Quantcast
Πέμπτη, 30 Μαρτίου 2023, 8:11:54 μμ
Δευτέρα, 10 Οκτωβρίου 2022 20:13

Γιατί ηττήθηκε η Ελλάδα το 1922;

Του Παναγιώτη Αδάμου.

Δουλειά της Ιστορίας δεν είναι ούτε ο έπαινος ούτε ο ψόγος. Δουλειά της είναι να κατανοήσει. Να κατανοήσει τα γεγονότα, τα αίτια και τις συνέπειές τους καθώς και τα κίνητρα των ιστορικών πρωταγωνιστών.

Πολλοί ιστορικοί, μάλιστα, κρίνουν τις αποφάσεις των ιστορικών προσώπων με την ιδέα ότι οι ίδιοι θα αντιλαμβάνονταν πιο εύστοχα τις ιστορικές συγκυρίες και θα τα κατάφερναν, υποτίθεται, καλύτερα. Πράγματι, πολύ εύκολα ξεχνάμε ότι μόνον εκ των υστέρων και εκ του ασφαλούς μπορούμε να βγάλουμε κάποια συμπεράσματα ως προς τις «ορθές» ή «λανθασμένες» αποφάσεις που πάρθηκαν ή θα μπορούσαν να παρθούν σε καταστάσεις φοβερών διλημμάτων.

Πιστεύω ότι στα πλαίσια της επετείου των 100 χρόνων από τη Μικρασιατική καταστροφή, το κύριο ερώτημα που πρέπει να μας απασχολήσει είναι τα αίτια της ήττας. Εννοώ της ήττας στο πεδίο της μάχης. Διότι η τελική τραγωδία μπορεί να οφείλεται σε αρκετούς παράγοντες γενικά, αλλά ο κύριος και προφανής λόγος είναι, αναπόφευκτα, η ήττα και η κατάρρευση του μετώπου το 1922.

Ξεκινούμε, λοιπόν, με τον εθνικό διχασμό ο οποίος θεωρείται από τους περισσότερους, κατά κανόνα, ως η κύρια αιτία της ήττας. Νομίζω ότι δεν είναι ανάγκη σ’ αυτό το κείμενο να γίνει λεπτομερής αναφορά των γεγονότων του εθνικού διχασμού μεταξύ βενιζελικών και βασιλοφρόνων, καθώς είναι λίγο πολύ γνωστά. Ας επισημανθεί όμως ότι ένα μοιραίο αποτέλεσμα του διχασμού ήταν το εξής: δεν υπήρξε ο αναγκαίος βαθμός  πολεμικής κινητοποίησης της ελληνικής κοινωνίας, του ενός δηλαδή από τα τρία στοιχεία της τριάδας κάθε πολέμου: η πολιτική ηγεσία διαμορφώνει τον πολιτικό στόχο και η στρατιωτική ηγεσία την πολεμική στρατηγική, πρέπει όμως να υπάρχει και το στοιχείο της λαϊκής ορμής στον αγώνα. Στην περίπτωση όμως της Ελλάδας της εποχής, αυτή η προϋπόθεση δεν ίσχυε στον βαθμό που ήταν απαραίτητο, προφανώς λόγω των πολιτικών παθών. Δεν ίσχυε καν η σύμπνοια μεταξύ πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας, γεγονός που φάνηκε ξεκάθαρα με την αλλαγή κυβέρνησης το 1920 (εκλογική ήττα Βενιζέλου και νίκη των βασιλοφρόνων, απομάκρυνση βενιζελικών αξιωματικών από το μέτωπο κ.ά.).  Κρίσιμο και ζωτικό σημείο που δείχνει ανάγλυφα την έλλειψη λαϊκής κινητοποίησης ήταν οι μαζικές λιποταξίες στρατιωτών, που ανέρχονταν σε δεκάδες χιλιάδες, περισσότερες ως ποσοστό από κάθε άλλη πολεμική κινητοποίηση της Ελλάδας από την ίδρυσή της το 1830! Οι μαζικές αυτές λιποταξίες απλών στρατιωτών είναι απολύτως ενδεικτικές για τι μιλάμε.

Δηλαδή η Ελλάδα ανέλαβε το μεγαλύτερο στρατιωτικό εγχείρημα της νεότερης ιστορίας της χωρίς την ζωτική προϋπόθεση της ενότητας της τριάδας πολιτικής ηγεσίας-στρατιωτικής ηγεσίας-κοινωνίας.

Προσωπικά, όμως, δεν θεωρώ τον εθνικό διχασμό ως τον κύριο λόγο της ήττας. Διότι εθνικό διχασμό την ίδια περίοδο είχαν και οι Τούρκοι! Την επαύριον της ήττας της οθωμανικής αυτοκρατορίας στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο (1918), η τουρκική κοινωνία χωρίστηκε σε σουλτανικούς και κεμαλικούς. Οι τελευταίοι, ως γνωστόν, κατήγγελλαν τους πρώτους ότι παρέδωσαν την αυτοκρατορία στους Δυτικούς νικητές (Βρετανία, Γαλλία και Ιταλία). Δεν πρέπει, άλλωστε, να ξεχνάμε ότι ο Κεμάλ ξεκίνησε την προσπάθεια  να δημιουργήσει τον στρατό του, το 1919, ως αντάρτης εναντίον του Σουλτάνου, που από τους οθωμανούς θεωρείτο ιερό πρόσωπο. Συνεπώς, μάλλον δεν στέκει το να θεωρούμε τον εθνικό μας διχασμό ως τον σημαντικότερο παράγοντα της ελληνικής ήττας, αφού από το ίδιο φαινόμενο υπέφερε την ίδια περίοδο και ο εχθρός.

Αν ο εθνικός διχασμός δεν αποτέλεσε την πρωταρχική αιτία της ήττας, τότε είμαστε αναγκασμένοι να ψάξουμε αλλού.  Θα μπορούσε, λοιπόν, κάποιος να υποστηρίξει ότι η μικρασιατική εκστρατεία ήταν ένα εγχείρημα που ξεπερνούσε τις οικονομικές, δημογραφικές και στρατιωτικές δυνατότητες της Ελλάδας. Δηλαδή, σύμφωνα με αυτό το σκεπτικό, η Ελλάδα, ακόμη κι αν δεν αντιμετώπιζε εσωτερικό διχασμό, και πάλι δεν θα ήταν σε θέση να επιβληθεί σ’ αυτόν τον πόλεμο γιατί δεν διέθετε τα μεγέθη και την ισχύ για να το πετύχει. Αυτή η θέση, γενικά, δεν στερείται λογικής βάσης. Πράγματι, έχει υποστηριχθεί από πολιτικούς και στρατιωτικούς αναλυτές ότι δεν ήταν δυνατό η χώρα να κρατήσει μακροπρόθεσμα μια μικρή και στενή λωρίδα γης στα μικρασιατικά παράλια. Ότι κάτι τέτοιο ήταν μη βιώσιμο. Ότι, με άλλα λόγια, ήταν αναγκαίο, η ελληνική κατοχή να απλωθεί πιο ανατολικά στη μικρασιατική ενδοχώρα, ώστε να διαθέτει το απαραίτητο γεωγραφικό βάθος που θα παρείχε ασφάλεια. Όμως εδώ ακριβώς έγκειται το κρίσιμο ερώτημα: διέθετε η Ελλάδα την πληθυσμιακή, οικονομική και στρατιωτική ισχύ για να κατέχει εκτάσεις σε βάθος της μικρασιατικής ενδοχώρας; Η ψυχρή λογική απαντά: όχι.

Σ’ αυτό το σημείο, όμως, κάποιος θα μπορούσε να κάνει την εξής ένσταση στο παραπάνω σκεπτικό: αυτό που ονομάζουμε «Βόρεια Ελλάδα» (η ελληνική Μακεδονία και η Δυτική Θράκη) δεν είναι επίσης μια στενή λωρίδα γης; Πώς λοιπόν η Ελλάδα μπόρεσε να κρατήσει αυτή τη στενή λωρίδα αλλά δεν θα μπορούσε να κρατήσει μια αντίστοιχη στα μικρασιατικά παράλια; Η απάντηση είναι απλή, όσο και κυνική: τη Μακεδονία και τη Δυτική Θράκη τις διατήρησε η χώρα για δύο λόγους: πρώτον, διότι συμπαρατάχθηκε με τους νικητές και στις τρεις μείζονες συγκρούσεις του 20ου αιώνα: στον Α’ και τον Β’ παγκοσμίους πολέμους, καθώς και στον ψυχρό πόλεμο. Και δεύτερον, διότι καμία από τις νικήτριες Δυνάμεις αυτών των τριών συγκρούσεων δεν είχε αντίρρηση να τις κρατήσουμε (τη Μακεδονία και τη Δυτική Θράκη). Στην περίπτωση, όμως, της Μικράς Ασίας, ίσχυε μόνον η πρώτη από αυτές τις δύο προϋποθέσεις (η συμπαράταξή μας με τους νικητές του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου). Η δεύτερη όμως προϋπόθεση προφανέστατα απουσίαζε: δύο από τους σημαντικότερους νικητές, η Γαλλία και η Ιταλία, όχι μόνο αντέδρασαν στην ελληνική επέκταση στη Μικρά Ασία, αλλά και ενίσχυσαν με μεγάλες ποσότητες πολεμικού υλικού τον Κεμάλ! Η Σοβιετική Ένωση είχε προηγηθεί σ’ αυτό (ενίσχυση του Κεμάλ) καθώς θεωρούσε την ελληνική επέμβαση στη Μικρά Ασία ως προέκταση του αγγλικού ιμπεριαλισμού. Η δε Βρετανία ήταν η μόνη χώρα που υποστήριζε την ελληνική προσπάθεια, αλλά μόνο σε επίπεδο δηλώσεων! Ούτε μία αγγλική λίρα, ούτε ένα τουφέκι δεν ενίσχυσε τον ελληνικό αγώνα. Συμπέρασμα: μια βασική αιτία της ελληνικής ήττας ήταν ότι οι Μεγάλες Δυνάμεις της εποχής βρέθηκαν - άμεσα ή έμμεσα - απέναντι στο ελληνικό εγχείρημα. Προσωπικά δεν συμφωνώ με την άποψη ότι η εχθρική αυτή στάση των Δυνάμεων οφείλεται στην εκλογική ήττα του Βενιζέλου το 1920 και την επιστροφή του βασιλιά Κωνσταντίνου. Απόδειξη, ότι η μεν Ιταλία αντιτίθετο σφόδρα στην ελληνική επέκταση ήδη από το 1919, η δε Γαλλία άρχισε να μιλά για αναθεώρηση της Συνθήκης των Σεβρών λίγες εβδομάδες μετά την υπογραφή της, δηλαδή όσο πρωθυπουργός της Ελλάδας ήταν ακόμη ο Βενιζέλος. Άρα: η αποχώρηση του Βενιζέλου από τη σκηνή και η επιστροφή του Κωνσταντίνου πρόσφερε σ’ αυτές τις χώρες την αφορμή που αναζητούσαν για να εφαρμόσουν χωρίς κανέναν πια περιορισμό την πολιτική που είχαν ήδη αποφασίσει. Νομίζω ότι κανείς σοβαρός μελετητής δεν μπορεί να πιστεύει ότι η χώρα μπορούσε να καταλάβει και να κρατήσει ένα σημαντικό τμήμα της Μικράς Ασίας κόντρα στη θέληση και τις επιδιώξεις των Δυνάμεων.

Όμως, κατά τη γνώμη μου, ούτε ο εθνικός διχασμός, ούτε τα μικρά πληθυσμιακά και οικονομικά μεγέθη της χώρας, ούτε η εχθρική στάση των Δυνάμεων ήσαν οι κύριες, οι πρωταρχικές αιτίες της ήττας. Προσωπικά πιστεύω ότι ο κύριος παράγοντας της ήττας ήταν η ανάπτυξη τουρκικού μαζικού εθνικού κινήματος αντίστασης. Υπό την ηγεσία του Κεμάλ βέβαια. Ερώτημα: δεν το είχε υπολογίσει αυτό η ελληνική ηγεσία; Απάντηση: όχι. Το 1919, όταν ο Βενιζέλος αποφάσισε την απόβαση ελληνικού στρατού στη Σμύρνη, ούτε ο ίδιος ούτε κανείς άλλος από τους ευρωπαίους ηγέτες δεν είχαν προβλέψει την εμφάνιση ενός τέτοιου ένοπλου και μαζικού κινήματος. Πίστευαν, μάλιστα, ότι η τουρκική κοινωνία θα υποτασσόταν στο «Κισμέτ», το πεπρωμένο, που ήταν η διάλυση και ο τεμαχισμός της οθωμανικής αυτοκρατορίας, από τη στιγμή μάλιστα που ακόμη και το ιερό πρόσωπο του Σουλτάνου είχε υποταχθεί και συγκατατεθεί σ’ αυτή τη μοίρα. Έχουμε, λοιπόν, εδώ, την κατά τη γνώμη μου κύρια αιτία της ήττας: το ότι οι Τούρκοι τελικά αντιστάθηκαν μαζικά και πολέμησαν λυσσαλέα. Και ότι αυτό το ενδεχόμενο η ελληνική πλευρά το είχε σαφέστατα υποτιμήσει (μόνον ο Μεταξάς το είχε προβλέψει).  Καμία άλλη αιτία δεν έχει, κατά τη γνώμη μου, τη βαρύτητα αυτής της τελευταίας. Για να το θέσουμε πιο απλά και ωμά: αν οι Τούρκοι δεν αντιδρούσαν μαζικά, αν δεν συσπειρώνονταν υπό τον Κεμάλ και αν δεν πολεμούσαν όπως πολέμησαν, καμία από τις αιτίες που αναλύσαμε πιο πάνω (εθνικός διχασμός, μικρά μεγέθη της χώρας, εχθρική στάση Δυνάμεων) δεν θα μπορούσε να σταματήσει την ελληνική προσπάθεια. Αυτός ήταν ο κρίσιμος, ο υποτιμημένος και μη προσδοκώμενος παράγοντας. Άλλωστε, δεν είναι λογικό από τη μια να θεωρούμε (και ορθώς) ως την κύρια αιτία της ήττας των Ιταλών το 1940 την αποτελεσματική και γενναία άμυνα του ελληνικού στρατού, αλλά, από την άλλη, ως προς τη δική μας ήττα στο μικρασιατικό μέτωπο να θεωρούμε ως την κύρια αιτία οτιδήποτε άλλο εκτός από την αποτελεσματική άμυνα των κεμαλικών δυνάμεων. Αυτή ήταν λοιπόν η σημαντικότερη αιτία. Όλες οι άλλες λειτούργησαν συμπληρωματικά ως προς αυτή.

Το τραγικό είναι ότι, όπως ανέφερα στην πρώτη παράγραφο του κειμένου, μόνον εκ των υστέρων μπορούμε να φτάσουμε σε τέτοια συμπεράσματα. Εξηγούμαι: το 1919, όταν ο Βενιζέλος αποφάσισε την αποστολή ελληνικού στρατού στη Σμύρνη, όλα έδειχναν ευνοϊκά για την ευόδωση του εγχειρήματος. Η οθωμανική αυτοκρατορία είχε μόλις εξέλθει ηττημένη και ταπεινωμένη από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο Σουλτάνος είχε αποδεχθεί και υπογράψει τη διάλυση του τουρκικού στρατού και οι Μεγάλες Δυνάμεις είχαν καταλάβει καίρια σημεία του οθωμανικού κράτους. Συνεπώς, ήταν αδιανόητο για τον  Βενιζέλο να απορρίψει την προσφορά των Δυνάμεων – πλην Ιταλίας – για ελληνική κατάληψη της Σμύρνης. Επρόκειτο για την πιο σωστή απόφαση με βάση τα δεδομένα εκείνης της ιστορικής συγκυρίας, άσχετα με το τι επακολούθησε.