Είναι όμως ενδιαφέρουσα καθώς ο χώρος αποκτά νόημα γιατί και τα στοιχεία του ίδιου αποκτούν σημασία και αξία και προσδίδουν συναισθήματα στην ανθρώπινη συνείδηση διευρύνοντας πνευματικούς ορίζοντες.
Μέσα από την καθημερινότητα και τις πρακτικές επιβίωσης αλλά και τις κοινωνικές και πολιτισμικές αντιλήψεις, τις εμπειρίες των δρώντων υποκειμένων μιας κοινότητας, καλείται κανείς σε μια συνεχή προσπάθεια ορισμού και προσδιορισμού του τοπίου, αναβιώνοντάς το, με όσα έχει στη διάθεση του, δίνοντας έμφαση στην πολιτισμική του χροιά. Οικοδομήματα, μνημεία, γλυπτά και σπαράγματα που διατηρήθηκαν ή αλλοτριώθηκαν ή βανδαλίστηκαν από ανθρώπινα χέρια ή δεν άντεξαν στο πέρασμα του χρόνου, αφήνουν τα αποτυπώματά τους.
Αυτό που ίσως κάνει τη διαφορά σε κάποιες περιπτώσεις είναι η ιδιαιτερότητα του χώρου ο οποίος κατά έναν τρόπο αποσπάται από τα λοιπά περιβάλλοντα γιατί εκεί αντανακλώνται θρησκευτικές πεποιθήσεις που καθορίζουν το τοπίο.
Ο Τουρμπές του Μπαμπά Κιοΐ, χώρος ιερός, ταφικό μουσουλμανικό μνημείο της Οθωμανικής κατάκτησης που χρονολογείται στον 14ο- 15ο αιώνα, φιλοξενεί στο εσωτερικό του, ζεύγος σεβάσμιων προσώπων κατά τις μαρτυρίες των πρώτης και δεύτερης γενιάς προσφύγων κατοίκων του χωριού από το 1923 -1924 και μετέπειτα.
Το κτήριο ύστερα από δύο παρεμβάσεις «μετατρέπεται» σε ορθόδοξο Ιερό Ναό του Αγίου Κωνσταντίνου και Ελένης χωρίς αυτό να καταργεί την αρχική του μουσουλμανική ταυτότητα.
Στο πέρασμα του χρόνου παρά τις αλλαγές σχεδόν σε όλα τα επίπεδα, η ιερότητα του χώρου, από όπου αυτή κι αν ορίζεται, Ισλάμ ή Ορθοδοξία, παραμένει σταθερή στα όρια του θρησκευτικού πλαισίου του μνημείου. Κάτι τέτοιο είναι εμφανέστατο και ενισχύεται ακόμη περισσότερο από την ύπαρξη του νεκροταφείου στα βορειοδυτικά του Τουρμπέ με επτά-οχτώ τάφους σημαντικών Οθωμανών προσωπικοτήτων και με τις επιτύμβιες στήλες να είναι διάσπαρτες εντός του αύλιου χώρου έως και τις τελευταίες δεκαετίες του 20ου αιώνα με σταδιακή εξαφάνισή τους. Σήμερα δυστυχώς διασώζονται τρεις εκ του συνόλου.
Η μία, μικρότερη και ορθογώνια με κάλυμμα κεφαλής και λεπτή καλλιγραφία παραπέμπει στον Μπαϊράμ Αγά, γιο του Βελή Ντεμπρελί στον οποίο του αποδόθηκε το παρατσούκλι από το Ντέμπρετσικ, χωριό της Δράμας όπου γεννήθηκε και το 1918 μετονομάστηκε σε Αναρράχη. Στην ίδια επιτύμβια γίνεται αναφορά και στο χωριό του Μπαμπά Κιοΐ με έτος καταγραφής το 1883/1884.
Η μεγάλη ενεπίγραφη κυλινδρική ανήκει σε γυναίκα με το όνομα Kevser Hanim. Η κυρία Kevser υπήρξε σύζυγος του διοικητή Θεσσαλονίκης Ιμπραχήμ Πασά, γόνου του Ομέρ Πασά από την Εύβοια (Egriboz). Πιο συγκεκριμένα στην 3η και 4η ζώνη–σειρά, αναγράφει: «Στην ψυχή της κυρίας Κεβσέρ, σύζυγο του συγχωρεμένου διοικητή Θεσσαλονίκης Ιμπραχήμ Πασά, γόνου του Ομέρ Πασά Εγριμποζλί» (από την Εύβοια), ενώ στην τελευταία ζώνη αναγράφεται sene – 1305 – έτος 1887/1888. Ο Ιμπραχήμ Χαλίλ Πασάς ( ; - 1878) υπήρξε στρατιωτικός αξιωματούχος Οθωμανός ο οποίος κατείχε υψηλές διοικητικές και στρατιωτικές θέσεις κατά τον 19ο αιώνα. Μεταξύ άλλων διετέλεσε και Μουσερίφης του Τοπ – Χανέ (1863-1866, 1869-1871, 1872-1873) καθώς και Σερασκέρης για μικρό διάστημα το 1863 αλλά και Καπουδαν Πασάς το 1865 -1866. Στην συνέχεια υπηρετεί και ως υπουργός Δημοσίων Έργων και υπουργός Εμπορίου (1866 -1867).Το 1877 αναλαμβάνει τη διοίκηση σημαντικών επαρχιών με πρώτη την Τραπεζούντα και κατόπιν τη Θεσσαλονίκη (1877 -1878) όπου και παραμένει μέχρι τον θάνατό του.
Στις μεγάλες επιτύμβιες στήλες των εξεχουσών οθωμανών γυναικών όπως και στης κυρίας Κεβσέρ, η οποία ξεπερνά σε ύψος τα δύο μέτρα, ο διάκοσμος είναι πλούσιος. Μπουκέτα με λουλούδια ή και καλάθια με φρούτα και με μοτίβα λουλουδιών από γαρίφαλα, τριαντάφυλλα, τουλίπες και υάκινθοι, ακόμα και δέντρα κυπαρίσσια τυλιγμένα με σύκα, ρόδια και αμπέλι έχουν τη δική τους συμβολική σημασία και αντικατοπτρίζουν την γυναικεία αισθητική και κομψότητα.
Αυτές που βρίσκονται στη θέση των ποδιών εκτός του ότι στερούνται επιγραφών είναι απλούστερα διακοσμημένες, όπως και οι μικρότερες επιτύμβιες που το ανάγλυφό τους αρκείται σε λουλούδια και σε πιο απλουστευμένα σχέδια.
Ακόμη και η σειρά της ταφής στο χώρο έπαιζε σημαντικό ρόλο με πρώτη αυτή του κτήτορα του τεμένους και ακολουθώντας τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας ή του καθιδρύματος.
Η πλούσια ωστόσο διακοσμητική γλυπτική και η λεπτεπίλεπτα σμιλεμένη γραφή των ζωνών που επίσης περικλείονται με περίτεχνες γιρλάντες, στην κυλινδρική στήλη της κυρίας Κεβσέρ επιδεικνύουν την ανώτερη κοινωνική της θέση η οποία της προσδίδεται από την θέση και τα αξιώματα του συζύγου της.
Η τυπολογία και μορφολογία των Οθωμανικών επιτύμβιων εκτός της αισθητικής τους ως κομψοτεχνήματα, προσφέρουν ένα πλήθος πληροφοριών για την εποχή τους. Αποτελούν μια πολύ σημαντική ιστορική πηγή για το βίο, την δράση και γενικά για την κουλτούρα των κατακτητών.
Η παράδοση των επιτάφιων γλυπτών τους συνεχίζεται βαθιά ριζωμένη από την Κεντρική Ασία και τους Σελτζούκους. Τον 16ο αιώνα τις συναντά κανείς με διάφορα στυλ στην αχανή αυτοκρατορία. Στους επόμενους αιώνες, η Οθωμανική ταφική αρχιτεκτονική τους και επιγραφική παγιώνεται όταν έστω και απατηλά αποδίδεται μια εντύπωση ανθρωπομορφισμού σε αυτές αρχικά με την απόλυξή τους στο κάλυμμα της κεφαλής. Στην πρώτη ζώνη διακρίνεται η επίκληση στο θεό και στην αιωνιότητά του και ακολουθεί η παράκληση προς τους περαστικούς για προσευχή προς ανάπαυση των ψυχών. Στη συνέχεια αναγράφονται τα στοιχεία του θανόντος όπως όνομα, τίτλος, πατρώνυμο, επάγγελμα αλλά και μορφοποιημένο κείμενο σε ποίημα που παραπέμπει σε συγχώρεση. Στην τελευταία ζώνη τοποθετείται η ημερομηνία του θανάτου με την οποία συμπληρώνεται και το τυπικό δείγμα μιας οθωμανικής ταφικής τέχνης.
Έτσι αντιλαμβάνεται κάποιος πως η δημόσια θέση του λαού αυτού εν ζωή είναι εξίσου σημαντική και εξακολουθεί να τους σηματοδοτεί και να τους διαχωρίζει και μεταθανάτια. Το νεκροταφείο των «κοινών θνητών» του Μπαμπά Κιοΐ, στα νότια του σημερινού, εκτός των ορίων του τσιφλικιού, φέρει ως διακριτικό σε κάθε ενταφιασμένο πρόσωπο έναν ξύλινο πάσσαλο στο σημείο της κεφαλής. Κάτι τέτοιο διαψεύδει την ισλαμική επιταγή για την ισότητα ενώπιον του θανάτου. Μέσα από την δοξολογία των νεκρών τους ξεφεύγουν από τα όρια της προνομιακότητας των λίγων και μέσα από την ταφική τους πρακτική εξελίσσονται. Ο θρησκευτικός χαρακτήρας της μετατρέπεται σε κοινωνικός. Ο δημόσιος χώρος του νεκροταφείου αντικατοπτρίζει τον πολιτισμό τους και μας δίνει μια σαφή εικόνα του δημόσιου βίου τους ατομικοποιημένη, διαφοροποιημένη, πολύπλοκη και ύψιστα ιεραρχημένη.
Οι επιτύμβιες στήλες στον Τουρμπέ του Μπαμπ Κιοΐ δεν έχουν λόγο να αγνοηθούν. «Οι παρατημένες, πεταμένες σκαλιστές πέτρες» όπως τις αποκαλούσαν οι κάτοικοί της, είναι και η ιστορία της ίδιας της Μεσιάς. Με τα υλικά κατάλοιπα των Οθωμανών κατοίκων της, ενισχύεται η αισιοδοξία της συλλογής πληροφοριών για την ανάδειξη της άγνωστης και αθέατης πλευράς της. Η πολιτιστική κληρονομιά της αποτελεί συνειδητή και απροκάλυπτη υποχρέωση γεφύρωσης των αιώνων της.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Αναστασόπουλος, Α.(2015) < Οθωμανικές μουσουλμανικές επιτύμβιες στήλες Ηρακλείου: στήλες που φυλάσσονται στη Βίλα Αριάδνη στην Κνωσό>, ΚΡΗΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ, ΛΈ-35
Αριές, Φιλίπ, Δυτικές στάσεις απέναντι στο θάνατο:Από το μεσαίωνα μέχρι σήμερα. Αθήνα: Γλάρος, 1988
7ο Αρχαιολογικό Έργο Θεσσαλίας και Στερεάς Ελλάδας 2018-2021 Βόλος: 3-5 Ιουνίου, 2022
Guvenc, Sefer, διαδικτυακή συνέντευξη από τη συγγραφέα του κειμένου. Κωνσταντινούπολη: 4/11/2023
Edhem, Eldem, Death in Istanbul: Ottoman funerary customs and inscriptions (xvi-xx) Berkley: University of California Press, 2015
Εμμανουηλίδης, Χρήστος, συνέντευξη από τη συγγραφέα του κειμένου. Μεσιά: 20/8/2023
Κάργα, Θεανώ, συνέντευξη από τη συγγραφέα του κειμένου. Μεσιά:17/7/2023
Λυκίδου, Αργυρώ, Ιερά σε φυσικό περιβάλλον. Σχέσεις λατρείας και τοπίου. Α.Π.Θ: 2020
Μαρινίδης, Δημήτριος, συνέντευξη από τη συγγραφέα του κειμένου. Μεσιά:16/6/2024
Νικολαΐδης, Δημοσθένης, προφορική μαρτυρία στη συγγραφέα του κειμένου.
Νικολαΐδου, Ουρανία, προφορική μαρτυρία στη συγγραφέα του κειμένου.



