Πέμπτη, 21 Ιανουαρίου 2021, 11:09:13 πμ
etpa
Σάββατο, 14 Σεπτεμβρίου 2019 19:05

Συγκινήσου ρε… Τι σου ζητάνε;

Συντάκτης:

Γράφει ο Μάκης Ιωσηφίδης Δάσκαλος.

 

Μυστήριο τραίνο ο Μένιος. Από μικρό παιδάκι αντιδραστικός, δεν εννοούσε να προσαρμοστεί στο περιβάλλον του και τώρα στα πενηνταφεύγα του, παντρεμένος με δυο κόρες συνεχίζει τα ίδια. Δεν μπορεί να καταλάβει γιατί τα συναισθήματά του πρέπει να βγαίνουν ανάλογα με τη στιγμή που κάποιοι άλλοι επέλεξαν και όχι αυθόρμητα και πηγαία.


Μαθητής του Δημοτικού ήτανε στο χωριό και δεν πάταγε στην εκκλησία τις Κυριακές ή τις μεγάλες γιορτές.
-Καλά βρε τζαναμπέτη άθεος είσαι; ούρλιαζε η μάνα του.
-Όχι καλέ μαμά. Πιστεύω στο Θεό αλλά θέλω να προσεύχομαι όταν μούρχεται και ας βρίσκομαι όπου νάναι.
Σταυροκοπιούνταν όλοι όταν τον έβλεπαν κάπου κάπου να προσεύχεται μόνος του σε κάποια ερημιά μακριά απ’ όλους.
-Σαλεμένο είναι το παιδί μας μουρμούραγε ο παππούς Μενέλαος συνοφρυωμένος.
Τέλειωσε το Λύκειο στην πόλη ο Μένιος και δεν μπορούσε να προσαρμοστεί σε καμιά παρέα.
-Έλα ρε Μένιο, ακολούθα μας μια φορά στην ντίσκο. Όλο μας τα χαλάς. Επιτέλους πρέπει να κάνεις ό,τι πει η παρέα.
-Τι λέτε ρε σεις. Δεν γουστάρω ντίσκο. Εμένα μ’ αρέσουν οι ταβερνούλες με τα ρεμπέτικα και τα λαϊκά.
Κι έβλεπαν το Μένιο μόνο του να τραβάει το κρασάκι του απολαμβάνοντας τα ωραία του Τσιτσάνη, του Βαμβακάρη, του Ζαμπέτα...
-Καλά ρε βλήτο, τούλεγαν οι φίλοι του, με ρεμπέτικα δεν πρόκειται να βγάλεις γκόμενα. Ξύπνα ρεεεεε…
Δεκάρα τσακιστή δεν έδινε για γκομενάκια ο Μένιος. Αν έρθει κάποια στη ζωή του, θα έρθει επειδή τον γουστάρει έτσι όπως είναι, ειδάλλως…μην έρθει ποτέ.
Μπήκε στη ζωή ο Μένιος. Πανεπιστήμιο, στρατιωτικό, δουλειά και γνωριμία με την Καίτη. Έκανε πως τον αποδέχθηκε η Καίτη και ανέχτηκε τις παραξενιές του.
(‘’Πού θα πάει, σκεφτόταν, δεν θα μου βάλεις την κουλούρα; Θα σε στρώσω καλά εγώ μετά.’’)
Και μπήκε η κουλούρα και ήρθαν και τα δυο τους παιδιά αλλά πού να στρώσει ο Μένιος. Μουλάρι παιδάκι μου, κανονικό.
-Χριστούγεννα βρε αγάπη μου. Γεννιέται ο Χριστούλης μας. Θα πάμε στην εκκλησία σαν ζευγάρι αγαπημένο να μας δει κι ο κόσμος. Να πάμε και στο γηροκομείο της πόλης μας να δώσουμε δωράκια στους παππούδες και στις γιαγιάδες μέρες πούναι.
-Ο Χριστούλης γεννιέται κάθε μέρα και κάθε ώρα. Κι αν θέλουμε να βοηθήσουμε ανήμπορους ανθρώπους πρέπει να το κάνουμε όλο το χρόνο, όποτε το αισθανόμαστε και όποτε μπορούμε. Γκαίκε;
(Βρε τι στουρνάρι παντρεύτηκα, σκέφτεται η Μαίρη αλλά τι να κάνει;)
Και έρχεται η Πρωτοχρονιά και κάνει σχέδια η Μαίρη.
-Το βράδυ θα μαζευτούμε όλη η οικογένεια. Εμείς, τα παιδιά μας και οι δυο γιαγιάδες (τους παππούδες τους σχόλασαν με την γκρίνια τους πριν από χρόνια οι γιαγιάδες). Όταν μπει ο νέος χρόνος θα σβήσουμε τα φώτα, θα τα ανάψουμε, θα φιληθούμε και θα ανταλλάξουμε δώρα.
-Ξέχασέ το (κάθετος ο Μένιος). Δεν θέλω να ξαναζήσω το περσινό ρεζιλίκι. Εμείς οι δύο να κάνουμε τους ευτυχισμένους, τα παιδιά μας να πληκτρολογούνε βαριεστημένα στα κινητά τους περιμένοντας πότε θα τελειώσουν όλα για να την κάνουν με ελαφρά για τα μπαράκια με τους φίλους τους και τις δυο γιαγιάδες να σκυλοβαριούνται και να σκάνε που έχασαν τη βολή του σπιτιού τους. Αμ δε; Αν θέλεις, πάμε σε μια ήσυχη ταβερνούλα τα δυο μας να γουστάρουμε. Αν πάλι δεν θέλεις, πάω από τώρα για ύπνο. Άλλωστε τι θα πει Πρωτοχρονιά; Μια στιγμή που οι άνθρωποι καθόρισαν ως αρχή του έτους. Όλα τ’ άλλα έγιναν για να τα κονομάνε οι επιτήδειοι και το χρήμα ν’ αλλάζει τσέπες.
Θεοφάνια και η Μαίρη ετοιμάζεται για την εκκλησία
-Πάλι εκκλησία. Τι έχουμε πάλι;
-Μα σήμερα ευλογούνται τα νερά βρε Μένιο μου.
-Δυο χιλιάδες χρόνια ευλογούνται τα νερά και κάθε χρόνο ρυπαίνονται και περισσότερο. Αντί για αγιασμούς δεν κάνουν κανέναν βιολογικό καθαρισμό μπας και δούμε Θεού πρόσωπο;
-Σκάσε, αντίχριστε.
Και σκάει ο Μένιος.
Απόγευμα και σε λίγο θα έρθει ο παπάς να ευλογήσει το σπίτι. Η Μαίρη ετοιμάζει το πεντάευρο που θα δώσει στον παπά και το δίευρο για το παπαδάκι.
-Κι εδώ λεφτά ρε γυναίκα; Τι χριστιανισμός είναι αυτός που όλα γίνονται με λεφτά;
-Σκάσε, του ξαναλέει η Μαίρη και ο Μένιος τι να κάνει; Ξανασκάει.
-14 Φεβρουαρίου αγάπη μου. Του Αγίου Βαλεντίνου. Γιορτή των ερωτευμένων. Πώς θα το γιορτάσουμε;
-Δεν θα το γιορτάσουμε αγάπη μου. Γιορτή των ερωτευμένων είναι κάθε μέρα απ’ την κοινή μας ζωή. Όλα τ’ άλλα είναι για την κονόμα. Μην τσιμπάς. Οποιαδήποτε μέρα μπορεί να σου φέρω φρέσκα ζουμπούλια που φυτρώνουν στο εγκαταλειμμένο οικόπεδο δίπλα στη δουλειά μου.
-Αύριο είναι τα γενέθλιά σου. Θα το γιορτάσουμε Μένιο μου.
-Τι να γιορτάσουμε ρε γυναίκα; Το γεγονός ότι φορτώθηκα άλλον έναν χρόνο στην καμπούρα μου και πάω σούμπιτος για τον…Άγιο Πέτρο; Και να σβήσω σαν χάχας το κεράκι κι εσείς να μου τραγουδάτε εκείνο το ηλίθιο:
‘’Να ζήσεις Μεένιο (άκου Μεένιο…) και χρόνια πολλά…
και να πρέπει -λέει- να συγκινηθώ. Αυτά είναι για τα παιδάκια και τους νέους που έχουν τη ζωή μπροστά τους.
-Αποκριές Μένιο μου. Δεν θα ντυθούμε καρναβάλια; Δεν θα πάμε σε κάποιο χορό μασκέ;
-Εμείς οι άνθρωποι όλο το χρόνο υποκρινόμαστε άρα είμαστε καρναβάλια. Τις μέρες αυτές λέω να ντυθούμε άνθρωποι. Καλό θα μας κάνει. Αει παράτα με.
-Πάσχα αγάπη μου. Μεγάλη Παρασκευή. Θα πάμε στην εκκλησία, θα ακούσουμε τα εγκώμια, θα συγκινηθούμε με το θείο δράμα.
-Κατά παραγγελία συγκίνηση δεν θέλω. Πάνε μόνη σου.
-Καλά ρε μουλάρι, με τίποτα δεν συγκινείσαι εσύ; Αει στο διάολο επιτέλους.
Και πάει στο δωμάτιό του ο Μένιος, ξαπλώνει και βάζει στο ψηφιακό ραδιοφωνάκι του τον αγαπημένο του σταθμό. Η μελωδία του Τσιτσάνη πλημμυρίζει την ατμόσφαιρα: ‘’Σαν απόκληρος γυρίζω, στην κακούργα ξενιτιά, περιπλανώμενος, δυστυχισμένος, μακριά απ’ της μάνας μου την αγκαλιά’’. Δακρύζει ο Μένιος καθώς συλλογιέται την μεγάλη του κόρη που δουλεύει εδώ και πέντε χρόνια στη Γερμανία. Αλλάζει σταθμό και πέφτει σε κάποιο ορχηστρικό από το ‘’Χαμόγελο της Τζοκόντα’’ του Μάνου Χατζιδάκη. Μίκης στη συνέχεια και’’ Στα περβόλια μες στους ανθισμένους κήπους, σαν άλλοτε θα στήσουμε χορό’’. Συγκλονίζεται ο Μένιος και τα δάκρυα γίνονται αναφιλητά. Ένα κλάμα λύτρωσης είναι που δεν του το επέβαλε κανείς.
‘’Συγκινούμαι και γίνομαι καλύτερος άνθρωπος όχι όταν το επιλέγουν κάποιοι άλλοι αλλά…όταν μούρχεται’’ σκέφτεται ο Μένιος. Και είναι η μοναδική αληθινή συγκίνηση αυτή που σούρχεται…έτσι…από μόνη της…
Το διαζύγιο ήρθε μοιραία και η Μαίρη συνέχισε να ζει με τα ‘’πρέπει’’ της, παρέα με το ενενήντα εννιά τοις εκατό της ανθρωπότητας και ο Μένιος με τα δικά του ‘’όποτε μούρχεται’’ με το υπόλοιπο ένα τοις εκατό της υπόλοιπης ανθρωπότητας.