espa pkm

Παρασκευή, 3 Απριλίου 2026, 1:16:48 μμ
Κυριακή, 02 Οκτωβρίου 2016 10:01

Γράμματα από τη Γερμανία: Οι πρόσφυγες και η Μέρκελ...

Της Αλεξάνδρας Ιωαννίδου 

 

Τους βλέπεις παντού. Στους δρόμους, καθώς προσπαθούν να προσανατολιστούν ανάμεσα σε αυτοκίνητα, πεζούς και ποδηλάτες που τρέχουν με μεγάλη ταχύτητα αψηφώντας τους αμέριμνους περαστικούς που θα βρεθούν στο δρόμο τους. Στα τρένα, καθώς ταξιδεύουν με τεράστιες βαλίτσες, πλαστικές σακούλες και αταίριαστα για την εποχή και αυτά τα γεωγραφικά πλάτη ρούχα. Στις υπηρεσίες, όπου περιμένουν σχηματίζοντας μεγάλες ουρές. Τους καταλαβαίνεις αμέσως. Δεν είναι τόσο το χρώμα του δέρματος, τα πολλά μικρά παιδιά που κουβαλούν ή το νεαρό της ηλικίας τους που τους κάνει να ξεχωρίζουν σε μια γερασμένη δημογραφικά Γερμανία. Είναι τα δειλά, ντροπαλά ή όλο περιέργεια βλέμματά τους. Είναι οι τυχεροί.

Αυτοί που επέζησαν της μεσογειακής διαδρομής, που πάτησαν το πόδι τους σε ευρωπαϊκό έδαφος, πρώτα στην Ελλάδα ή στην Ιταλία και κατόρθωσαν στη συνέχεια να τις εγκαταλείψουν, να περάσουν τα σύνορα αρκετών χωρών και να φτάσουν στη δική τους Γη της Επαγγελίας. Εκεί όπου βασιλεύει η «μαμά Μέρκελ». Η πολιτικός, η οποία, όντας επικεφαλής μιας κυβέρνησης, είπε την ιστορική φράση (με ό,τι αυτό συνεπάγεται): Wir schaffen das! Θα τα καταφέρουμε! Και κάλεσε 1.000.000 πρόσφυγες να έρθουν στη Γερμανία με τη βεβαιότητα ότι η πιο πλούσια αλλά και περισσότερο γερασμένη δημογραφικά οικονομία της Ευρώπης μπορεί να τους αντέξει. Και πεπεισμένη ότι οι ισχυροί δημοκρατικοί θεσμοί και η κοινωνική αλληλεγγύη που χαρακτηρίζουν τις ώριμες δημοκρατίες της Βόρειας και Κεντρικής Ευρώπης είναι σε θέση να τους εντάξουν χωρίς ισχυρούς κλυδωνισμούς.
Έκτοτε ο αριθμός των προσφύγων πήρε την ανιούσα (σίγουρα όχι με τους ρυθμούς που αυξανόταν πέρυσι) και η δημοτικότητα της Μέρκελ την κατιούσα. Η Άνγκελα Μέρκελ έδωσε μια υπόσχεση στους Γερμανούς: Θα τα καταφέρουμε. Η ικανότητά της ως πολιτικού και ως αρχηγού της κυβέρνησης κρίνεται από το κατά πόσο μπορεί να εκπληρώσει την υπόσχεση που έδωσε πριν ένα χρόνο. Σε μια χώρα όπου οι πολιτικοί ανταμοίβονται για το ρεαλισμό τους και κρίνονται με βάση την πραγματοποίηση των υποσχέσεών τους και όχι με βάση τις υποσχέσεις που ανέξοδα και αδιάντροπα μοιράζουν, η απώλεια της αξιοπιστίας σημαίνει το τέλος μιας πολιτικής καριέρας. Θυμίζω, ότι η Μέρκελ κέρδισε τις προηγούμενες εκλογές με τη φράση „ Sie kennen mich“ («Με γνωρίζετε»).
(Ανοίγει παρένθεση εδώ. Μιλώντας για αξιοπιστία θυμήθηκα το εξής περιστατικό από την εποχή που ήμουν υποψήφια βουλευτής του νομού. Σε μια προεκλογική συγκέντρωση του κόμματος μου είπε ένας συμπαθέστατος ηλικιωμένος: Ωραία τα λες κοπέλα μου, αλλά αν βγεις βουλευτής, θα κάνεις κάτι για την κόρη μου που είναι άνεργη; Προσπάθησα να απαντήσω όσο πιο ειλικρινά μπορούσα. Η αντίδραση του εν δυνάμει ψηφοφόρου μου ήταν αφοπλιστική: Βλέπεις; Ο Χ. (συνυποψήφιός μου στο ίδιο κόμμα και ήδη βουλευτής) μου είπε πως θα τη διορίσει στο νοσοκομείο! Κλείνει η παρένθεση.)
Παρά τις ισχυρές πιέσεις που δέχεται από το ίδιο το κόμμα της, η Μέρκελ δεν αναθεώρησε, έως τώρα τουλάχιστον, τη στάση της για να γίνει αρεστή στους ψηφοφόρους της και στους κομματικούς προύχοντες. Ακόμη περιμένω τον ή την πολιτικό στην Ελλάδα που θα έρθει σε σύγκρουση με τους παραδοσιακούς του ψηφοφόρους και δε θα υπολογίσει το πολιτικό κόστος (υπήρξαν εξαιρέσεις και ανταμοίφθηκαν με τη μη επανεκλογή τους).
Με τις εικόνες από τις καθημερινές μάχες στη Συρία, τη διάσωση ή τον αφανισμό εκατοντάδων ανθρώπων στο δρόμο για την Ευρώπη, την αθλιότητα των κλειστών συνόρων και τη ντροπιαστική κατάσταση των χωρών υποδοχής είτε πρόκειται για τη Μόρια και την Ειδομένη, είτε τη Λαμπεντούσα και το Καλαί, οι πρόσφυγες ήρθαν για να μείνουν. Επειδή δεν έχουν πουθενά αλλού να πάνε. Επειδή η Ευρώπη των 500 εκατομμυρίων κατοίκων με το υψηλότερο ΑΕΠ παγκοσμίως και το αξιοζήλευτο κοινωνικό κράτος είναι σε θέση να εντάξει μερικά εκατομμύρια πρόσφυγες και καταδιωγμένους στην κοινωνία και στην αγορά εργασίας της.
Δε θα περιγράψω το πολυδιάστατο ζήτημα της πολιτικής, κοινωνικής, οικονομικής και πολιτιστικής ένταξης ενός πολύ μεγάλου αριθμού ανθρώπων, οι οποίοι κοινωνικοποιήθηκαν με διαφορετικές προσλαμβάνουσες από αυτές του μέσου Ευρωπαίου. Ούτε θα αναφερθώ στην ηθική υποχρέωση που έχει ο καθένας από εμάς να βοηθά και να περιθάλπει ανθρώπους που ζητούν προστασία από πολέμους, βία, φυσικές καταστροφές και πείνα ανεξαρτήτως φυλής, θρησκείας, γένους. Θα αναφέρω απλά κάποια πράγματα που παρατηρώ γύρω μου και με βάζουν σε σκέψεις.  
Η φίλη και συνάδελφός μου η Β. μου είπε πριν από μερικούς μήνες ότι κοντά στο σπίτι της κατασκεύασαν έναν καταυλισμό για να υποδεχτεί πρόσφυγες. Η Β. είναι ερευνήτρια, ο άντρας της δικηγόρος, έχουν δυο γιους και μένουν σε ένα ιδιόκτητο διαμέρισμα σε μια καλή περιοχή της Κολωνίας. Στην περιοχή αυτή λοιπόν, μια μεσοαστική γειτονιά όπου μένουν άνθρωποι ως επί το πλείστον μορφωμένοι, με οικολογικές ανησυχίες και ανοιχτοί σε πολυπολιτισμικά ερεθίσματα επέλεξε ο Δήμος να στεγάσει πρόσφυγες. Μια έξυπνη όπως αποδείχτηκε κίνηση. Δεν είχαμε ξεσηκωμούς και αντιδράσεις, όπως έχουμε σε κάποιες άλλες περιοχές της Γερμανίας, και κυρίως στην πρώην Ανατολική Γερμανία. Οι κάτοικοι στη γειτονιά της Β. γνωρίζουν ότι οι δουλειές τους δεν κινδυνεύουν από τους ξένους κι έχουν εμπιστοσύνη ότι ο δήμος, το κρατίδιο της Β. Ρηνανίας-Βεστφαλίας αλλά και η ομοσπονδιακή κυβέρνηση θα φροντίσουν για την υγειονομική περίθαλψη και την ψυχολογική υποστήριξη των προσφύγων και την ένταξή τους στο εκπαιδευτικό σύστημα και στη συνέχεια στην αγορά εργασίας. Επιπλέον έχουν εμπιστοσύνη στις δικές τους δυνάμεις να ενσωματώσουν τις μερικές εκατοντάδες πρόσφυγες που ήρθαν στη γειτονιά τους.
Πριν από ένα μήνα πήραμε στο Ινστιτούτο έναν νεαρό Σύρο πρόσφυγα για να κάνει πρακτική. Ο Ν. σπούδαζε Διεθνείς Σχέσεις στο Πανεπιστήμιο του Χαλεπιού ώσπου ξέσπασε ο πόλεμος και ο Ν. αναγκάστηκε να διακόψει τις σπουδές του. Μέσω Τουρκίας και Ιταλίας έφτασε στη Γερμανία, όπου ξεκίνησε η διαδικασία ταυτοποίησής του, ώστε να του χορηγηθεί άσυλο. Η γραφειοκρατία της Γερμανίας δεν είναι μικρότερη από αυτήν της Ελλάδας. Η διαφορά έγκειται στο ότι η πρώτη λειτουργεί και διασφαλίζει τα συμφερόντα τους κράτους (ή του δημοσίου αγαθού), ενώ της Ελλάδας όποτε λειτουργεί, λειτουργεί προς όφελος συγκεκριμένων ομάδων ή και ατόμων. Η διαδικασία για την αδειοδότηση του Ν. ώστε να αρχίσει την πρακτική του στο Ινστιτούτο κράτησε σχεδόν ένα χρόνο, αλλά τελικά χάρη στην επιμονή ενός συναδέλφου, ο οποίος τον συνόδευε σε όλες τις υπηρεσίες, μεταφράζοντας και συμπληρώνοντας τα δεκάδες έντυπα που χρειάστηκαν, και στην προθυμία της Διοίκησης του Ινστιτούτου να υπογράψει συμβόλαιο με κάποιον που δε γνωρίζει λέξη Γερμανικά (αλλά πολύ καλά Αγγλικά), τα καταφέραμε! Ο. Ν. συνεργάζεται μαζί μου, βρήκε σπίτι και εγγράφηκε στο Τμήμα Ένταξης Προσφύγων για να μάθει Γερμανικά, που είναι προϋπόθεση για να βγει στην αγορά εργασίας.
Το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγω είναι ότι φαινόμενα αλληλεγγύης και ανθρωπισμού δεν είναι αποκλειστικότητα ενός έθνους. Το ίδιο ισχύει και για φαινόμενα ξενοφοβίας και ρατσισμού. Τα συναντάμε παντού. Αυτό που κάνει τη διαφορά είναι οι θεσμοί. Οι θεσμοί που στο ένα κράτος εμπνέουν εμπιστοσύνη και μεταδίδουν το αίσθημα δικαίου και ασφάλειας στους πολίτες και στο άλλο ακριβώς το αντίθετο. Τη διαφορά κάνουν όμως και οι πολιτικοί. Κάποιοι από αυτούς αλλάζουν τις θέσεις τους ανάλογα με τις δημοσκοπήσεις, τάζουν τα πάντα στους πάντες όσο είναι αντιπολίτευση και τα λησμονούν όταν γίνονται κυβέρνηση, οπότε και ανακαλύπτουν υπέρτερες δυνάμεις, αυταπάτες και συνωμοσίες ξένων και ντόπιων κέντρων. Κι εμείς ανακαλύπτουμε ότι ο πολιτικός αμοραλισμός συναντάται και στις δυο πλευρές του πολιτικού φάσματος. Και κάπου εκεί τελειώνουν και οι δικές μας αυταπάτες.