espa pkm

Κυριακή, 17 Μαΐου 2026, 11:37:07 μμ
Δευτέρα, 12 Μαϊος 2025 13:13

Γλυκές θύμισες

Γράφει η Χρυσούλα Δημάδου-Βαπορίδου.

Συντ/χος νηπιαγωγός

 

Πόσο γρήγορα περνούν τα χρόνια, σαν γάργαρο νερό. Ήρθε λέμε το φθινόπωρο,  μα πότε έφυγε κι έφθασε ο χειμώνας, να και η άνοιξη και πολύ γρήγορα και το καλοκαίρι.

Κι αυτό επαναλαμβάνεται κι εμείς λέμε κάθε φορά «κάθε πέρσι και καλύτερα».

Και ξαφνικά, χωρίς να το καταλάβουμε, φθάνουμε στα 70, τα 80 και βάλε….

Τυχεροί βέβαια όσοι τα καταφέρνουν.

Δυστυχώς υπάρχουν και τα αναπάντεχα, φεύγουν νέα λουλούδια πριν προλάβουν να ανθίσουν, να ζήσουν, να γευτούν τις χαρές της ζωής, από διάφορες αιτίες: δυστυχήματα, αρρώστιες.. Καταστάσεις τραγικές.

Εμείς που φθάσαμε σε μεγάλη ηλικία, δεν πρέπει να σταματάμε να ονειρευόμαστε τις λίγες ή πολλές χαρές που περάσαμε στην παιδική και εφηβική ηλικία.

Μεγάλη τύχη να φθάσεις ως τα γεράματα…

Το χωριό μας μικρό, αλλά στα μάτια των παιδιών ένα μικρό βασίλειο.

Παλαγία Αλεξανδρούπολης. Με τις αρχές του χωριού, που στα μάτια μας φάνταζαν σαν κάτι πολύ σπουδαίο: ο πρόεδρος, ο γραμματέας, ο δάσκαλος ή η δασκάλα, ο παππάς, ο αγροφύλακας.

Οι άνθρωποι απλοί, αλλά πλούσιοι από τα βιώματα που κουβάλησαν από τις χαμένες πατρίδες. Και παρόλα όσα τράβηξαν, το χιούμορ δεν τους εγκατέλειψε.

Τι να πρωτοθυμηθώ: τον γραμματέα που πείραζε τον αθώο κυρ Μιχάλη «Μιχάλη, ο βασιλέας εφέκεν μας χρόνους (πέθανε)», «Την μανίτσας!» έλεγε ο κυρ Μιχάλης κι ό,τι πέτρες έβρισκε, τις πετούσε επάνω του.

Οι κάτοικοι του χωριού, προερχόμενοι από την Παλαγία του Πόντου,ήταν φιλόξενοι, καλόκαρδοι, με τα καλαμπούρια τους, τα παρακάθια και τα πειράγματά τους.

Από το σπίτι του παππού μου ανηφόριζαν για το καφενείο ο Καλησπέρας, γιατί και το πρωί έλεγε καλησπέρα (τη γυναίκα του τη λέγανε Καλησπερού), ο Τέλογλαν, πιο πάνω έμενε ο Κελεμούρς, ο Σαταπάρας, ο οποίος ήταν ο ιδιοκτήτης του καφενείου.

Τον παππού μου τον έλεγαν ζαρογούλ, γιατί είχε στραβό λαιμό και τη γιαγιά της φίλης μου τη λέγαν ζαρωτή.

Τη γιαγιά που καθάριζε την εκκλησία τη λέγανε ψηλή, γιατί ήταν πολύ κοντή.

Ήταν επίσης ο Σαμίλς, ο Γιούρας, ο Μίστος , ο Αγρογιάντς και η Αγρογιαννίνα, η κατούσα και κάποιοι που μου ξεφεύγουν.

Θυμάμαι ιστορίες και γεγονότα που συνέβαιναν μέσα στο χωριό. Στην πλειοψηφία χαρούμενα.

Η γιαγιά μου με τις φίλες της έπαιζαν μανιωδώς χαρτιά, τη λεγόμενη ξερή. Τα μικρά παιδιά τα κοίταγε η μεγαλύτερη κόρη, όχι φυσικά με ευχαρίστηση.

Στο καφενείο διοργάνωναν χοροεσπερίδες με το γραμμόφωνο. Το κέφι στο ζενίθ.

Χώρια οι ανδροπαρέες, με τη λύρα και με το μπουκάλι του ποτού στο χέρι, γυρνούσαν μέχρι τα ξημερώματα στα σπίτια, κλέβοντας και καμιά κότα.

Αρχηγός της παρέας κατά το πλείστον ο θείος μου, ο γνωστός ως βράχιας, γιατί είχε κέντρο διασκέδασης κοντά στα κόκκινα βράχια της παραλίας στην περιοχή Χιλή.

Θυμάμαι κάποιες αφηγήσεις και γελάω μόνη μου. Ο κυρ Γιάννης, γείτονάς μας, πολύ μελαχρινός και με πολύ χιούμορ, διηγούταν στους γνωστούς ένα περιστατικό:

«Κλόσκουμε ασ’ ο καφενείο. Εθυμέθα η γαρή μ εφτάει απέναντι με την κυρά Μαρία τσουρέκια. Λέω ας πάω να ελέπω ντο ίνεται. Εμπρός σο φουρνί η γειτόνισσα, η αγαθή η γαρήμ και τη γειτόνισσας ο άνδρας. -Άιντε, λέω, εσκουντούλτσαν τα τσουρέκια-. Εφτάνεμ νόημα ‘μη μιλάς’. Επιστημονικά εφτάν΄ ατά. Μετρά ο γείτονας: 5-4-3-2-1 ανοίνε το καπάκ. Ντο να ελέπω: Μαύρα άμον το κατσίμ»!.

Κάποια άλλη μέρα ήρθε στο σπίτι του παππού μου η νουνά μου να γειτονέψει. Είπαν διάφορα με τον παππού μου, ο τάδε τα ‘χει με την τάδε κι άλλα πολλά.

Φεύγοντας του λέει «Α τώρα που θα φεύω μπάρμπα Σάββα μη κατηγορείς κι εμέν». «Όχι κορίτς , όχι. Ντο είναι ατά που λες.»

Δεν πρόλαβε να φύγει η νουνά μου κι ακούμε τον παππού να λέει «Ανάθεμά σε και τ’ εσά πα εξέρ’ ατά»..

Με νοσταλγία διαπιστώνω ότι η όμορφη επικοινωνία που είχε ο κόσμος παλιά, είναι πια μακρινό παρελθόν. Έφυγε ανεπιστρεπτί.

Πάνε οι μοσχομυριστές αυλές, τα τραπεζάκια κάτω από τα δένδρα, ο καφές με τη γειτόνισσα, οι πόρτες που ήταν ανοιχτές για όλους. Όσοι έχουμε τέτοιες θύμισες, είμαστε πλούσιοι σε εικόνες κι εμπειρίες.

Παρόλες τις δυσκολίες που αντιμετωπίσαμε, ήμασταν μια τυχερή γενιά.

Παίζαμε άφοβα στην πλατεία, στις ρεματιές, στις γειτονιές. Ρουφούσαμε με περιέργεια τις αφηγήσεις των μεγάλων για τις χαμένες πατρίδες. Είχαμε υπακοή , σεβασμό προς τους μεγάλους, τους οποίους και βοηθούσαμε όταν μας χρειάζονταν.

Απλά, αγνά και ευλογημένα χρόνια!