Τρίτη, 16 Ιουλίου 2024, 6:32:57 μμ
Παρασκευή, 22 Σεπτεμβρίου 2017 21:15

Ο Μητσάρας

Γράφει ο Ιωσηφίδης Μάκης. Εκπαιδευτικός. 

 

Ο Μητσάρας, γεροδεμένος τριαντάρης, μένει στο κέντρο της Θεσσαλονίκης σε ένα διαμερισματάκι (ο Θεός να το κάνει...). Ένα μικρό δωμάτιο, μια κουζινίτσα και μια στενή τουαλέτα όλοι του οι χώροι. Υπόγειο, ανήλιαγο, μέσα στην υγρασία, με σαρακοφαγωμένα κουφώματα αποτελεί βασίλειο για τις κατσαρίδες που σουλατσάρουν παντού. Τι να κάνεις όμως; Πού να βρεις φθηνό διαμέρισμα στο κέντρο;


Ο Μητσάρας δύσκολα τα φέρνει βόλτα. Ασπριτζής στο επάγγελμα, οι δουλειές λίγες και με την οικονομική κρίση λιγότερες. Κάτι αρπαχτές και ευτυχώς τα λεφτά μαύρα. Το παλεύει ....
Δεν σπούδασε ο Mητσάρας. Δεν τάθελε τα γράμματα. Πήγε μέχρι την Δευτέρα γυμνασίου που τα παράτησε και βγήκε από νωρίς στη βιοπάλη. Έμαθε τη δουλειά δίπλα στον γέρο του. Τάπινε γερά ο πατέρας και τους άφησε νωρίς στα 50 του. Κίρρωση του ήπατος είπανε οι γιατροί. Άστα να πάνε. Ο Μητσάρας στα 23 του είχε πια να φροντίσει εκτός από τον εαυτό του, την γρια του και την δεκαεφτάχρονη αδελφούλα του που έμεναν στο πατρικό τους στην πάνω πόλη και τα έφερναν δύσκολα βόλτα με την μικρή σύνταξη του συχωρεμένου.
Από διασκέδαση ο Μητσάρας, ελάχιστα πράματα. Κάπου κάπου κανένα τσιπουράκι με την παρέα. Το βράδυ πριν κοιμηθεί, τράβαγε και μια μαλαματίνα ξεροσφύρι έτσι για να ρθει να στανιάρει, να ξεχαστεί ...
Δύο μεγάλες αδυναμίες είχε ο Μητσάρας στη ζωή του, την αδελφούλα του τη Μαριάνθη και την ομάδα του. Εφτά χρόνια μετά το φευγιό του πατέρα, η Μαριάνθη είναι  ένα γλυκύτατο πλάσμα. Στα 24 της χρόνια λάμπει κυριολεκτικά. Μικρόσωμη, λεπτή, με γκριζοπράσινα μάτια (τα πήρε από την εκ μητρός γιαγιά τους) με ένα μόνιμο γλυκό χαμόγελο και με απέραντη αγάπη για όλον τον κόσμο. Ο Μητσάρας την λατρεύει την αδελφούλα του. Φύλακας-άγγελος γι' αυτήν. Αλίμονο σ' όποιον διανοηθεί να την πειράξει.
Την ομαδάρα του την αγάπησε από μωρό. Του μεταβίβασε το αλκοολίκι ο γέρος. Από τότε που θυμάται τον εαυτό του ο Μητσάρας κάθε Κυριακή στο γήπεδο. Ακόμα και σε κάποιες προπονήσεις τον πήγαινε ο γέρος του. Στο σπίτι άκουγε ιστορίες για  μεγάλους αγώνες παλιότερων δεκαετιών, μάθαινε για τις διαιτητικές αδικίες και το αίμα του έβραζε. Δεν ήθελε και πολύ ο Μητσάρας για να πάρει την αρρώστια...
Εδώ και 7-8 χρόνια είναι γραμμένος στον οπαδικό σύνδεσμο. Εκεί συναντά όλα τα αλάνια που έχουν την ίδια αρρώστια. Μεγάλο το μίσος για τους αντίπαλους οπαδούς. Κάπου κάπου πέφτει το ξύλο της αρκούδας. Ο Μητσάρας συμμετέχει σ' όλες τις δραστηριότητες του συνδέσμου. Ειδικότητά του, λόγω εργασίας, το γράψιμο των συμβόλων του συνδέσμου και της ομάδας στις οδικές πινακίδες. Ηδονίζεται ο Μητσάρας όταν γεμίζει τα οδόσημα με τα σύμβολα και τα συνθήματα και καλύπτει τα πάντα. Εκτός των άλλων αισθάνεται ότι εκδικείται το κατεστημένο και την άτιμη κοινωνία που τον οδήγησε στις άθλιες συνθήκες της ζωής του.
Τελευταία, ο Μητσάρας είναι πολύ ευτυχισμένος. Η λατρεμένη αδελφούλα του η Μαριάνθη αρραβωνιάστηκε με τον Κώστα, ένα καλό παλικάρι που τον εκτίμησε πολύ ο Μητσάρας. Καλό παιδί ο Κώστας και εργατικό. Ο Μητσάρας ήταν βέβαιος ότι παρέδιδε την Μαριάνθη σε πολύ καλά χέρια. Στο γλεντάκι του αρραβώνα βγήκε όλη η χαρά του σε μια βαριά ζεϊμπεκιά που έριξε και πήρε φωτιά η πίστα. Ο γάμος ορίστηκε σε δυο μήνες και ο Μήτσος έπλεε σε πελάγη ευτυχίας. Ο γαμπρός δεν ζήτησε τίποτα αλλά ο Μήτσος θα έδινε ό,τι οικονομίες είχε και θα χτύπαγε και ένα δανειάκι για να βοηθήσει το νέο ζευγάρι στο ξεκίνημα της ζωής του.
Οργασμός στον σύνδεσμο. Είναι καλοκαίρι και ο κόσμος ξεχύνεται στην Χαλκιδική. Πρέπει να γραφτούν τα σύμβολα και τα συνθήματα του συνδέσμου και της ομάδας στο δρόμο της Χαλκιδικής, στη Μουδανίων. Αργά μεσάνυχτα Σαββάτου ο Μητσάρας φορτώνει τα σύνεργα στο επαγγελματικό φορτηγάκι του και με το τακίμι του τον Βαγγέλη ξαμολιούνται για τη Μουδανίων. Παίρνουν σβάρνα τις πινακίδες. Ο Βαγγέλης κρατάει τσίλιες και ο Μήτσος γράφει αβέρτα. Εκεί, στη στροφή για Κάτω Σχολάρι και Μεσημέρι μετά τα δύο ζαχαροπλαστεία, ο Μητσάρας έβαλε όλη την τέχνη του. Σκέπασε σχεδόν όλη την πινακίδα με συνθήματα. Στάθηκε για λίγο και καμάρωσε. Δεν φαινόταν πια τίποτα παρά μόνο τα συνθήματα. Γέλασε χαιρέκακα ο Μήτσος. Αδικείτε την ομάδα μας ε; Φάτε την τώρα. Αστοί και μπουρζουάδες, φάτε την κι εσείς.
Άρχισε να ξημερώνει η Κυριακή όταν τελείωσαν. Με το Βαγγέλη γύρισαν στο σύνδεσμο, έδωσαν αναφορά και πήγαν στα σπίτια τους για να κοιμηθούν.
Κυριακή μεσημέρι και ο Μήτσος ακόμη κοιμάται. Τον ξυπνάει το  κουδούνισμα του κινητού. Μια άγνωστη φωνή τον ρωτάει αν είναι ο Δεληπέτρου Δημήτριος. ''Ο ίδιος'' απαντά ο Μητσάρας. ''Ελάτε γρήγορα στο ΑΧΕΠΑ'' του λέει ο άγνωστος ''σε τροχαίο τραυματίστηκαν η αδελφή σας και ο γαμπρός σας''. Τρελάθηκε ο Μήτσος. Ντύθηκε στα γρήγορα, μπήκε στο φορτηγάκι του και σφαίρα για το ΑΧΕΠΑ.
Μπαίνει στον αυλόγυρο ο Μήτσος και κόβονται τα γόνατά του όταν αντικρίζει τη γρια του να χτυπιέται. ''Τι έγινε ρε μάνα;''. ''Πάει το Μαριανθάκι μας και ο Κώστας είναι βαριά''.  Άγαλμα ο Μήτσος. Το αίμα χάθηκε από το πρόσωπό του και τα μυαλά του γύρισαν. ''Πώς έγινε;'' κατάφερε να ψελίσει. Το όργανο της τροχαίας ήταν ξεκάθαρο. ''Όπως μας είπε ο Κώστας πριν πέσει σε αφασία, το ζευγάρι ξεκίνησε πρωί Κυριακής για ένα μπάνιο στη Νέα Ηράκλεια. Εκεί στη Μουδανίων, στη στροφή για Μεσημέρι κάποιοι σκατόψυχοι οπαδοί είχαν καλύψει την πινακίδα με συνθήματα. Ο οδηγός που ήξερε την διαδρομή, αφηρημένος δεν είδε την μουντζουρωμένη πινακίδα, προσπέρασε και όταν το κατάλαβε πάτησε αυθόρμητα φρένο και το αμάξι ακινητοποιήθηκε. Το βαρύ όχημα που ερχόταν από πίσω παρέσυρε το αυτοκίνητό τους για 50 περίπου μέτρα. Ο θάνατος της Μαριάνθης ήταν ακαριαίος. Ο Κώστας, όπως λένε οι γιατροί, μπορεί να τη γλιτώσει.
Θολωμένος ο Μήτσος μπαίνει στο φορτηγάκι του και τρέχει με ιλιγγιώδη ταχύτητα για το δάσος του Σέιχ Σου. Εκεί, σε κάποιο ξέφωτο κατεβαίνει. Άρχισε να σκοτεινιάζει. Κοιτάζει στο βάθος την αγαπημένη του Θεσσαλονίκη. Η καρδιά του κατάμαυρη. Στο μυαλό του αντηχεί ακόμα η φωνή να λέει: ''κάποιοι σκατόψυχοι...''. Ναι. Σκατόψυχος αισθάνεται ο  Μήτσος. Αναλογίζεται ότι έγινε αιτία να σκοτωθούν ή να σακατευτούν κάποιοι άνθρωποι και οι δικοί τους τους έκλαψαν όπως αυτός τώρα την αδελφή του. Αναλογίζεται ότι σκότωσε με τα ίδια του τα χέρια τη λατρεμένη του αδελφούλα. Κοίταξε στον ουρανό και είδε τα σύννεφα να σμίγουν σχηματίζοντας τη μορφή του γέρου του που τον κοίταζε αυστηρά. Σε λίγο τα δάκρυα του πατέρα έγιναν βροχή που κατάκαψε τα σωθικά του Μητσάρα.
Τη Δευτέρα το πρωί ένα ζευγαράκι βρήκε το σώμα του Μητσάρα να αιωρείται κρεμασμένο και άψυχο σε ένα δέντρο ...
Κιλκίς 14-9-2017