Κυριακή, 19 Μαΐου 2024, 7:55:23 μμ
Κυριακή, 30 Ιανουαρίου 2022 09:06

Η παραδοσιακή κατοικία της Γουμένισσας και των ορεινών οικισμών του Πάικου (μέρος 2)

Γράφει ο Θανάσης Βαφειάδης, τοπογράφος, συγγραφέας.

Η μορφή της παραδοσιακής κατοικίας στη Γουμένισσα και στους ορεινούς οικισμούς του Πάικου, παραπέμπει στη Μακεδονική αρχιτεκτονική που κυριάρχησε στην Κεντροδυτική Μακεδονία και στην Ήπειρο μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα.

 

Στο σπίτι μεταφερόταν για να διεκπεραιωθεί το υπόλοιπο μέρος της εργασίας που ξεκινούσε στα αμπέλια και τους μωρεώνες. Γι’ αυτό το λόγο έπρεπε να είναι κατάλληλα διαμορφωμένο για να καλύπτει τις πρόσθετες αυτές ανάγκες. Η παραδοσιακή διαρρύθμιση της κατοικίας έδινε λύση στα προβλήματα που γεννούσε η ανάγκη συμβίωσης του ανθρώπου με το κρασί και τον μεταξοσκώληκα: Στο υπόγειο βρισκόταν το κελάρι με τον οινοποιητικό εξοπλισμό. Εκτός από τον ένα ή περισσότερους «ληνούς» όπου γινόταν το πάτημα των σταφυλιών υπήρχαν τα μεγάλα «βαγένια» για την ωρίμανση του μούστου καθώς και τα μικρότερα για τη φύλαξη του κρασιού. Αυτά ήταν παρατεταγμένα το ένα δίπλα στο άλλο κατά μήκος των περιμετρικών τοίχων στηριγμένα σε ξύλινους τάκους και σφήνες πάνω στο χώμα που αποτελεί συνήθως το δάπεδο του χώρου.

Στον πρώτο όροφο, όπως γράφει η Ζέτα Παπαγεωργοπούλου κατοικούσε η οικογένεια «και στον επάνω όροφο σε δωμάτια μεγάλα, με πολλά παράθυρα για εξαερισμό, αντικριστά συνήθως και τζάκια ώστε να διατηρείται η θερμοκρασία και η υγρασία σε επιθυμητά σταθερά επίπεδα, βρισκόταν οι «κρεβάτες» στις οποίες περνούσαν τη σύντομη ζωή τους οι μεταξοσκώληκες, τα μαμούδια. Συχνά οι κατοικίες είχαν μόνο έναν όροφο επάνω από το κελάρι, το οποίο μοιράζονταν αναγκαστικά οι άνθρωποι και τα μαμούδια».

Η συντριπτική πλειοψηφία των κατασκευών ήταν με χαγιάτια ενώ σε πολλές υπήρχαν σαχνισιά.

Το «χαγιάτι» ήταν ο ημιυπαίθριος χώρος στον όροφο του σπιτιού, στον οποίο περνούσε η οικογένεια μεγάλο διάστημα της ημέρας. Ο χώρος αυτός δεν φρασσόταν στην όψη με οποιασδήποτε μορφής ανοίγματα αλλά ήταν ανοικτός συνήθως από τη μια πλευρά προς την εσωτερική αυλή. Στην απλούστερη μορφή του διώροφου πλατυμέτωπου τύπου κατοικίας το χαγιάτι καταλάμβανε όλο το πλάτος της όψεως. Με την εξέλιξη αυτού του τύπου κατοικίας οι πλάγιοι τοίχοι του κτίσματος, δηλαδή των στενών πλευρών του, επεκτάθηκαν για να προφυλάσσουν από τα πλάγια το χαγιάτι.

Τα «σαχνισιά» ήταν οι αρχιτεκτονικές προεξοχές του ορόφου που ήταν φραγμένες με σανίδες ή με «μπαγδατί». Η δημιουργία των προεξοχών οφείλεται στην ανάγκη να αυξηθεί ο αριθμός των παραθύρων, αφού με τον τρόπο αυτό το δωμάτιο φωτίζεται περισσότερο, ενώ ταυτόχρονα μεγαλώνει ο εσωτερικός του χώρος. Επιπλέον ο όροφος προσαρμόζεται στο ορθογωνικό σύστημα αφού πολλές φορές τα ακανόνιστα οικόπεδα εμφάνιζαν αναγκαστικά ιδιότυπες μορφές προσόψεων στα σπίτια που διατάσσονταν «εν σειρά». Οι αρχιτεκτονικές προεξοχές επηρέασαν ιδιαίτερα την παραδοσιακή αρχιτεκτονική του βαλκανικού χώρου και συνέβαλλαν αποφασιστικά στη δημιουργία ενός ιδιαίτερου αρχιτεκτονικού ρυθμού.

Η κατασκευή του παραδοσιακού κτίσματος βασιζόταν πάνω σε τρία υλικά: την αποξηραμένη στον ήλιο πλίθρα, την πέτρα και το ξύλο. Η ξυλεία υπήρχε σε αφθονία στη περιοχή που μεγάλες της εκτάσεις καλύπτονταν από δάση καστανιάς. Το βασικό πλεονέκτημα του ξύλου είναι ότι επιτρέπει τη γρήγορη κατασκευή.

Μια σειρά πέτρες χωρίς κονίαμα (ξερολιθιά) αποτελούσαν τη θεμελίωση που ήταν μάλλον επιπόλαιη και σχετικά αβαθής. Συνήθως οι εξωτερικοί τοίχοι του ισογείου ήταν κατασκευασμένοι με πέτρα και ο όροφος ή οι όροφοι με ξύλο. Η λιθοδομή των περιμετρικών τοίχων δενόταν με μια σειρά ζωναριών (ξυλοδεσιές), που η πρώτη τους σειρά τοποθετούνταν στα 30-40εκ. από το έδαφος.

Τον σκελετό του σπιτιού αποτελούσαν κατακόρυφα ξύλα τα «ντιρέκια» (direk) και επάνω τους ακουμπούσαν άλλα οριζόντια δοκάρια, τα «ταμπάνια» (taban). Έτσι σχηματίζονταν ορθογώνια πλαίσια που τα σταθεροποιούσαν με διαγώνια ή «χιαστί» ξύλα, τις «παγιάντες» (payanda). Το οριζόντιο ξύλο της οροφής (ο «κορφιάτης») είναι το «τσιμπέρ ταμπάν». Σε ορισμένες περιπτώσεις ο σκελετός παρέμενε ορατός, συνήθως στις περιπτώσεις των ισογείων και των χαγιατιών. Τα κενά ανάμεσα στον ξύλινο σκελετό γεμίζονταν με διάφορους τρόπους. Στα χαμηλότερα σημεία όπου και οι ισχυρότερες διατομές με μεγαλύτερο πάχος με τσατμά (μικρά λιθάρια ή κεραμίδια και άφθονο κονίαμα).

Τα ζευκτά της στέγης σχηματίζονταν από χοντρά δοκάρια τις «γριντιές». Εξωτερικά η στέγη προεξείχε αρκετά σε σχέση με τον τοίχο και σχηματιζόταν η «αστραχιά», που προφύλασσε το κτίριο από τη βροχή.

Στους τοίχους που ήταν κατασκευασμένοι από πέτρα αποφεύγονταν η δημιουργία ανοιγμάτων. Αντίθετα στη τοιχοποιία από τσατμά, όπως και στις προεξοχές κατασκευάζονταν πολλά μεγάλα παράθυρα.

Η μεγάλη πλειοψηφία των κτισμάτων ήταν έργα σχετικά ανειδίκευτων εργατών, δεν λείπουν όμως οι μαρτυρίες για συντεχνίες Ηπειρωτών μαστόρων που κατά καιρούς δούλεψαν εδώ. Οι ντόπιοι τεχνίτες λίγο διέφεραν από τον υπόλοιπο πληθυσμό ενώ η κύρια απασχόληση τους μπορεί κάλλιστα να ήταν άλλη και να εργάζονταν σαν τεχνίτες ευκαιριακά. Στην κατασκευή ενός σπιτιού συμμετείχαν αρκετά μέλη της κοινότητας τα οποία συνεισέφεραν σε βοήθεια και υλικά για να χτιστεί μια οικοδομή ενός συγγενούς ή φίλου (αλληλοβοήθεια). Όλοι αυτοί, ξένοι τεχνίτες, λαϊκοί μάστορες και ανειδίκευτοι κάτοικοι πέτυχαν σε πολύ υψηλό βαθμό το στόχο τους να καλυτερέψουν τις σύνθετες ανάγκες για κατοικία και εργασία.. Και το πέτυχαν, όπως σημειώνει ο Παύλος Καλογερίδης, «χτίζοντας ένα όμορφο και ευχάριστο περιβάλλον, αρμονικά ενταγμένο στη φύση, ακολουθώντας την ανθρωποκεντρική κλίμακα, δημιουργώντας έτσι μια λαϊκή αρχιτεκτονική που μαζί με τα «αρχοντικά» της Σιάτιστας, της Βέροιας, της Καστοριάς αποτελούν τις ρίζες της σημερινής μας αρχιτεκτονικής».

Περισσότερα άρθρα και φωτογραφίες από το νομό Κιλκίς θα βρείτε στην ιστοσελίδα και στο fb του τεχνικού γραφείου k4s tation.