Πριν προχωρήσω σπεύδω να επιβεβαιώσω το αυτονόητο.
Η χώρα μας, όπως και κάθε χώρα, έχει χερσαία και θαλάσσια σύνορα που πρέπει να επιτηρούνται αρμοδίως. Από την άλλη το μεταναστευτικό και προσφυγικό είναι ένα φαινόμενο κάθε φορά που η οργανωμένη βία θα στρέφεται κατά αμάχων.
Συνήθως χρησιμοποιούμε τον όρο «λαθρομετανάστες» με τον σιωπηρό στόχο να εξαγνιστεί κάθε πράξη εγκληματικής κακοποίησης εναντίον τους, μη διερωτώμενοι όμως αν κάποιος που τρέχει να σώσει τη ζωή του έχει ταυτόχρονα τη δυνατότητα να εκδόσει ταξιδιωτικά έγγραφα από τον διώκτη του.
Έχουμε λοιπόν τα σύνορα που πρέπει να τα φυλάμε από κακόβουλους εισβολείς, έχουμε τις δυνάμεις που έχουν την ευθύνη της επιτήρησης και της αποτροπής, έχουμε και τους στρατιωτικούς κανόνες εμπλοκής. Θα έλεγε κανείς ότι όλα είναι καλώς καμωμένα και δεν υπάρχει κάτι που δεν έχει προβλεφθεί. Κι όμως υπάρχει κάτι που σκόπιμα ή μη αποσιωπάται για να υπάρχει περιθώριο να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα.
Στη Χίο - και στην κάθε Χίο, Πύλο ή αλλού - απαιτείται κρίση και κοινή λογική. Οι συνοριοφύλακες έχουν τους κανόνες εμπλοκής για να αποτρέψουν τον ένοπλο εχθρό που επιβουλεύεται την Πατρίδα μας. Ο πρόσφυγας και ο μετανάστης δεν θαλασσοδέρνεται γιατί κάποια στιγμή σκέφτηκε να εισβάλει σε μια ξένη χώρα για ν’ απειλήσει την εδαφική της ακεραιότητα ή τη ζωή των κατοίκων της. Η απεγνωσμένη μάννα με τα παιδιά της, η έγκυος γυναίκα και ο αοπλος πατέρας, όλοι κυνηγημένοι από το οργανωμένο έγκλημα της χώρας τους πληρώνουν όσο-όσο τον εγκληματία διακινητή, που τους υπόσχεται μια χαραμάδα σωτηρίας σε μια άγνωστη χώρα, που σε άλλη περίπτωση ίσως δεν θα ήθελαν να την επισκεφτούν ούτε σαν τουρίστες.
Το ζήτημα είναι τι εντολές παίρνουν οι συνοριοφύλακές μας από την κεντρική εξουσία και τι κλίμα αυτή δημιουργεί για την αντιμετώπιση της ακίνδυνης απόγνωσης. Αν το κλίμα που δημιουργείται από την (παρα)κυβερνητική ρητορεία είναι ότι ο περιδεής νυχτερινός «εισβολέας» είναι αναλώσιμος μιας κακής συγκυρίας, τότε θα έχουμε πολλές επαναλήψεις «άτυχων» περιστατικών με θύματα κάποιους που γεννήθηκαν σε λάθος χώρα. Αν όμως οι αυστηρές εντολές φύλαξης των συνόρων μας συνοδεύονται από εξίσου αυστηρές εντολές αποφυγής πράξεων που θα μπορούσαν να αφαιρέσουν ζωή μετανάστη ή πρόσφυγα, τότε θα εκλείψει και ο κίνδυνος διασυρμού της χώρας μας. Όταν δηλαδή ο ανήλικος εκλαμβάνεται ως εισβολέας, είναι προφανές ότι η ζωή του κινδυνεύει από τον υπερβάλλοντα ζήλο του συνοριοφύλακα.
Μακάρι κάποτε να φτάσουμε να τα θυμόμαστε όλα αυτά ως μελανό στίγμα στο Ανατολικό Αιγαίο. Να τα διαβάζουμε, όπως διαβάζουμε σήμερα για τη Μακρόνησο, τη Σπιναλόγκα, τη Λέρο (την περίοδο που το Ψυχιατρείο της ήταν το ένοχο μυστικό της Ευρώπης), την Ικαρία (όταν έγινε ο προορισμός χιλιάδων εξορίστων), και πάει λέγοντας…
Υπάρχει βέβαια και η περίπτωση να τα συνηθίσουμε όλα αυτά. Και αντί να τα ανακαλούμε στη μνήμη μας με τη φρίκη που αισθάνεται κανείς μπαίνοντας σε ένα στρατόπεδο εργασίας του Β´ Παγκοσμίου Πολέμου, να τα βλέπουμε με μια νωθρή συγκαταβατικότητα μπροστά στην κοινοτυπία του κακού.
Σε τελική ανάλυση, οι άνθρωποι πλάθουν την ιστορία που τους αξίζει.



