Quantcast
Πέμπτη, 2 Φεβρουαρίου 2023, 8:36:21 μμ
Τετάρτη, 19 Οκτωβρίου 2022 00:13

Κιλκίς 1965: ένας νομός που ξεχάστηκε (μέρος Ι)

Από το αρχείο του Θανάση Βαφειάδη: Της Αγγελικής Δαμίγου – Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ το 1965.

Διακόσια πενήντα εκατομμύρια δρχ. δόθηκαν από το 1957 για κοινωφελή έργα τα οποία έμειναν στη μέση ή κακοφτιάχτηκαν. Θα βρεθούν κάποτε οι υπεύθυνοι; Το 50% των κατοίκων είναι άποροι.

 

Το 15% του πληθυσμού ξενιτεύτηκε.

Το 35% των αγροτών είναι ακτήμονες.

Ο νομός έχει 22 τσιφλίκια συνολικής εκτάσεως 70.000 στρεμμάτων

Τα 180 από τα 200 χωριά δεν έχουν φως.

Τα 10 από τα 33 χωριά δεν είχαν ποτέ τους γιατρό.

Κι ακόμα: καλλιέργειες που έγιναν χωρίς ίχνος προγραμματισμού και που θα απέδιδαν αν αντικαθίσταντο από άλλες.

Η μισή παραγωγή των φρούτων της Γουμένισσας σαπίζει από έλλειψη εξαγωγικού εμπορίου.

Η ομίχλη πολύ χιόνι κι’ ένα μικρό αυτοκίνητο που μούγκριζε με συντρόφευσαν σε όλο το νομό Κιλκίς αρχίζοντας από το πρώτο χωριό που γειτονεύει με τη Θεσσαλονίκη ως τα ορεινά χωριά του Πάικου και του Μπέλλες π’ αγγίζουν τη Γιουγκοσλαβία και τη Βουλγαρία.

Διακόσια χωριά έχει τούτος ο νομός, σκόρπια ξεμοναχιασμένα λες και τσακώθηκαν μεταξύ τους κι απομονώθηκαν στη μοναξιά και στο παράπονό τους. Χώνονται στην άκρη των απέραντων κάμπων κοντά στους γυμνούς γκρίζους γήλοφους που ξεχωρίζουν πάνω από μερικά πράσινα κομμάτια γης. Στην άκρη του χωριού, σαν δείγμα της ύπαρξης του ένα ξερό δέντρο ή κανένα μάτσο μικρά πεύκα, έργο κάποιου δραστήριου δάσκαλου.

Οι κάμποι του Κιλκίς το χειμώνα μεταβάλλονται σε μεγάλες λίμνες και καθώς ο Βαρδάρης φυσάει από τη μεριά του Αξιού σηκώνει αφρισμένα κύματα μέσα στην καμπίσια λίμνη που πνίγει τα βαμβάκια, τα στάρια και τα χωριά.

Οι λίμνες έγιναν χωράφια με τις αποξηράνσεις, τα χωράφια έγιναν λίμνες από τις πλημμύρες, οι βοσκότοποι μεταβλήθηκαν σε αγροκτήματα, οι αγρότες έμειναν κατά μεγάλο ποσοστό χωρίς γη, οι τσιφλικάδες έγιναν ιδιοκτήτες πολυκατοικιών στην Αθήνα και Θεσσαλονίκη κι η νέα χρονιά της αγροτιάς το ‘σκασε από τα λιγοστά χωράφια της και μεταπήδησε στα εργοστάσια της Γερμανίας, της Αυστραλίας και της Βραζιλίας. Ακόμη και η λαϊκή τέχνη της περιοχής –μπακίρια, χρυσά φλουριά, πόρπες από τις τοπικές γυναικείες φορεσιές, παλιές βυζαντινές εικόνες- ξενητεύτηκε από τις κάμαρες των χωρικών στις βιτρίνες των αθηναϊκών καταστημάτων ως αντάλλαγμα μερικά προσόψια.

Παρ’ όλη τη μιζέρια που μαστίζει το νομό, οι νέοι άνθρωποι, όσοι φυσικά απέμειναν, αρχίζουν να εκπολιτίζωνται. Η χαμοζωή τους σε χωριά χωρίς φως, χωρίς νερό, δρόμους και ψυχαγωγία, μ’ ένα μικρό κλήρο γης, ίσα να τρώνε το καθημερινό φαγητό, δεν τους έκοψε τη διάθεση να μορφωθούν και ν’ ακολουθήσουν το σύγχρονο ρυθμό ζωής.

Οι νέοι άνθρωποι προσπαθούν να φτιάξουν ένα τσιμεντένιο νεροχύτη στο σπίτι τους για να πλένωνται πιο άνετα, ενώ οι γέροι έχουν μείνει προσκολλημένοι στο πλύσιμο με το κύπελλο. Βλέπεις στα πρόσωπα των νέων του Κιλκίς τη ζωντάνια, τη μαχητικότητα και το πείσμα μπροστά σε κάθε αδικία. Διακρίνεις ακόμα τον απέραντο σεβασμό που τρέφουν στους γονείς τους. Γνώρισα αρκετά χωριά που τα αποτελεί μια οικογένεια, με αρχηγό κάποιον αιωνόβιο παππού που διατάζει τους πάντες.

Κι ενώ οι ηλικιωμένες Κιλκισιώτισσες πηγαίνουν στην εκκλησία φορώντας την «τσούκνα» τους, την τοπική φορεσιά τους που έχουν κεντήσει στο χέρι, με τα χρυσά φλουριά γύρω στο κεφάλι και τις ασημένιες πόρπες στη μέση, οι κοπέλες ακολουθούν πιστά τη μόδα, για χάρη της οποίας τρώνε μαύρα λάχανα κι’ αργιάνι (νερωμένο γιαούρτι) για να ξοδεύουν τις οικονομίες τους στα λούσα.