Το φαινόμενο δεν είναι καινούργιο. Στον μισό αιώνα της μεταπολίτευσης εμφανίστηκαν κι άλλοι που διεκδίκησαν τον ρόλο του λεκτικού ακτιβιστή, προπηλακίζοντας και βρίζοντας τον κάθε αμφισβητία των λεγομένων τους.
Όλα τα κόμματα κατά καιρούς έσπευδαν να φιλοξενήσουν τον ακραίο κοινοβουλευτικό ή φιλικό δημοσιογραφικό λόγο.
Δεν ξεχνούμε τις εμπρηστικές επιθέσεις του αείμνηστου Ευάγγελου Γιαννόπουλου που δε δίσταζε να καταχεριάζει όποιον τολμούσε να τον αμφισβητήσει.
Έγραψε μαύρη ιστορία η ΑΥΡΙΑΝΗ και το Κανάλι 29 των αδελφών Κουρή, που δεν ήξεραν τι σημαίνει μέτρο στον δημόσιο λόγο.
Και πάντα μας θυμίζει τι σημαίνει προσβολή και ιταμή συμπεριφορά κατά πολιτικού αντιπάλου ο γνωστός πρωθυπουργικός φρουρός που ακούει στο όνομα Άδωνις Γεωργιάδης.
Φυσικά υπάρχει και ο ποικιλόμορφος τραμπουκισμός των διάφορων μορφομάτων της Ακροδεξιάς, που όμως, ως προϊόν συνολικής πολιτικής του χώρου και όχι ατομικής συμπεριφοράς, απαιτεί διαφορετική προσέγγιση.
Το κύριο ερώτημα, που προκαλούν όλες αυτές οι ατομικές συμπεριφορές, είναι πώς το αντιμετωπίζει ο αποδέκτης λαός από τη μια, και τα κόμματά τους από την άλλη.
Πρώτη διαπίστωση είναι ότι και τα δυο ακροατήρια δεν παρουσιάζουν ομοιογένεια.
Το λαϊκό ακροατήριο διαθέτει ένα ισχυρό ποσοστό χειροκροτητών του παλληκαρίσιου λόγου που κατατροπώνει τον κάθε «άλλον».
Η λεκτική ακρότητα πυροδοτεί τα οπαδικά αντανακλαστικά, νομιμοποιεί την αποστασιοποίηση από κάθε μορφής διερεύνηση της αλήθειας, αναδεικνύει αυθωρεί και παραχρήμα τη δική μας αλήθεια, ενώ ταυτόχρονα ενοχοποιεί κάθε διάθεση διαλόγου με την άλλη άποψη.
Η λαϊκή αγανάκτηση απαιτεί τον δικό της Ρομπέν των δασών που δε διστάζει να πέσει στη φωτιά των εξουσιαστών, καταγγέλλοντας με βροντερή φωνή και αψύ ύφος την ανάλγητη «κουφή» εξουσία.
Η ακουστική εκτόνωση λειτουργεί λυτρωτικά στον μεσογειακό μας συναισθηματισμό, και για ένα βραχύ χρονικό διάστημα χαρίζει ήρεμο βραδινό ύπνο.
Οι υπόλοιποι, που προτιμούν τον πολιτικό πολιτισμό, περιορίζονται στον ρόλο της ατελέσφορης διαμαρτυρίας.
Στο εσωτερικό του κόμματος,που στεγάζει τον κατά τα άλλα γραφικό φωνακλά, τα πράγματα είναι παραπλήσια, αλλά όχι ίδια.
'Συνήθως ο εργολαβικά αναλαμβάνων την υπεράσπιση των κομματικών ιερών και οσίων κοσμεί τις προεδρικές αυλές.
Πουλάει προστασία στον αρχηγό κι είναι έτοιμος να επιτεθεί σε κάθε ασεβή που θα τολμήσει να τον κρίνει. Αρέσκεται να προκαλεί τον φόβο στην αμφισβήτηση της προεδρικής αυθεντίας και ασφάλεια στην υπόλοιπη ηγετική φρουρά.
Είναι εξαιρετικά απρεπής και πολύ συχνά υπερβαίνει τα εσκαμμένα.
Και όλα αυτά για να απολαμβάνει τη δουλοπρεπή συμπεριφορά των εξαπτέρυγων, την εύνοια των πραιτοριανών και την αγάπη του «ηγέτη».
Δυστυχώς το φαινόμενο της κομματικής χυδαιότητας διατρέχει οριζοντίως όλο το πολιτικό μας σύστημα. Γεγονός που προκαλεί εθισμό και στερητικά σύνδρομα.
Η λαϊκή οργή αναζητά την κραυγάζουσα ύβρη και η κομματική ανασφάλεια το γαύγισμα του δίποδου πιστού φρουρού.


