espa pkm

Πέμπτη, 14 Μαΐου 2026, 11:08:39 μμ
Δευτέρα, 04 Μαϊος 2026 08:43

Σοφοκλής Τριανταφυλλίδης

Γράφει ο Νίκος Κωνσταντινίδης

Εκπαιδευτικός-συγγραφέας

Ο Σοφοκλής Τριανταφυλλίδης ήταν γιος του Περικλή Τριανταφυλλίδη διευθυντή του Φροντιστηρίου της Τραπεζούντας και συγγραφέα των βιβλίων «Η εν Πόντω ελληνική φυλή ή τα Ποντικά», «Οι Φυγάδες», καθώς κι εγγονός του Σάββα Τριανταφυλλίδη, που μύησε τον αρχιερέα της Χαλδίας Σίλβεστρο στη Φιλική Εταιρεία και υπήρξε κι ο ίδιος σχολάρχης του Φροντιστηρίου της Τραπεζούντας.

Η οικογένεια των Τριανταφυλλιδαίων συγκαταλεγόταν στις πιο  γνωστές με ισχυρές συγγενικές διασυνδέσεις με τις επιφανέστερες αστικές οικογένειες της Τραπεζούντας (οικ. Καπαγαννίδη, Φυλλίζη). Είχε, επίσης, στενές σχέσεις με τους οικονομικούς και κοινωνικούς παράγοντες της Τραπεζούντας όπως και με Μέριμνα Ποντίων Κυριών.

Ο Σοφοκλής Τριανταφυλλίδης γεννήθηκε το 1852 στην Τραπεζούντα και σπούδασε στη Μεγάλη του Γένους Σχολή. Στην Ελλάδα ήρθε σε ηλικία 16 ετών. Αρχικά εντάχθηκε στις επαναστατικές ομάδες των Μπασδέκη και Γαρέφη στη Θεσσαλία, η οποία  ανήκε τότε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Στην επανάσταση του 1878 πήρε μέρος στη μάχη της Μακρυνίτσας, στην οποία και τραυματίστηκε. Μετά την ανάρρωσή του σπούδασε νομικά  κι εγκαταστάθηκε στο Βόλο, όπου άσκησε τη δικηγορία.

Ήδη από τους αιώνες της παρακμής (17ος - 18ος αι.), οι πρώην τιμαριούχοι Τούρκοι, αλλά και οι Έλληνες Χριστιανοί, άρχισαν να αγοράζουν εκτάσεις γης και να τις προσθέτουν στις δικές τους, δημιουργώντας  τα τσιφλίκια, στα οποία συγκεντρώθηκε η οικονομική και πολιτική ισχύς της χώεας. Οι άθλιες όμως συνθήκες διαβίωσης των κολίγων (κολλήγων) σ’ αυτά, συνετέλεσαν στην εγκατάλειψη του Θεσσαλικού κάμπου.

Το έτος 1881 με την προσάρτηση της Θεσσαλίας στην υπόλοιπη Ελλάδα, δημιουργήθηκε το αγροτικό ζήτημα. Οι αγρότες της Θεσσαλίας ήλπιζαν ότι η απελευθέρωση της χώρας θα έφερνε και τη διανομή της γης στους ακτήμονες και θα δικαιώνονταν οι μακροχρόνιοι αγώνες τους εναντίον των Τούρκων.

Επειδή όμως η απελευθέρωση δεν έγινε επαναστατικά, οι Τούρκοι ιδιοκτήτες των τσιφλικιών είχαν το δικαίωμα να πουλήσουν τις περιουσίες τους σε πλούσιους Έλληνες γαιοκτήμονες και επιχειρηματίες. Οι καινούργιοι τσιφλικάδες ήταν πλούσιοι ομογενείς του παροικιακού ελληνισμού, που ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα της ελληνικής κυβέρνησης για επενδύσεις. Γεωργοί επιχειρηματίες, μορφωμένοι, γλωσσομαθείς ήτανε οι αγοραστές της γης, οι οποίοι και αποτέλεσαν την υψηλή κοινωνία της Θεσσαλίας. Οι περισσότεροι από αυτούς δεν έμειναν ποτέ στα τσιφλίκια κι ανέθεσαν τη διαχείρισή τους σε επιστάτες-διαχειριστές.

 «Τη μεγαλύτερη απογοήτευση τη δοκίμασαν οι Θεσσαλοί αγρότες,  καθηλωμένοι επί αιώνες στα τσιφλίκια των Τούρκων γαιοκτημόνων, πίστευαν πως μετά την ένωση τα κτήματα θα περνούσαν στα χέρια τους. Οι ελπίδες τους ωστόσο δεν άργησαν να διαψευστούν. Ήδη από το 1839 το τουρκικό Δημόσιο δημεύοντας τα κτήματα του Αλή πασά στη Θεσσαλία, είχε αρχίσει να τα εκποιεί, ενώ αμέσως μετά την υπογραφή της Συνθήκης του Βερολίνου, που παραχωρούσε τη Θεσσαλία στην Ελλάδα, οι Τούρκοι τσιφλικάδες και οι μικροκτηματίες Κονιάρηδες έσπευσαν να πουλήσουν τη γη τους. “Ήτο τηλικαύτη η ζήτησις ώστε αντί να υποτιμηθώσιν, ως ηλπίζετο, αι γαίαι υπερετιμήθησαν απιστεύτως”, τόνιζε ο Σοφοκλής Τριανταφυλλίδης). (Εφημερίδα «Καθημερινή»,  Ελλάδα 20ος  αιώνας 1900-1910, άρθρο της Μαρουλά Κλιάφα).

Κάτω από αυτές τις συνθήκες δημιουργήθηκε το αγροτικό κίνημα, εκφραστής του οποίου ήταν ο Αντύπας (1872-1907), από τη Φερεντινάτα της Κεφαλονιάς, ο οποίος μετά το γυμνάσιο γράφτηκε στη νομική, όπου και ήρθε σ’ επαφή με σοσιαλιστικούς κύκλους, που τον επηρέασαν ιδεολογικά. «Τα χωράφια  -τόνιζε- ο Αντύπας στους κολίγους είναι δικά σας. Τα έχουν κλέψει και τα έχουν πάρει με τη βία και με ατιμίες από τους πατεράδες σας και τους παππούδες σας. Δε λέω να τα πάρετε και να μην δώσετε μια πεντάρα στα αφεντικά σας, όχι, να τους πληρώσετε εκείνο που αξίζουν τα χωράφια, να δώσετε μια δίκαιη αποζημίωση...".  Τα ίδια έγραφε πριν από τον Αντύπα ο εξαίρετος δικηγόρος του Βόλου, Σοφοκλής Τριανταφυλλίδης.

Η αδικία που αντιμετώπιζαν οι Κολίγοι της Θεσσαλίας δεν άφησε απαθή τον διαποτισμένο από αισθήματα δικαιοσύνης κι ανθρωπιάς τον λαμπρό νομικό, Σοφοκλή Τριανταφυλλίδη.  Το Δεκέμβρη του 1906 εξέδωσε  το βιβλίο του «Οι Κολίγοι της Θεσσαλίας», μια μελέτη που αναφερόταν στα πιο καυτά ζητήματα που απασχολούσαν την ελληνική κοινωνία,  με αποκορύφωμα το αγροτικό ζήτημα. Τρία χρόνια μετά, το 1909, ίδρυσε την εφημερίδα «Πανθεσσαλική», η οποία υποστήριζε τους ακτήμονες της Θεσσαλίας και συνέβαλε στη διάδοση των φιλελευθέρων και σοσιαλιστικών ιδεών, τονίζοντας ιδιαίτερα την αναγκαιότητα  της  αναγκαστικής απαλλοτρίωσης των τσιφλικιών  και της διανομής τους σε ακτήμονες.

«Με την έλευση του 20ού αιώνα, νέος άνεμος αρχίζει να πνέει. Θεσσαλοί αστοί, μπολιασμένοι με τις σοσιαλιστικές ιδέες που κυκλοφορούν στην Ευρώπη, τάσσονται στο πλευρό των κολίγων. Μεταξύ αυτών ο Σοφ. Τριανταφυλλίδης, στο Βόλο, που η εφημερίδα του «Πανθεσσαλική» έχει για προμετωπίδα το σύνθημα «απαλλοτρίωση». Η Ελένη Καρακίτσου, στη Λάρισα, με το ψευδώνυμο «Rebelle» αρθρογραφεί στην τοπική  «Μικρά» υπέρ των δικαιωμάτων των αγροτών και εργατών, και, φυσικά, ο Μαρίνος Αντύπας, που με τα φλογερά του κηρύγματα ξυπνά από το λήθαργο τους κολίγους…(Εφημερίδα «Καθημερινή»,  Ελλάδα 20ος  αιώνας 1900-1910, άρθρο της Μαρουλά Κλιάφα).

Το 1910 ο Σοφοκλής Τριανταφυλλίδης εκλέγεται βουλευτής με το κόμμα των φιλελευθέρων. Το ίδιο έτος γίνεται  και η εξέγερση των αγροτών στο Κιλελέρ, για την απαλλοτρίωση των τσιφλικιών και το μοίρασμα  της γης σε ακτήμονες. Οι άκληροι αγρότες του θεσσαλικού κάμπου αρχίζουν να συνειδητοποιούν, μέσα  από τις στήλες της «Πανθεσσαλικής», ότι μόνο με τους αγώνες θα βελτίωνε η ζωή τους. 

Στις αγροτικές εκδηλώσεις που έπαιρνε μέρος ο Σοφοκλής Τριανταφυλλίδης δεν παρέλειπε να υπενθυμίζει και να υπερθεματίζει για την αγροτική μεταρρύθμιση, την οποία θεωρούσε αναγκαία. Το 1911 στο μνημόσυνο που έγινε για τα θύματα του Κιλελέρ, τόνισε στην ομιλία του την ανάγκη να οργανωθούν οι αγρότες, γιατί μόνον με την οργάνωση «οι μικροί και ασθενείς καθίστανται ισχυροί». (Βλέπε Δημητρίου Δ. Μπούσδρα, «Η Απελευθέρωσις των Σκλάβων Αγροτών, Αθήναι 1951, σελ. 83).

Ένα χρόνο αργότερα στις  14-9-1912 παίρνει μέρος στο πανελλήνιο Αγροτικό Συνέδριο του Βόλου, όπου ως εισηγητής στο αγροτικό ζήτημα, τάσσεται για μια ακόμη φορά υπέρ της απαλλοτρίωσης των τσιφλικιών, τονίζοντας ότι η απουσία της δημιουργεί εκρηκτική κατάσταση στις αγροτικές μάζες και καταστρέφει την παραγωγή. Είπε χαρακτηριστικά  ότι: «η Θεσσαλία επί τουρκοκρατίας δεν ετυραννείτο από τους Τούρκους, αλλά από τους κοτσαμπασίδες δια των Τούρκων».

Μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους, το 1913, εγκαθίσταται στην πόλη της Θεσσαλονίκης, όπου δικηγορεί, αλλά και μάχεται για τα δίκαια των Ποντίων προσφύγων από των Καύκασο. Οι ευαισθησίες του δεν περιορίζονταν μόνο στα αγροτικά θέματα αλλά άγγιζαν κατάκαρδα και το θέμα των Καυκασίων Προσφύγων.

«Όταν η εν Αθήναις Επιτροπεία των Ποντίων επρότεινεν εις τον Κ. Κωνσταντινίδην, όπως επί κεφαλής του Ποντιακού αγώνος τεθή ο διακεκριμένος Πόντιος και νομομαθής Σοφοκλής Τριανταφυλλίδης και μεταβή εις Αμερικήν προς εξασφάλισιν των απαιτουμένων μέσων και διοργάνωσιν, ο Κ. Κωνσταντινίδης εν τη από 16/29 Μαρτίου του 1918 επιστολή του προς την επιτροπείαν έγραφε: “Καλή βεβαίως η ιδέα σας της εις Αμερικήν αποστολής του κ. Σοφοκλέους Τριανταφυλλίδου, αλλά μοι φαίνεται προς τούτο θα απαιτηθούν μεγάλα έξοδα. Όσον αφορά την εκλογήν του προσώπου ο κ. Σοφοκλής είναι ο καταλληλότατος…”.  (Σκοπός του συγκεκριμένου ταξιδιού ήταν να επιτευχθεί η εύνοια του προέδρου Ουίλσων της Αμερικής στα ζητήματα του Πόντου).

Ο Σοφ. Τριανταφυλλίδης  επιδοκίμασε τη συγκεκριμένη πρωτοβουλία απαντώντας: «Εύχομαι, όπως ο Θεός των πατέρων μας βοηθήσει το έργον της απολυτρώσεως του εν Πόντω Ελληνισμού, διότι κινδυνεύει η ιδιαιτέρα πατρίς μας, αποσπασθείσα της Τουρκίας να υποδουλωθεί εις Αρμενίους. Και πριν λάβω την επιστολήν σας συνέστησα εις τους εδώ Ποντίους να καταρτίσουν σύνδεσμον, και εύρον πάντας προθύμους. Την αυτήν προθυμίαν έχουσι και δεικνύουσι και οι διάφοροι Γεωργικοί Συνεταιρισμοί μας…. Εν τούτοις θα επιτείνω ήδη τας ενεργείας μου και  υποστήριξιν. Περί τούτου μάλιστα έγραψα προ πολλού εις τον εν Μασαλία Κωνσταντινίδην».

Ο Σοφοκλής Τριανταφυλλίδης δεν πήγε στην Αμερική, επικαλούμενος λόγους υγείας. Εξάλλου,  τα ταξίδια με το πλοίο για την Αμερική διαρκούσαν τότε πάνω από μήνα. Ωστόσο, κατέθεσε το αντίτιμο του εισιτηρίου στην Επιτροπεία Ποντίων στη Αθήνα, (500 δρχ), παρακαλώντας να μη γίνει λόγος περί τούτου στον Τύπο. Ο Κ. Κωνσταντινίδης είχε σε μεγάλη εκτίμηση τον Σοφοκλή Τριανταφυλλίδη,  ανεγνώριζε το ήθος και του θέσεις του για το ποντιακό ζήτημα και πίστευε πως η συνάντησή του  με τον Ουίλσων θα ήταν καθοριστικής σημασίας. (Πηγή: «Πώς και διατί εματαιώθη η Δημοκρατία του Πόντου», Ελευθερίου Δ. Παυλίδη).

Ιδιαίτερα ασχολήθηκε ο Σοφοκλής Τριανταφυλλίδηςς με τα ορφανά παιδιά των Καυκασίων (250-300) επισημαίνοντας την ανάγκη της άμεσης επέμβασης της Πολιτείας για την αποκατάστασή τους. Η αδράνεια του επίσημου ελληνικού κράτους τον ώθησε  να δημοσιεύσει επιστολή στις 19-1-1920, για να ευαισθητοποιήσει τα φιλανθρωπικά σωματεία και να μεριμνήσουν για τους πρόσφυγες και τα ορφανά. Χάρη στην επιμονή και τις προσπάθειές του έγινε σύσκεψη στη Γενική Διοίκηση  περί «διαφόρων ζητημάτων αφορώντων την επικρατεστέραν και κανονικωτέραν διατροφήν των Καυκασίων προσφύγων», στην οποία μεταξύ των άλλων μελών συμμετείχε ως αντιπρόσωπος του Συλλόγου Καυκασίων ο Σοφ. Τριανταφυλλίδης και ο δικηγόρος Δαρβέρης. Αποφασίσθηκε τα συσσίτια να τα διαχειρίζονται επιτροπές από τους ιδίους τους πρόσφυγες, τις οποίες ανέλαβε να συστήσει ο Σοφοκλής Τριανταφυλλίδης. Να δημιουργηθεί, επίσης, Επιτροπή για συλλογή εράνων, στην οποία μέλη ήταν οι υποδειχθέντες από το Σύλλογο Καυκασίων κ.κ. Τριανταφυλλίδης, Κοντογούρης και Δαρβέρης, όλοι τους δικηγόροι.

Οι ενέργειες  του Σοφοκλή Τριανταφυλλίδη για τους Καυκάσιους και τα προβλήματά τους ήταν τόσο έντονες, έτσι ώστε τον ανακήρυξαν σε επίτιμο  πρόεδρο του συλλόγου τους.  Με την ιδιότητα αυτή, λίγους μήνες αργότερα, στα τέλη του 1921, μετέβη στην Αθήνα, στο Υπουργείο, για να διαφωτίσει την κυβέρνηση «πού και διατί προσκόπτει ο εποικισμός των Καυκασίων», γεγονότα που αναδείχθηκαν από τις δημοσιεύσεις της εποχής. (βλέπε «Μακεδονία» 9-3-1921, με τίτλο «Τα ζητήματα των Καυκασίων - Ο Εποικισμός και η Επίκουρος Επιτροπή»).  

Βλέποντας ο Σοφ. Τριανταφυλλίδης την έλλειψη βασικών αγροτικών εργαλείων,  ώστε να μπορέσουν να δουλέψουν οι πρόσφυγες από τον Καύκασο (Καρς) και να παράγουν τα αναγκαία για την επιβίωσή τους, δημοσίευσε επιστολή στη «Μακεδονία», (9-3-1921), στην οποία αναφέρει προς ενημέρωση τα  εξής:

«Κύριε Διευθυντά, εις το προχθεσινόν σας άρθρον, πραγματευόμενοι την παναθλίαν κατάστασιν του Εποικισμού των Καυκασίων, ερωτάτε, τι πράττει η Επίκουρος Επιτροπή των Καυκασίων. Η απορία σας είναι εύλογος, και αισθάνομαι την υποχρέωσιν ν’ απαντήσω εις τα δυο σας θέματα.

Προ τριών μηνών συνεστήσαμεν εις την Διεύθυνσιν του Εποικισμού να εφοδιάση τους εις διάφορα χωρία δήθεν εποικισθέντας πρόσφυγας με τα απαραίτητα γεωργικά εργαλεία, όπως καλλιεργήσωσι δια των σωματικών δυνάμεων, εφ’ όσον δεν είχον ζώα.

Η υπηρεσία του Εποικισμού έδωκε μεν αφθόνους υποσχέσεις, αλλ’ όχι και εργαλεία. Ένεκα τούτου η Επιτροπή ηναγκάσθη ν’ αγοράση εκ των εράνων της, τα εξής γεωργικά εργαλεία, άτινα διένειμεν εις τας 2.400 οικογενείας της περιφερείας Κιλκίς:

Α) 1.000 δικέλλας (δικράνια) και σκαπάνας, δωρηθείσας από τον Αμερικανικόν Ερυθρόν Σταυρόν.

Β) 2.000 σκαλιστήρια, αγορασθέντα παρά των Συμμαχικών αποθηκών.

Γ) 870 τσαπιά και άλλα εργαλεία, αγορασθέντα παρά του οίκου Παπαγεωργίου.

Δ) 800 καινουργείς τσάπας, αγορασθείσας.

Ε) 1.000 πτύα (φτυάρια) επίσης αγορασθέντα.

Δια των εργαλείων τούτων οι Πρόσφυγες έλυσαν τας χείρας των και εργάζονται από δύο μηνών, ενώ ο Εποικισμός ακόμη δεν κατώρθωσεν να προμηθευθή τοιαύτα, όπως εφοδιάζη τους εποικιζομένους…

Από του μηνός Ιανουαρίου πολλάκις διεβιβάσαμεν εις τον Διευθυντήν του Εποικισμού την παράκλησιν των Προσφύγων, ότι πρέπει εγκαίρως να εφοδιασθώσι με εαρινούς σπόρους. Δυστυχώς, και επί των συστάσεων τούτων μας εδίδοντο άφθονοι μόνον υποσχέσεις.

Η Επιτροπή δεν εφαντάζετο ότι δεν είχον ακόμη σταλή εις τους συνοικισμούς τα αναγκαία δι’ αγοράν των σπόρων χρήματα, ότε την 1ην Μαρτίου ελάβομεν εκ Κιλκίς, Λαγκαδά και Αικατερίνης τηλεγραφικάς από τας υποεπιτροπάς των Καυκασίων διαμαρτυρίας και ικεσίας, ότι λιμοκτονούσιν, ότι κινδυνεύουν να μείνωσι άχρηστοι οι καλλιεργηθέντες αγροί των, δια την έλλειψιν σπόρων.

Εσπεύσαμεν με τα τηλεγραφήματα εις τον Διευθυντήν του Εποικισμού, ον εύρομεν ασχολούμενον εις ακρόασιν πολυσελίδου προς το Υπουργείον εκθέσεως περί του πώς πρέπει να σχεδιασθή ο Εποικισμός! Ο κ. Διευθυντής εφάνη δυσφορών, διότι η επίσκεψίς μου ετάραττε την τόσον σοφήν κι εμβριθή εργασίαν! Και ηναγκάσθην τότε να επικρίνω την αστοργίαν και αδιαφορίαν των εις στοιχειώδους αντιλήψεως πράγματα με γλώσσαν ολίγον αυστηράν. Αλλ’ εκ της επισκέψεως ταύτης, και εξ άλλων προηγουμένων επείσθην ότι είναι αδύνατος πάσα συνεννόησις και συνεργασία με τον κ. Διευθυντήν του Εποικισμού. Και τούτο ανεκοινώσαμεν δια δύο τηλεγραφημάτων μας ει το Υπουργείον Γεωργίας.

Εν τούτοις κατόπιν των απελπιστικών τούτων εντυπώσεων, απεφασίσαμεν δια χρημάτων της επιτροπής να εφοδιάσωμεν τους εν εποικισμώ πρόσφυγας με τους αναγκαίους εαρινούς σπόρους….» Οι πρόσφυγες Κιλκίς, μη σπείραντες δημητριακά, πρέπει να φυτεύσωσι ανά εν ή δύο στρέμματα γεώμηλα, εν στρέμμα κηπουρικά είδη και 3 ή 4 στρέμματα αραβόσιτον, κεχρί, σησάμιον ή καπνά…». (Υπογραφή Σοφοκλής Τριανταφυλλίδης). «Μακεδονία» 9-3-1921, σελ. 1. Τα ζητήματα των Καυκασίων – ο Εποικισμός και η Επίκουρος Επιτροπή).

Στις εκλογές για τη Γερουσία, στις 21 Απριλίου του 1929, υποψήφιος με το κόμμα των Φιλελευθέρων ήταν ο Θεοφύλακτος Θεοφυλάκτου, ο οποίος παραιτήθηκε από την υποψηφιότητά  του υπέρ του Σοφοκλή Τριανταφυλλίδη, στον οποίο είχε βαθιά εκτίμηση.  Το Κιλκίς, που ήταν επαρχία  της Θεσσαλονίκης, ήταν βέβαιο πως θα τιμούσε τμε την ψήφο του τον Σοφοκλή Τριανταφυλλίδη, γι’ αυτό η εκλογή του εθεωρείτο βέβαιη. Δυστυχώς όμως τον πρόλαβε ο θάνατος, μια βδομάδα πριν τις εκλογές. Πέθανε στην Αθήνα  το 1929 κι ενταφιάστηκε στο Πανόραμα Θεσσαλονίκης.

 Όταν αργότερα συνεστήθη το Κιλκίς σε δήμο,  το δημοτικό συμβούλιο, λίγα μόλις χρόνια μετά το θάνατό του,  αφιέρωσε με απόφασή του οδό στο όνομά του, τιμώντας την προσφορά του για τα «ορφανά των Καυκασίων» στην Καλαμαριά και για τους αγώνες του συνολικά υπέρ των Καυκασίων Προσφύγων (του Καρς).

 (Πηγή: «Εγκυκλοπαίδεια του Ποντιακού Ελληνισμού», Μαλλιάρης Παιδεία. «Οι Κολίγοι της Θεσσαλίας», Σοφοκλής Τριανταφυλλίδης, εκδόσεις Στοχαστής.  «Πως και διατί εματαιώθη η Δημοκρατία του Πόντου»), Ελευθερίου Δ. Παυλίδη, Αθήναι 1956). «Το Αγροτικό Ζήτημα στη Θεσσαλία, της Μαρουλά Κλιάφα, εφημερίδα «Καθημερινή» Ελλάδα 20ος  αιώνας 1900-1910). Εφημερίδα Μακεδονία,  9-3-1921 και 11-4-1921). «Θεσσαλία γη των κολίγων και των τσιφλικάδων», του εβδόμου γυμνασίου Λάρισας). «Η Απελευθέρωσις των Σκλάβων Αγροτών», Αθήναι 1951, σελ. 83).