα του Βενιζέλου στις εκλογές του 1920. Η σύσταση της Επιτροπής, που είχε ορίσει η νέα κυβέρνηση να τα κρίνει ήταν : «Να εκβληθώσι πάραυτα εκ των σχολείων και καώσι (!) τα συμφώνως προς τους νόμους εκείνους συνταχθέντα και σήμερον εν χρήσει υπάρχοντα αναγνωστικά βιβλία, ως έργα ψευδούς και κακοβούλου προθέσεως». Η δημοτική στην πυρά, ζήτω η καθαρεύουσα! Έτσι χάθηκε μια πρώτη μεγάλη προσπάθεια για την οργάνωση μιας Εκπαίδευσης, βασισμένης στην κατανοητή γλώσσα του λαού.
Στη δεύτερη βενιζελική περίοδο (1928- 1932) ο Ελευθέριος Βενιζέλος -ρεαλιστής πολιτικός-θεωρώντας ότι και πάλι δεν είχαν ωριμάσει οι συνθήκες για την καθιέρωση της δημοτικής σε όλη την Εκπαίδευση συμβιβάζεται γλωσσικά : Με τον Νόμο 5054 του 1931 «Περί σχολικών βιβλίων» προβλεπόταν η διδασκαλία της δημοτικής γλώσσας και στις έξι τάξεις του Δημοτικού Σχολείου (στις δύο τελευταίες παράλληλα με την καθαρεύουσα) και στη Μέση Εκπαίδευση παρέμενε η καθαρεύουσα.
Με την παραίτηση του Βενιζέλου το 1932, επανήλθε η διδασκαλία της καθαρεύουσας και η δημοτική γλώσσα περιορίστηκε στις δύο πρώτες τάξεις του Δημοτικού Σχολείου.
Τα επόμενα σχεδόν 40 χρόνια η ελληνική εκπαίδευση έμοιαζε με «ασανσέρ» , καθώς η γλώσσα άλλαζε συνεχώς, ανάλογα με τις πολιτικές ανατροπές.
Το εθνικό μας αυτό τεράστιο, γλωσσικό ζήτημα επιλύθηκε οριστικά το 1976, όταν η κυβέρνηση Κωνσταντίνου Καραμανλή καθιέρωσε τη Νεοελληνική Δημοτική, ως μοναδική επίσημη γλώσσα του κράτους στην Εκπαίδευση και τη Διοίκηση.
Οι ρηξικέλευθοι, τολμηροί γλωσσικοί οραματισμοί του Ελευθερίου Βενιζέλου και η προσπάθειά του υλοποίησής τους, βρήκαν την οριστική πραγμάτωσή τους τελικά -μετά την παρέλευση μισού αιώνα ζωής- με την εκπαιδευτική ανασυγκρότηση της κυβέρνησης Κωνσταντίνου Καραμανλή, μιας επίσης ιδιαίτερης πολιτικής φυσιογνωμίας της Σύγχρονης Ιστορίας μας.



