espa pkm

Δευτέρα, 23 Μαρτίου 2026, 9:10:32 πμ
Τρίτη, 14 Οκτωβρίου 2025 13:57

Ο οικισμός Μεσιά: Ένα ελληνικό παρόν πάνω σε ένα οθωμανικό παρελθόν

Γράφει η Νικολαΐδου Ουρανία (Ράνια).

 

«Εάν αρχίσωμεν οι Έλληνες να τινάζωμεν εις τον αέρα τα τεμένη των απίστων δια ν’ αποσείσωμεν από τα στήθη μας έναν φανταστικόν εφιάλτην, αξιόλογα και άπιστοι ημπορούν ν’ ανατινάξουν εις τον αέρα κάθε θόλον χριστιανικού ναού επί του οποίου είχεν ακτινοβολήσει κάποτε ο σταυρός των Γκιαούρηδων».

Παύλος Νιρβάνας

 

«Το παιχνίδι της μνήμης και της λήθης». Το σκηνικό της Οθωμανικής κατάρρευσης και της ερήμωσης αντικαταστάθηκε από άυλες και υλικές κληρονομιές μιας άλλης κοινωνίας η οποία βασίστηκε σε εθνικά κατεστημένους κανόνες μνήμης με άμυνες διαφύλαξης του πάτριους εδάφους. Ωστόσο αυτό δεν στάθηκε ικανό να επιφέρει και τη λήθη.

Τα απομεινάρια της στον ελλαδικό χώρο μπορεί να οδηγούν τα υποκείμενα σε μία δόση αυτής, αλλά ταυτόχρονα είναι και εκείνα που θα καλύψουν τις ταυτοτικές τους ανάγκες και ως αλλότρια θα διαμορφώσουν και θα  γράψουν την ιστορία ακόμη κι αυτών που τάσσονται ως οι μεγαλύτεροι αμφισβητίες τους.

Τα νεωτερικά κράτη προτιμούν να κατασκευάσουν και να διατηρήσουν έναν τόπο μνήμης με πολύ επιλεκτικό και συμβολικό τρόπο και να προσδώσουν έναν πολιτισμικό χαρακτήρα πάντα στο πλαίσιο των ιστορικών κανόνων. Με σπασμωδικές κινήσεις επιδιώκουν να αφανίσουν το συλλογικό τραύμα χωρίς αυτό όμως να επιτυγχάνεται σε μεγάλο βαθμό. Ίσως δεν λαμβάνουν υπόψη κατά πόσο το κοινό είναι προετοιμασμένο να δεχθεί κάτι τέτοιο και αν επιτελέσει στο χώρο και στον χρόνο χωρίς σκοτεινότητα και αρνητισμό.

Ίσως πάλι το επιλεκτικό υλικό της μνήμης και η μεταβίβασή της κρίνονται για το πόσο ικανό και άξιο είναι να επιφέρει μια αντικειμενική επικοινωνία ανάμεσα σε πομπό και δέκτη, ανάμεσα στην παρουσία και στην απουσία και ανάμεσα στο παρόν και στο παρελθόν. Η ιστορία αν και μπορεί να μην είναι τόσο συμβατή με την μνήμη όμως και οι δύο σίγουρα αποτελούν αφήγηση του παρελθόντος και μαζί με την όποια αντικειμενικότητα της προφορικής ιστορίας, έχουν την δεξιότητα και το ‘ταλέντο’ συνεργαζόμενες στενά, να ερευνούν, να μελετούν, να εξηγούν και κυρίως να αφουγκράζονται.

«Όταν ο τόπος μιλά, οφείλεις να τον ακούς». Ένα πολιτισμικό κληροδότημα μπορεί να προκαλεί δυσφορία, να είναι δύσκολο, αποκρουστικό, απεχθές ή ακόμη και γκροτέσκο. Τα υποκείμενά του άφησαν πίσω τους ένα συλλογικό πόνο, αυτόν του ξεριζωμού των Οθωμανών. Σχεδόν ταυτόχρονα το κενό της εγκατάλειψης καλύπτεται με ένα άλλο αντίθετο και διαφορετικό πληθυσμιακό δυναμικό προσφυγιάς.  

Το ζήτημα εδώ είναι πως αυτή νέα κοινωνία ανθρώπων θα αποδεχθεί και θα διαχειριστεί την διαφορετικότητα των Άλλων όταν μάλιστα αυτοί υπήρξαν και οι υποτελείς της. Αναπόφευκτα και απροκάλυπτα θα συμβιβαστεί με τον παρελθοντικό πολιτισμικό πλούτο του “νέου τόπου” ο οποίος και του “μιλά” και του “φωνάζει” όσο κι αν αυτή τον αγνοεί γιατί δεν έχει να της δώσει τίποτε και να  προσφέρει από το σύνηθες θριαμβικό της Αρχαίας Ελλάδας.

Όσο και αν αυτό ξενίζει, απωθεί ή προκαλεί απαξίωση μέχρι και θυμό, τα κατάλοιπα της Οθωμανικής περιόδου, ερειπωμένα ή διατηρημένα και λειτουργικά από τους ίδιους τους μουσουλμάνους σήμερα ή και σε επανάχρηση από τους Έλληνες Ορθοδόξους, κληρονομιές των “μνημονικών εισβολέων”, δεν θα πάψουν να είναι ποτέ ενταγμένα στην κοινωνική δομή της νέας Ελλάδας. Κάποτε λειτούργησαν, εξυπηρέτησαν και κόσμησαν εδάφη μιας Αυτοκρατορίας ενώ με τη σύγχρονη αντίληψη, η ύπαρξή τους είναι απλά ένα σύμβολο κυριαρχίας. Όσοι βρέθηκαν μπροστά σε μία τέτοια εικόνα με βάρος ψυχής και συνείδησης αναγκάζονται και καλούνται να εγκατασταθούν πλάι τους, να συνυπάρξουν μαζί τους και να συγκροτήσουν το παρόν τους επάνω στο όχι και τόσο μακρινό παρελθόν καθώς μόνο μέσα από την αποδοχή τους θα επιβιώσουν, θα αναδειχθούν και θα εκκινήσουν το μέλλον τους.

Ένας τέτοιος τόπος είναι και η Μεσιά. Ανήκει στον Δήμο Παιονίας του Νομού Κιλκίς με έδρα το Πολύκαστρο, δυτικά του Αξιού ποταμού και σε απόσταση αναπνοής από τους οικισμούς του Αγίου Πέτρου στα νότια και βορειοδυτικά της Ευρωπού. Οι πρώτοι κάτοικοί της πρόσφυγες της ανταλλαγής, μετά τη Συνθήκη της Λωζάνης το 1923, Κουμπουρλιώτες από την Γκιουμουλτζίνα (Κομοτηνή), περίπου 40 με 45 οικογένειες που καταφθάνουν το ίδιο έτος. Ένα χρόνο μετά στις 27 Ιούλη του 1924, ημέρα της γιορτής του Αγίου Παντελεήμονα, σημαντική για τους νέους αφιχθέντες Αλμπασανιώτες, εγκαθίστανται στο τσιφλίκι 80 οικογένειες και λίγες εξ αυτών και στον διπλανό οικισμό του Αγίου Πέτρου σύμφωνα με την μαρτυρία του κυρίου Ιωάννη Θεοχαρίδη. Η καταγωγή τους από το Αλμπασάνι της Ανατολικής Θράκης  της επαρχίας Μετρών (σημερινής Τσατάλτζας). Η άφιξη ωστόσο κάποιων οικογενειών είχε γίνει πολύ νωρίτερα ακόμη και σταδιακά όπως και η αποχώρηση κάποιων Τουρκόφωνων οικογενειών από το ήδη χωριό του Μπαμπά και αυτό επίσης προκύπτει πάλι από μαρτυρίες της πρώτης και δεύτερης γενιάς των προσφύγων. Το γεγονός ότι για κάποιο έστω και μικρό χρονικό διάστημα οι δύο αυτοί λαοί συμβίωσαν και συνυπήρξαν μας δίνει ένα χρήσιμο και ενδιαφέρον υλικό πληροφοριών για το βίο τους.

Πολύ αργότερα, το 1933 έως και το 1937 καταφθάνουν και οι λίγες οικογένειες Σαρακατσάνων νομάδων από την Ορμύλια και την Αμμουλιανή της Χαλκιδικής καθώς και από το όρος Τζένα όπως μας το αφηγήθηκε ο κος Γρηγόρης Μπάκας. Η συγκεκριμένη πληθυσμιακή ομάδα παρουσιάζει ενδιαφέρον και χρήζει μελέτης γιατί η υπόστασή της έξω από τα προσφυγικά-μεταναστευτικά πλαίσια της Μεσιάς έχει να μας δώσει μία άλλου είδους προσέγγιση και άποψη επί του θέματος αφού κάνει την εμφάνισή της προερχόμενη από εγχώρια διαφορετικά περιβάλλοντα  και με διαφορετικούς λόγους μετεγκατάστασης.

«Αυτό που κληρονομήσαμε». Ο ερχομός στη νέα πατρίδα δεν υπήρξε καθόλου εύκολη υπόθεση όπως και η επιλογή του τόπου εγκατάστασης ή προσωρινής φιλοξενίας όπως ήλπιζαν και επιθυμούσαν. Η πρώτη εικόνα που αντίκρυσαν οι Ανατολικοθρακιώτες δεν θύμιζε σε τίποτε την Μεσιά. Ένας ανισόπεδος, λασπώδης, με λιμνάζοντα νερά τόπος, με στάβλους, αποθήκες και εγκαταλελειμμένες υποτυπώδεις οικίες τις οποίες ο κ. Χρήστος Εμμανουηλίδης, ο κ. Δημήτριος Πολυμένης και η κ. Φανή Αραβατζάκη μας τις περιγράφουν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.  

Το τσιφλίκι του Μπαμπά-Κιοϊ ήταν σημαντικό κέντρο παραγωγής σιτηρών λόγω της ύπαρξης πολλών πηγών στα δυτικά, στην περιοχή του λοφίσκου του Αγίου Παντελεήμονα και με ρυάκια τα οποία ρέουν άναρχα στο εσωτερικό του ανάμεσα στις οικίες. Το μεγαλύτερο εξ αυτών κατέληγε στο χαμάμ μπροστά στην οικία του κ. Γρηγορίου Μπάκα και τα υπόλοιπα ανατολικά στον κάμπο του Βαρδάρη ποταμού. Στην δικαιοδοσία του ανήκει ένας μεγάλος αριθμός καλλιεργήσιμων στρεμμάτων αφού η έκτασή του έφτανε μέχρι το σημείο που σήμερα βρίσκεται ο παλαιός και ανενεργός αλευρόμυλος του Αγίου Πέτρου (Πέτροβο). Κάποιες ενδείξεις δημιουργούν υποψίες ότι οι δύο αυτοί όμοροι οικισμοί είχαν κάποια σχέση μεταξύ τους άλλα κάτι τέτοιο απαιτεί περισσότερης συλλογής στοιχείων και τεκμηρίωσης.

Το 1430, κατά τη βασιλεία του Σουλτάνου Μουράτ Β’, η Θεσσαλονίκη (Selanik) παρακμάζει. Το Σαντζάκι που περιλαμβάνει όλες τις εκτάσεις κατά μήκος του Βαρδάρη και όλης της Κεντρικής Μακεδονίας μαζί και το τσιφλίκι του Μπαμπά-Κιοϊ, παραχωρούνται έτσι όπως μας τα περιγράφει και ο Εβλιά Τσελεμπή το 1668 στην περιήγηση του, στον φεουδάρχη Εβρενός Μπέη. Όλος ο Μακεδονικός κάμπος και συνεπώς και το Μπαμπά-Κιοϊ ξεχώριζε για την υπεραφθονία του σε σιτηρά- Ιστηρά, εκλέγοντας μάλιστα και Ιστηρατζή για το λόγο αυτό.

Η μεγάλη οικονομική του ευμάρεια το καθιστά ένα σημαντικό εμπορικό, πολιτιστικό και θρησκευτικό κέντρο. Διοικείται από δύο Μπέηδες και δεν είναι λίγες οι φορές που συγκεντρώνονται εκεί και  άλλοι Μπέηδες  από τις γύρω περιοχές για να επιτελέσουν τις εθιμοτυπικές τους πρακτικές με προσευχή, με κουρμπάνια, με χορό και με αγώνες πάλης όπως μας αναφέρει ο Χρήστος Εμμανουηλίδης.

Οι μαρτυρίες των κατοίκων, το φωτογραφικό υλικό καθώς και το Βιβλίο Ιστορίας του Δημοτικού σχολείου Μεσιάς αποκαλύπτουν και επιβεβαιώνουν την ύπαρξη ενός ολοκληρωμένου φιλανθρωπικού Μουσουλμανικού καθιδρύματος. Το Τζαμί (μουσουλμανικό τέμενος) στη θέση του Δημοτικού Σχολείου με τον μιναρέ του να κατεδαφίζεται πρώτος, όπως και όλο το κτήριο από τους πρόσφυγες αλλά και την ύπαρξη μεντρεσέ κατά τα λεγόμενα του κου. Αποστόλου Πασχαλίδη στη θέση του νηπιαγωγείου, συμπληρώνουν σιγά-σιγά την εικόνα του τσιφλικιού στο κεντρικό σημείο του οικισμού.

Δυτικά εξ αυτών, με τις απόψεις να διίστανται, τοποθετούν το σπίτι του Ουλά ή τον Πύργο Μπέη στην έδρα του Αγροτικού Συνεταιρισμού αλλά και στην οικία της της κας. Αναστασίας Πασχαλίδου. Τσεσμέδες (βρύσες) μικροί και μεγάλοι, διάσπαρτοι στον οικισμό καθώς και δύο μεγάλες χαβούζες (κρήνες), μία στον κάτω και μία στον άνω μαχαλά εξυπηρετούν τις ανάγκες των κατοίκων και κυρίως των ζώων που διέθεταν οι οικογένειες. Ο Τουρμπές του 15ου αιώνα (μαυσωλείο-τάφος του σεβάσμιου μουσουλμάνου αγίου) ανατολικά του τζαμιού και του μεντρεσέ, είναι το μόνο διασωθέν μνημείο  το οποίο δέχθηκε δύο παρεμβάσεις μετέπειτα. Η πρώτη το 1930 και η δεύτερη το 1946 σε μία προσπάθεια από την πλευρά των ανταλλάξιμων προσφύγων εύκολης και γρήγορης αναζήτησης λατρευτικού χώρου. Για τους κατοίκους της Μεσιάς είναι ο Ιερός Ναός αφιερωμένος στον Άγιο Κωνσταντίνο και στην Αγία Ελένη και ο χώρος που τελούν τα θρησκευτικά τους καθήκοντα.

Η κ. Θεανώ Κάργα αλλά και κάτοικοι που δεν είναι στη ζωή προσέφεραν αρκετές σημαντικές πληροφορίες για τον Τουρμπέ. Στον αύλιο χώρο του και εντός του, οι εκτεθειμένες ενεπίγραφες επιτύμβιες στήλες μας οδηγούν σε μία σημαντική ερευνητική κατεύθυνση με τα στοιχεία που αναγράφουν. Το τείχος που τον περιβάλλει περιμετρικά σε σχήμα οβάλ διασώζεται κατά ένα μικρό τμήμα βορειοανατολικά, διαφυλάσσοντας τον ίδιο και μικρό αριθμό τάφων  σημαινόντων και σπουδαίων προσώπων. Το νεκροταφείο του οικισμού λάμβανε χώρο νοτίως του σημερινού κοιμητηρίου της Μεσιάς, ενώ στα βόρεια αυτού μέχρι και τις αρχές της δεκαετίας του ’90 ήταν ορατές διάσπαρτες επιτύμβιες στήλες και υπολείμματα Βουλγαρόφωνου νεκροταφείου και ναού.

Η σύντομη αυτήν παρουσίαση αποτελεί ένα μικρό δείγμα μιας χρονοβόρας και κοπιαστικής έρευνας η οποία βασίστηκε στο μεγαλύτερο μέρος της σε ανθρώπους που αγάπησαν πραγματικά το Μπαμπά-Κιοϊ και την ιστορία του, με τα καλώς και τα κακώς κείμενά του. Το ίδιο αποτελεί ένα μωσαϊκό πάνω στο οποίο στήθηκαν δύο έθνη-κράτη, δύο διαφορετικοί πολιτισμοί και δύο διαφορετικές θρησκείες.

Η Μεσιά του έδωσε νέα ταυτότητα, εθνική, πολιτισμική, θρησκευτική. Ωστόσο, τα Οθωμανικά κληροδοτήματα είτε υλικά όπως τα μνημεία είτε τα άυλα που στοιχειοθέτησαν την Τουρκόφωνη Μουσουλμανική κοινωνία του, έναν αιώνα μετά παραμένουν μήπως και εξυγιάνουν κατά κάποιον τρόπο τη νέα κοινωνία από το «απόθεμα των Άλλων».

Το Μπαμπά-Κιοϊ χρήζει ακόμη ιστορικής και εθνογραφικής έρευνας με διασταυρώσεις και συγκρίσεις και πολύ περισσότερο με αναστοχασμό. Ακόμη και μέσα από διαφιλονικούμενες μνήμες και ανεπιθύμητες κληρονομιές, έστω κι αν καταστήσουμε τους εαυτούς μας σαν αποδέκτες μιας εθνικής ταπείνωσης, σίγουρα το αποτέλεσμα θα είναι θετικό και με οποιονδήποτε τρόπο θα μας ανταμείψει.

 

Βιβλιογραφία

Βακαλόπουλος, Ε. Ιστορία της Θεσσαλονίκης 315 π.Χ. -1912. Θεσσαλονίκη: Δημοσιεύματα της εταιρείας των φίλων της Βυζαντινής Μακεδονίας αριθμ. 2, 1946.

Κολοβός Ηλίας, Γεώργιος Πάλλης και Παναγιώτης Πούλιος. Οθωμανικά μνημεία στην Ελλάδα. Κληρονομιές υπό διαπραγμάτευση. Αθήνα: ΚΑΠΟΝ, 2023.

Πλάντζος, Δημήτρης. Τα μνημεία των άλλων. Ανεπιθύμητες κληρονομιές στις παρυφές της μνήμης και της λήθης. Αθήνα, ΝΕΦΕΛΗ, 2023.

Συλλογικό, Γραφές της μνήμης. Σύγκριση-Αναπαράσταση-θεωρία. Μοντάζ: Ι. Ζαχαρίας Σιαφλέκης. Αθήνα: GUTENBERG, 2011.

Χαραλαμπίδης, Ιωάννης. ΒΙΒΛΙΟΝ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΣΧΟΛΕΙΟΥ.  Μεσιά, 1974.

Αραβατζάκη, Φανή. Συνέντευξη από τη συγγραφέα του κειμένου. Μεσιά, 22/08/2023.

Εμμανουηλίδης, Χρήστος. Συνέντευξη από τη συγγραφέα του κειμένου. Μεσιά, 20/08/2023.

Κάργα, Θεανώ. Συνέντευξη από τη συγγραφέα του κειμένου. Μεσιά, 17/07/2023.

Μπάκας, Γρηγόριος. Συνέντευξη από τη συγγραφέα του κειμένου. Μεσιά, 23/08/2025.

Πασχαλίδης, Απόστολος. Συνέντευξη από τη συγγραφέα του κειμένου. Μεσιά, 23/03/2023.

Πολυμένης, Δημήτριος. Συνέντευξη από τη συγγραφέα του κειμένου. Μεσιά, 27/08/2023.