espa pkm

Κυριακή, 17 Μαΐου 2026, 1:20:06 πμ
Κυριακή, 26 Ιανουαρίου 2020 22:45

ΚΑΙ βουλεύτριες ΚΑΙ χορεύτριες

Σε άρθρο που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα σας και στον ηλεκτρονικό σας ιστότοπο, στις 6/01/20, με συγγραφέα τον κ. Κωνσταντινίδη και τίτλο «Το ελληνίζειν εστί το ορθώς ονομάζειν», υπάρχουν κάποιες ανακρίβειες, και αυτός ακριβώς είναι και ο λόγος της παρέμβασής μου.

 

Το άρθρο αναφέρεται στην δόκιμη ή αδόκιμη – κατά την εκτίμησή του αρθρογράφου, χρήση όρων, όπως π.χ. του όρου βουλεύτρια, τον οποίο όλο και περισσότερες εκπρόσωποι του ελληνικού κοινοβουλίου έχουν αποφασίσει συνειδητά να χρησιμοποιούν και να απαιτούν στην αυτο ή ετεροπαρουσίασή τους. Θα ήθελα λοιπόν να καταθέσω και την δική μου άποψη επ΄ αυτού, στο πλαίσιο ενός καλοπροαίρετου διαλόγου που το ίδιο το άρθρο , όπως κάθε άρθρο άλλωστε, διανοίγει. Πράγματι, έχει δίκιο ο κ. Κωνσταντινίδης, όταν κάνει λόγο για την δημιουργία ενός γλωσσικού συστήματος τέτοιου που να αποτυπώνει εντός του την κυριαρχία και την ηγεμονία των ανδρών.

Η γλώσσα παράγει, αναπαράγει, αναπαριστά, την κυρίαρχη ιδεολογία, αποτυπώνει σχέσεις εξουσίας, ταξικές, πολιτικές, πολιτισμικές, κοινωνικές, έμφυλες σχέσεις. Με άλλα λόγια αποτελεί το σώμα αλλά και την γραφίδα που εγγράφει σε αυτό το σώμα τις έμφυλες ανισότητες, διχοτομίες και ιεραρχήσεις στο εκάστοτε πολιτιστικό, πολιτικό, οικονομικό, κοινωνικό συγκείμενο. Διαμορφώνεται εντός πλαισίου κοινωνικού, συνεπώς πρόκειται για μια κατασκευή, σύμβαση ρέουσα και μεταβαλλόμενη, προκειμένου να ανταποκρίνεται και να εκφράζει τις συνθήκες μέσα στις οποίες μεταμορφώνεται και μεταμορφώνει. Επομένως δεν πρόκειται για ένα εργαλείο που απλώς περιγράφει τον κόσμο, την πραγματικότητα, αλλά για ένα συστηματικό τρόπο δημιουργίας τους. Κι επειδή ακριβώς πρόκειται για μια ρευστή κατασκευή, ποικίλλει και διαφοροποιείται, όπως διαφοροποιούνται εξάλλου και τα βιβλία της γραμματικής που περιγράφουν, κανονικοποιούν το γλωσσικό σύστημα. Αν ανατρέξουμε στα εγχειρίδια της σύγχρονης γραμματικής θα διαπιστώσουμε ότι διαφοροποιούνται σημαντικά από τις προηγούμενες γραμματικές. Νέα πεδία εντάσσονται όπως αυτό της κοινωνιογλωσσολογίας και της πραγματολογίας, τα οποία δίνουν βαρύτητα στο κοινωνικό και επικοινωνιακό πλαίσιο του λόγου.

Η σχέση γλώσσας και φύλου εξάλλου, έχει μελετηθεί ενδελεχώς τόσο από την σκοπιά της γλωσσολογίας όσο και των φεμινιστικών θεωριών, ως σχέση ανισότιμη σε βάρος των γυναικών στον χώρο των γλωσσικών αναπαραστάσεων και του συμβολικού, ως σχέση περισσότερο απόκρυψης, αποσιώπησης και ανυπαρξίας. Και η χρήση του όρου βουλεύτρια ακριβώς αυτήν την συνθήκη προτίθεται να διαρρήξει. Πρόκειται για μια αμιγώς σκόπιμη επιλογή με εμφανώς πολιτικό κι έμφυλο πρόσημο η οποία στοχεύει να αναδείξει αφενός αυτό το γλωσσικό κενό αλλά και την ορατότητα του έμφυλου υποκειμένου στον δημόσιο λόγο αφετέρου. Πρόκειται για επιλογή πρωτίστως πολιτική και συνιστά μια μορφή αντίστασης και ρήξης στον ρητό και υπόρρητο γλωσσικό σεξισμό, που πριμοδοτεί ως βάση εκκίνησης κι ερμηνείας του κόσμου την εμπειρία των ανδρών ενώ αγνοεί σκοπίμως αιώνες τώρα, αλλοιώνει και υπονομεύει την εμπειρία των γυναικών και ο οποίος στοιχειοθετείται δια της κανονιστικότητας και γραμματικής ορθότητας της γλώσσας. Το ερώτημα που εδώ ωστόσο τίθεται και πρέπει να απαντηθεί, είναι πώς καθορίζεται και από ποιους/ες η ενδεδειγμένη η μη, χρήση της γλώσσας; Σε ποια λεξικά εγγράφεται ή αποκρύπτεται και γιατί; Αν ελέγξουμε το λήμμα γυναίκα στο λεξικό του Μπαμπινιώτη, θα διαπιστώσουμε την κατίσχυση ενός λόγου ηγεμονικού, πατριαρχικού, ανδροκρατικού που έρχεται μέσω της νοηματοδότησης και της σημασιολογίας που της αποδίδεται, να επικυρώσει αυτήν την ισχύ δεδομένου ότι ο όρος γυναίκα τίθεται αντιστιτικά, αντιθετικά προς ό,τι δεν συνιστά τον άνδρα.

Αξίζει να αναφερθεί ωστόσο το γεγονός ότι, ο όρος βουλεύτρια υφίσταται και χρονολογείται από τον 19ο αιώνα, υπάρχει σε άρθρο της εφημερίδας Ακρόπολις, το 1896, συμπεριλαμβάνεται σε λεξικά, καταγράφεται από τον Βοσταντζόγλου στο Αντιλεξικό του, καθώς και από το Βικιλεξικό, ενώ στην γραμματική του Τριανταφυλλίδη το 1953, τονίζεται η αμήχανη πολυτυπία και αμηχανία, που παρουσιάστηκε στον Τύπο και στις δημόσιες συζητήσεις όταν εξελέγη, το 1952, η πρώτη γυναίκα στη Βουλή των Ελλήνων: η βουλευτής, η βουλευτίς, η βουλευτίνα, η βουλευτού, η βουλευτίς, η βουλεύτρια, η βουλεύτρα αναδεικνύοντας όπως επισημαίνει και ο Σαραντάκος, την ανάγκη εύρεσης ενός όρου που να αποτυπώνει την νέα πολιτική πραγματικότητα.
Τίθεται στη συνέχεια ως όρος σε αχρησία ακριβώς εξαιτίας των κοινωνικών συνθηκών που υπαγορεύουν τους όρους αποκλεισμού και αορατότητας των γυναικών από τον δημόσιο χώρο και ιδιαίτερα την κεντρική πολιτική σκηνή ή γιατί επιλέγονται άλλοι όροι, ως πιο εύχρηστοι να αποδώσουν μια νέα πραγματικότητα η οποία έως τότε ήταν προνομιακό πεδίο ανδρών, συντριπτικά άνισο σε βάρος των γυναικών, αυτήν της ιδιότητας της γυναίκας πολιτικού και της εκφοράς του δημόσιου λόγου. Οι ρευστές γλωσσικές επιλογές δια των οποίων θα αποδοθεί αυτή η ανισορροπία δεν μπορεί παρά να εξαφανίζουν στο μεσοδιάστημα την συγκεκριμένη γενετική γραμματική, την γραμματική του φύλου.

Κι είναι ακριβώς αυτό το πρίσμα μέσω του οποίου, τόσο επιλέγεται όσο και τεκμηριώνεται αναφορικά προς τον μορφικό χαρακτήρα της γλώσσας, ως σκόπιμη διάρρηξη των υφισταμένων σχέσεων εξουσίας, η χρήση του όρου βουλεύτρια.
Με βάση τη συγκεκριμένη θεώρηση, ο όρος βουλεύτρια συνιστά μέρος της γλωσσικής επιτέλεσης, είναι το εμπρόθετο της πράξης του φεμινιστικού κινήματος αυτό που προτάσσει και την γλωσσική ανακατασκευή του κοινωνικού σχεσιακού. Γιατί η γλώσσα δεν αποδίδει απλώς την πραγματικότητα, την κατασκευάζει. Αναρωτιέμαι επομένως ποια γλωσσική κανονικότητα και ορθότητα είναι αυτή που θα αναιρέσει την χρήση του όρου, αν η γλώσσα είναι τα υποκείμενα που την μιλούν; Με αυτή την λογική η λογοτεχνία δεν θα είχε υπάρξει ποτέ. Στην ιστορία του φεμινιστικού κινήματος μια από τις αιχμές που αναδείχτηκαν ως κομβικό επίδικο κατά το τρίτο του κύμα είναι η «μάχη του νοήματος» . Για αυτή την μάχη του νοήματος κάνει λόγο και η Φραγκουδάκη την οποία επικαλείται ο κ. Κωνσταντινίδης στο άρθρο του, αλλοιώνοντας κατά την εκτίμησή μου, την άποψή της. Γράφει η Φραγκουδάκη στο αναφερόμενο άρθρο «Και κάθε απόπειρα κατασκευής με την αναλογία του θηλυκού αυτών των ιδιοτήτων ακούγεται σαν ανόητη, μοιάζει άχρηστη, χτυπάει περίεργα ή και άσχημα στο αυτί. Γιάτρισα, προεδρέσα ή βουλεύτρια μοιάζουν κατασκευές που κάτι εμποδίζει να ακουστούν σαν λέξεις κανονικές. Πράγματι κάτι εμποδίζει τη θηλυκή μορφή, αλλά αυτό το κάτι δεν έχει καμιά σχέση με τη γλώσσα και τις δυνατότητές της ή με το γλωσσικό «αίσθημα» και τις απαιτήσεις του. Για να δώσει η ίδια την απάντηση παρακάτω: Αυτό που εμποδίζει τις λέξεις να φτιαχτούν δεν είναι η γλώσσα, είναι οι ιδέες. Εκείνο που οι λέξεις γιάτρισα ή βουλεύτρια προκαλούν δεν είναι το γλωσσικό αίσθημα. Προκαλούν πράγματι αλλά μιαν άλλη «φυσικότητα» μιαν άλλη «κανονικότητα»….. είναι κιόλας ένα είδος υπεξαίρεσης ιδιοτήτων που «κανονικά» είναι αντρικές. Πρόκειται για λέξεις ενάντια στην τάξη του κόσμου. Εκείνη που κάνει τις ακριβώς ανάλογες γλωσσικά λέξεις μαγείρισσα ή χορεύτρια να ηχούν έτσι φυσικές και απόλυτα κανονικές.»

Αναφορές
https://sarantakos.wordpress.com/tag/%CE%B2%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%B5%CF%8D%CF%84%CF%81%CE%B9%CE%B1/
http://ebooks.edu.gr/modules/ebook/show.php/DSGL-A110/246/1822,5869/extras/activities/indexa_2_glwssa_fylo/indexa_2_fragoudaki.html

Σας ευχαριστώ

Εύα Σπαθάρα,
Φιλόλογος, Κοινωνιολόγος, πρώην στέλεχος Γενικής Γραμματείας Ισότητας των Φύλων
σε θέματα εκπαίδευσης και φύλου