Πέμπτη, 29 Σεπτεμβρίου 2022, 11:03:17 πμ
Παρασκευή, 18 Ιουνίου 2021 11:44

«Και να αδελφέ μου που μάθαμε...»

Γράφει ο Χρήστος Σπίγκος.
Στις 16 Ιουνίου 2021, με τις ψήφους της ΝΔ, πέρασε το εργασιακό νομοσχέδιο με το οποίο γυρίσαμε σελίδα στον κόσμο της εργασίας. 
 Ο πυρήνας του νέου νόμου, με τον οποίο ο εργοδότης ουσιαστικά αποκτά τη δυνατότητα να κατανέμει το εβδομαδιαίο σαραντάωρο του κάθε εργαζομένου στις πέντε ημέρες της εβδομάδας, ανάλογα με τις ανάγκες της εταιρείας του και ... «μετά από αίτηση του εργαζόμενου», καταψηφίστηκε από όλες τις πτέρυγες της αντιπολίτευσης.
 Πέρα από τη νομοθέτηση της ύβρεως, που προβλέπει να αιτείται ο εργαζόμενος την παραβίαση του οκταώρου του, για να εξυπηρετήσει τον εργοδότη του, υπάρχει και κάτι ακόμα πιο σημαντικό.
 Όλη η αντιπολίτευση και τα συνδικάτα αποδύθηκαν σ' έναν αγώνα πληροφόρησης για τον ακραίο αντεργατικό χαρακτήρα του εν λόγω νομοσχεδίου, καλώντας τους εργαζόμενους σε αγωνιστικές κινητοποιήσεις. Το πενιχρό αποτέλεσμα των κινητοποιήσεων πρέπει όλους να μας βάλει σε σκέψη και να συμφωνήσουμε για διαχρονικά αίτια και διακομματικούς υπαιτίους.
 Προϋπόθεση βασική η απόφαση ν' αντέξουμε την αλήθεια και τον πόνο που θα μας προκαλέσει, με τη σκέψη, ότι η οδύνη της αυτοκριτικής θα είναι μικρότερη από το επώδυνο θέαμα του αυτοχειριασμού μας, εξαιτίας  της απίσχνασης της συλλογικής μας συνείδησης.
 Ας ξεκινήσουμε από τον αέρα της νίκης μετά την πτώση της επτάχρονης δικτατορίας. Τότε, που τα συνδικάτα έσφυζαν από κόσμο, ο περίφημος νόμος 1264/1982 δημιουργούσε αξιοπρεπείς συνθήκες εργασίας, και τα κόμματα έχαιραν σεβασμού. Όσοι τότε αρχίσαμε να εργαζόμαστε είτε στον δημόσιο, είτε στον ιδιωτικό τομέα, αισθανόμασταν αρκετά ασφαλείς απέναντι στην εργοδοτική αυθαιρεσία.  
 Πολύ γρήγορα όμως άρχισε να χάνεται το μέτρο και εκπρόσωποι των εργαζομένων έδειχναν να μη μπορούν να διαχειριστούν την ισχύ τους. Με κραυγαλέο παράδειγμα τις δημόσιες επιχειρήσεις, είδαμε συνδικαλιστές να συνδιοικούν και, από ελεγκτές και θεματοφύλακες των εργατικών δικαιωμάτων, να μετατρέπονται σε παράγοντες της κάθε διοίκησης. Είδαμε τη φαυλότητα, που συνηθίσαμε να τη βιώνουμε συνδεδεμένη με την Εκτελεστική εξουσία, να αποσαρθρώνει τα θεμέλια του συνδικάτου, μετά την απόκτηση ρόλου παράλληλου μηχανισμού εξουσίας  με ανεξέλεγκτη εν πολλοίς προκλητική λειτουργία.
 Πρώτα εμφανίστηκε η απογοήτευση των εργαζόμενων από αλαζονικές συμπεριφορές παρακοιμώμενων με τις διοικήσεις συνδικαλιστών, και ακολούθησε η σταθερά διογκούμενη κοινωνική δυσφορία. Η τελευταία, σε συνδυασμό με την αποστασιοποίηση ολοένα και περισσότερων πολιτών από τα τεκταινόμενα στην ελληνική πολιτική σκηνή, πολύ γρήγορα εργαλειοποιήθηκε από ομάδες συμφερόντων αντίθετων από την εργατική τάξη, δηλαδή από εκείνους που ποτέ δεν χάνουν τον έλεγχο των πράξεών τους, γιατί απλά έμαθαν μόνο να κερδίζουν, αξιοποιώντας την ενδοτικότητα των εξαρτημένων από αυτούς εξουσιαστών και τη μυωπική συμπεριφορά συνδικαλιστικών ταγών.
 Ο κατά καιρούς αρθρωνόμενος αυτοκριτικός λόγος από κόμματα,  σώφρονες συνδικαλιστές και νηφάλιους εργαζόμενους χανόταν μέσα στην ευφορία συνεδρίων, και ψηφισμάτων.
 Τα μηνύματα των καιρών της αντεπίθεσης των νεοφιλελεύθερων πολιτικών φάνταζαν, με τη λεοντή της απολίτικης τεχνοκρατικής ρητορείας, ως το φάρμακο απαλλαγής του φιλήσυχου πολίτη από την ταλαιπωρία του «έξαλλου» της διπλανής του πόρτας.
 Και φτάνουμε στην οικονομική κρίση, τη μνημονιακή ακύρωση κάθε ίχνους αξιοπρέπειας στους εργασιακούς χώρους και στην απόλυτη απαξίωση της γενιάς που  τη  μάθαμε να μην ελπίζει.
 Το σήμερα είναι η αρχή του τέλους της κοινωνικής συνοχής και αλληλεγγύης. Ο καθένας διαπραγματεύεται μόνος του με τον δήμιο των δικαιωμάτων του, με την χαιρεκακία να ονομάζεται επιβίωση και την απανθρωπιά να εκλαμβάνεται ως ικανότητα.
 Η λύση δεν θα έλθει εξ ουρανού, αλλά από εμάς τους ίδιους και από τη θέληση να αντιδράσουμε.
 Μπροστά μας είναι οι συλλογικότητες, τα κόμματα, τα συνδικάτα, και άλλα πολλά χρήσιμα και ξεχασμένα.
 Ας ξαναβρεθούμε, κι ας ξαναρχίσουμε να «κουβεντιάζουμε ήσυχα, ήσυχα κι απλά».
 Το χρωστάμε στα όνειρα των παιδιών μας που καίγονται από τη μεγαλόστομη κουστουμαρισμένη ιδιοτέλεια.