Ας δούμε, όμως, μέσα από την ιστορία του δικαίου, ένα ειδικότερο πλέγμα διατάξεων με υπερνομοθετική ισχύ τον τρόπο που εισήχθη στο δίκαιο μας και πως αυτό εφαρμόζεται έως και σήμερα.
Όπως τιτλοφορείται το παρόν, αυτό που ψάχνουμε να βρούμε είναι η σημασία της αιτιολογίας των δικαστικών αποφάσεων. Εδώ θα μπορούσε να αναρωτηθεί κανείς για ποιο λόγο να δούμε τη σημασία της.
Ας δούμε πρώτα το νομοθετικό πλαίσιο και μετά ας προχωρήσουμε στην ανεύρεση της σημασίας του.
Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των δικαστικών αποφάσεων προβλέφθηκε για πρώτη φορά στο Σύνταγμα του 1911 όταν πρωθυπουργός ήταν ο Ελευθέριος Βενιζέλος. Για πάνω από έναν αιώνα, λοιπόν, προβλέπεται η διάταξη αυτή στο συνταγματικό κείμενο μας, που ως γνωστό έχει υπερνομοθετική ισχύ, υπερισχύει ,δηλαδή, έναντι όλων των νόμων της κοινής νομοθεσίας. Το πρώτο που γίνεται προφανές είναι ότι συμβάλλει στην έκδοση ορθότερων αποφάσεων αφού ο δικαστής, πλέον, είναι υποχρεωμένος να αιτιολογήσει ειδικά και εμπεριστατωμένα το προιόν της δικανικής του κρίσης. Δεν μπορεί να πει «αποφασίζω αυτό και αυτό θα γίνει» αλλά είναι εκ του συντάγματος υποχρεωμένος να πει «αποφασίζω αυτό ΔΙΟΤΙ …..».Το δεύτερο που γίνεται αντιληπτό είναι ότι περιορίζεται η αυθαιρεσία της δικανικής κρίσης ενώ,τρίτον, ελέγχεται, λογοδοτεί και αξιολογειται ο δικαστικός λειτουργός για τις αποφάσεις του από τους εκάστοτε προισταμένους του. Συνακόλουθα, συμμετέχει στην διασφάλιση της αρχής της δίκαιης δίκης όπως προβλέπεται από της Ευρωπαική Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
Περαιτέρω, σύμφωνα με την Αρείου Πάγου 506/2012 το δικαστήριο που δικάζει ποινικά αδικήματα όταν εκδίδει καταδικαστική απόφαση κρίνοντας ένοχο τον κατηγορούμενο και επιβάλλοντας του ορισμένη εκ του νόμου ποινή, απαιτείται σύμφωνα με το άρθρο 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος σε συνδυασμό με το 139Κ.Π.Δ. ο δικαστής να εξηγεί με τρόπο σαφή, πλήρη και με λογική συνοχή όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα που έκανε χρήση και δέχθηκε στη δίκη και τις νομικές σκέψεις που τον οδήγησαν στη λήψη της συγκεκριμένης απόφασης του μέσα από το σχηματισμό της δικανικής του κρίσης, έτσι ώστε αιτιολογικό και διατακτικό να αποτελεί ενιαίο όλο. Συνεπώς, βλέπουμε την αρχή της αιτιολογίας των αποφάσεων που προβλέπεται μέχρι και σήμερα στο Σύνταγμά μας, ως θεσμική εγγύηση της δικαιοσύνης που εξασφαλίζει την μη αυθαιρεσία της και θεμελιώνει τον έλεγχο των δικαστικών λειτουργών στο πλαίσιο του συνταγματικού κράτους δικαίου, εμπνέοντας ,εν τέλει, εμπιστοσύνη στους πολίτες για τη λειτουργία της δικαιοσύνης.
Ως εδώ είδαμε α)τι πετυχαίνει η αιτιολογία των δικαστικών αποφάσεων και β)την φύση της, η φύση της είναι θεσμική. Αυτά καταδεικνύουν και τη σημασία της που είναι κομβική σε ένα συνταγματικό κράτος δικαίου όπου η εμπιστοσύνη των πολιτών στη δικαιοσύνη «χτίζει» και την κοινωνική ευημερία . Αν δεν έχει εμπιστοσύνη ο λαός στη δικαιοσύνη οδηγείται η κοινωνία σε επικίνδυνες ατραπούς, οι οποίες δεν αρμόζουν σε κοινωνίες με αρχές,νόμους και σύνταγμα και στο σημείο αυτό απαντούμε για ποιο λόγο ψάξαμε τη σημασία της αρχής της αιτιολογίας.
Τέλος, η αρχή της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας των αποφάσεων ανήκει στις αντικειμενικές εγγυήσεις στη λειτουργία των δικαστηρίων και δεν μπορεί να εξεταστεί μόνη της. Ανήκει σε ένα πλέγμα διατάξεων, το οποίο δεσμεύει τον δικαστή να εκδώσει απόφαση στο πλαίσιο της αρχής της διαφάνειας και η εξήγηση είναι η εξής:
Η αρχή της αιτιολογίας είναι η πρώτη όψη του νομίσματος που έχει δύο πλευρές . Η μία πλευρά είναι η αιτιολογία της απόφασης μαζί με την προβλεπόμενη δημοσίευση και καταχώριση της γνώμης της μειοψηφίας και η άλλη πλευρά είναι η δημοσιότητα των συνεδριάσεων των δικαστηρίων και η δημόσια απαγγελία των δικαστικών αποφάσεων. Όλες αυτές οι διατάξεις «υπακούνε σε μια κοινή λογική», στη λογική της αρχής της διαφάνειας, καθόσον όλες έχουν θεσπισθεί για να για να υπηρετήσουν την αρχή της διαφάνειας των παραγόντων που συμμετέχουν στο σχηματισμό της δικαστικής απόφασης1.
Αυτή είναι, λοιπόν, η σημασία της αρχής της αιτιολογίας των δικαστικών αποφάσεων, η οποία πετυχαίνει ορθότητα στην έκδοση αποφάσεων, μη αυθαιρεσία, έλεγχο, λογοδοσία και αξιολόγηση των δικαστικών λειτουργών, λειτουργεί ως θεσμική αρχή της δικαιοσύνης και μαζί με άλλες διατάξεις υπηρετεί την αρχή της διαφάνειας και γι΄αυτό συμβάλλει στη βελτίωση του κλίματος εμπιστοσύνης των πολιτών στη δικαιοσύνη.
ΠΑΡΑΠΟΜΠΗ
Syntagmawatch.gr(ΣΥΝΤΑΓΜΑ Ερμηνεία κατ’ άρθρο, άρθρο 93, σελίδα 50).



