Και οι άνθρωποι γύρω όπως μας τους περιέγραψαν, όταν τους υποδέχτηκαν στην πλατεία, στο καφενείο, όπου… άνθρωποι της ράτσας μας, οι άνθρωποι που στο αντίκρισμά τους θυμόμαστε ένα σωρό φυσιογνωμίες συγγενών, φίλων, γειτόνων. Άνθρωποι περήφανοι που μόνον αυτοί μιλούν τα γνήσια ‘ΡΩΜΕΙΚΑ’ όπως αποκαλούν τα ποντιακά, την ποντιακή διάλεκτο, τη διάλεκτό μας, που διασώζει τόσα πολλά γλωσσικά στοιχεία ιωνικά, αλλαγμένα βέβαια με την πάροδο τόσων αιώνων που με λίγη προσοχή τα αναγνωρίζεις… Έτσι όταν ρώτησα ένα παλικάρι «Πώς σας λένε;» δεν απάντησε, με κοίταξε όμως προσεκτικά για να καταλάβει τι τον ρωτούσα- «Ποίον έν τ΄ όνομα σ’;». Πάλι δεν κατάλαβε. «Ντο ακούς;» κ΄ αμέσως απάντησε, «Μουσταφά». Το ιωνικής προέλευσης ‘ντο ακούς’, «ντ’ ακούς», το έχει κρατήσει στην καθημερινή του ομιλία, όπως ακριβώς και οι δικοί μας οι παλιοί που ήρθαν από κει και όσοι μεγαλώσαμε με τη διάλεκτό μας. Είναι το «τι ακούς;» «τι ακούεις;». Υπάρχει ακριβώς αυτή η έκφραση στον Ηρόδοτο. Δηλαδή: «Τι ακούεις;- Ποιο είναι το όνομά σου;- Πώς σε λένε;».
Εκεί, στα Ελληνόφωνα χωριά του Όφη συναντάς και τη λαχτάρα των ανθρώπων της ράτσας μας, όπου έμειναν για τους γνωστούς ιστορικούς λόγους, τη λαχτάρα να μιλήσουν μαζί μας τόσο εγκάρδια, σα να μας περίμεναν ν’ ανταλλάξουμε τα της καθημερινής ζωής… -Ντ’ εφτάτε! Ντο είνουστουν! Ελάτε και σο χωρίο μουν! Να πάμε σο σπίτι μουν- Κάποια στιγμή πάνω στη συγκίνηση είπα σε κάποιο νέο παλικάρι: -Εσείς ας’ εμάς είστουνε!. Και μ’ έναν αυθορμητισμό ξαφνικά τινάχθηκε απάνω κουνώντας ανάλογα το χέρι.
-Γιοκ! Όχι! Εσείς είστουνε ας’ εμάς. Και το βλέμμα του έλαμψε από ικανοποίηση. Αμέσως του απάντησα: Ναι, εμείς είμες ας’ εσάς! Εμείς πα απαδά είμες… Οι παλαιοί μουν. Ο πάππο μ’, η γιάγια μ’, ο κύρη μ’…
-Γιατί εφέκετε μας κ’ έφυγετε; Είπε με πραγματική απορία.
-Γιατί έσφαζανέ μας… -Να εντούνατε και εσείς (Να χτυπούσατε κι εσείς). Εμείς εντούναματς! (Εμείς τους χτυπούσαμε). Είπε θριαμβευτικά και έκανε και τις ανάλογες κινήσεις υπεροχής απέναντί μου. Τι να του έλεγα του παιδιού αυτού, του ομοαίματου αδελφού, του ομοεθνούς… Που αγνοεί την αληθινή ιστορία, τα πραγματικά γεγονότα, την τραγωδία των ανθρώπων εκείνης της δεκαετίας και τόσα, τόσα άλλα… Τον κοίταξα μόνο με μία ανείπωτη συγκίνηση και τον αγκάλιασα…. Ένιωθε τέτοια υπεροχή που εκείνοι αντιστάθηκαν και κέρδισαν τα σπίτια τους και τα μέρη τους…. Άραγε συνειδητοποίησε ποτέ το αντάλλαγμα, το αντίτιμο;…Δε μου ήταν εύκολο να του ανοίξω τα μάτια, να τον αφυπνίσω…
-Πώς περνάτε εκεί; Φέρκουντανε ‘σας καλά; Έχνε σας καλά; Ρώτησε κάποιος μεγάλης ηλικίας. Τι σκέψεις, τι έγνοιες. Τι του ήρθε να ρωτήσει: Άραγε μας φέρονται καλά; Μας έχουν εδώ καλά; Περνάμε καλά εδώ;
Η επίσκεψη στην Υψηλή του Πόντου! Στη γενέτειρα των Υψηλάντηδων! Των Υψηλάντηδων που ηγήθηκαν στη συγκλονιστική μας εκείνη επανάσταση του 1821 για την οποία μαζί τους έφεραν και διέθεσαν όλη τους την περιουσία!
Των Υψηλάντηδων το χωριό… Τι ομορφιά, τι φύση, τι τοπίο! Και οι άνθρωποί του ζωηροί-ζωηροί. Χαρούμενοι και ευδιάθετοι τρέχουν ολόγυρα μας. Οι ομοεθνείς αδελφοί μας… ολόγυρά μας! Αγωνίζονται να μας πουλήσουν τα περίφημα μαχαίρια τους και ό,τι άλλο παράγουν…
Οι άνθρωποι της Υψηλής του Πόντου, οι άνθρωποι της ράτσας μας, άραγε γνωρίζουν, αυτό το πανέμορφο χωριό τους τι πρόσφερε στο ΜΕΓΑΛΟ ΜΑΣ ΞΕΣΗΚΩΜΟ. Στον Ιερό μας Αγώνα, στο Έθνος μας ολόκληρο!!
Κυριακή, 30 Μαϊος 2010 19:49
Έλλη Τσιτουρίδου-Αράπογλου : Ταξίδι στον Πόντο
Εντυπώσεις βαθιά χαραγμένες στο νου και στην καρδιά. Ακρογιαλιές, βουνοκορφές δεμένες με την οργιαστική βλάστηση, που τόσο χαρακτηριστικά οι δικοί μας, οι παλαιοί μας τα είχαν αποτυπωμένα στα λυρικότατα τραγούδια μας… Παντού απομεινάρια από τον παλιό καλό καιρό, από τη γεμάτη σφύζουσα καθημερινή ζωή των προγόνων μας. Όπως ακριβώς μας τα ‘λεγαν οι παλιοί κ’ εμείς δεν μπορούσαμε να τα πιστέψουμε. Μα και όπως μας τα διηγήθηκαν οι γονείς μας, όταν μετά από τόσες δεκαετίες λαχτάρισαν να ξαναδούν το σπίτι, την αυλή, τη γειτονιά τους, δρόμους των παιδικών τους χρόνων.



