Το ζήτημα είναι αρκούντως σοβαρό και τίθεται επί τάπητος και από τους σοφούς και απ’ αυτούς που χρωστούν της Μιχαλούς. Διότι η λανθασμένη κλίση ισοδυναμεί με μια νέα Μικρασιατική Καταστροφή, σαν αυτή που περιγράφεται στα «Ματωμένα χώματα» της Σωτηρίου της Διδούς ή έστω με ένα τραγικό συμβάν, σαν αυτό που αναφέρει ο μύθος του Λέανδρου και της Ηρούς.
Είναι γνωστό ότι η μοίρα του ανθρώπου, όπως γράφει ο Ησίοδος, υφαινόταν από τα χεράκια της Κλωθούς και ήταν συνυφασμένη με τη γλώσσα, όπως συνομολογεί και ο Ελύτης: «Την γλώσσα μου έδωσαν ελληνική, το σπίτι φτωχικό στις αμμουδιές του Ομήρου. Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου στις αμμουδιές του Ομήρου». Εντάξει, μπορεί το σπίτι μας φτωχικό να μας το πάρουν τα funds, μπορεί τις αμμουδιές να τις ξεπούλησαν κι αυτές κοψοχρονιά στις μεγάλες ξενοδοχειακές μονάδες, αλλά τουλάχιστον μας έμεινε η γλώσσα, η ομηρική. Τώρα τι σχέση έχει ο Όμηρος με τον Ελύτη αυτό είναι εύκολο να απαντηθεί. Ποιητής του φωτός ο ένας, ποιητής του φωτός και άλλος και δε χρειάζεστε τη σύμφωνη γνώμη της προστάτιδας της ποίησης Ερατούς, αρκεί να θυμηθείτε την συχνά επαναλαμβανόμενη σε πολλές ραψωδίες της Ιλιάδας και της Οδύσσειας φράση περί ροδοδακτύλου ηούς. Κι αυτή η σχέση της ομηρικής με τη σύγχρονη Ελλάδα παραμένει αδιάσπαστη επί αιώνες, γι’ αυτό κυβέρνηση και αντιπολίτευση, σαν νέος Αίαντας, βροντοφωνάζουν: «Αιδώς Αργείοι!», όταν θέλουν να επισημάνουν εμφατικά την έλλειψη αιδούς. Ε, το ‘χουν αυτό το κόλλημα με τον Όμηρο οι πολιτικοί μας, σαν τον Αλέξη που μας ενημερώνει ότι μόλις έχει δραπετεύσει από το νησί της Καλυψούς και ζυγώνει η ώρα να αγκυροβολήσουμε στην Ιθάκη, λίγο πιο κάτω απ’ τους Παξούς. Και όχι μόνο ενημερώνει αλλά και διαβεβαιώνει ότι το ταξίδι δεν θα είναι επεισοδιακό σαν της Αργούς, ούτε θα χρειαστεί να περάσει μέσα από Συμπληγάδες Πέτρες, γιατί τώρα έμαθε γεωγραφία και δεν μπερδεύεται πλέον όπως με το νησί της Σαπφούς.
Τώρα θα μου πείτε με τους πολιτικάντηδες ασχολείσαι, που έχουν αναγάγει σε επιστήμη το χειρονακτικό παίγνιο της Μαριγούλας – Μαριγούς και μάλιστα με έλλειψη φειδούς; Μα αυτοί είναι που ασχολούνται μαζί μας και μας συμπεριφέρονται σαν χαζούς. Αυτοί που έχουν θρονιαστεί σε θώκους υπουργικούς και έχουν κάνει έναν ποπό μεγαλύτερο κι απ’ της σουλτάνας της Φώλους. Αυτοί που τα δελτία ειδήσεων είναι αναμετάδοση της δικής τους ηχούς, που τα γκλοπ και τα δακρυγόνα στις διαδηλώσεις είναι τα μέσα της δικής τους πειθούς. Αυτοί που μας θέλουν με σκυμμένη τη μέση σε ορθή γωνία, με ευλυγισία μεγαλύτερη κι απ’ της γνωστής γυμνάστριας, της Μαστροκώστα της Γωγούς.
Και μέσα σ’ αυτό τον ορυμαγδό έχουμε και δολοφονίες χαρακτήρων, σαν την τελευταία με θύτη τη Ντόρα, που αντί να παίζει με τα εγγόνια της και να τρώει σοκολατάκια, ζήλωσε τη δόξα της αυτοκράτειρας Θεοφανούς, η οποία είχε συνωμοτήσει για τη δολοφονία του πεθερού, του πρώτου και του δεύτερου συζύγου της. Κι έπεσε άδοξα από τα βέλη της ο Μακάριος Λαζαρίδης, όπως η Νιόβη από τα βέλη της Λητούς, και δεν επαληθεύτηκε ο μακαρισμός «μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι ότι αυτοί ελεηθήσονται». Κανένα έλεος δεν έδειξε η Ντορούλα, μόνο χολή έσταζε μιλώντας γι’ αυτόν, έχοντας μάλιστα το σκληρό και απαξιωτικό βλέμμα της Καββαδία της Τασσούς.
Και μεις, που μας γεράσαν πριν την ώρα μας και αισθανόμαστε σα νάμαστε στην ηλικία της Σαπουντζάκη της Ζωζούς και βράζουμε στο ζουμί μας σα να είμαστε σε κατσαρόλα της Μπαρμπαρίγου της Αργυρούς, τους ακούμε και κάνουμε τους κουφούς. Το χειρότερο, όμως, είναι ότι βλέπουμε το μέλλον μας να έχει πολλή ξηρασία, όπως προφητικά έγραφε ο μεγάλος ποιητής μας Μιχάλης Κατσαρός. Δυστυχώς, όμως, δεν τείναμε ευήκοον το ους και ούτε παγούρια πήραμε μαζί μας, ούτε μπορούμε να ελπίζουμε στο κρύο νερό της κυρά Βαγγελιούς, για το οποίο δεν γνωρίζουμε ούτε καν από πούθε κατεβαίνει, Βαγγελιώ μου παινεμένη.



