espa pkm

Παρασκευή, 20 Μαρτίου 2026, 8:43:58 μμ
Τρίτη, 28 Δεκεμβρίου 2021 18:11

Τα τυχερά παιχνίδια της πρωτοχρονιάς (Μέρος 1ο - Η περίφημη «πασέτα»)

Γράφει ο Θανάσης Βαφειάδης, τοπογράφος, συγγραφέας.

Η περίοδος της πρωτοχρονιάτικης χαρτοπαιξίας, η οποία μέχρι τη δεκαετία του 1930 άρχιζε από τη γιορτή του Αγίου Σπυρίδωνος και διαρκούσε μέχρι τα Θεοφάνεια, ήταν από τις ενδιαφέρουσες περιόδους για τους λάτρεις της θεάς Τύχης και του Κερδώου Ερμή, των δυο θεών που ουδέποτε εκθρονίστηκαν από τον Όλυμπο.

Διότι ο τζόγος κυλάει στις φλέβες των Νεοελλήνων και η μανία του, συνεπικουρούμενη και από το εθιμικό δίκαιο, κορυφώνεται τις παραμονές της Πρωτοχρονιάς. Από πότε συμβαίνει αυτό; Άγνωστο. Πάντως στα τέλη του 19ου αιώνα δρόμοι, πλατείες, καφενεία της πρωτεύουσας και των μεγάλων πόλεων μεταβάλλονταν σε τόπους διεξαγωγής τυχερών παιγνίων. Είναι χαρακτηριστική η αναφορά της σατιρικής εφημερίδας ΜΗ ΧΑΝΕΣΑΙ του Βλάση Γαβριηλίδη, που το 1883 έγραφε: «Τι κακό εγίνετο την παραμονήν και ανήμερα του Αγίου Βασιλείου με ταις ρολέταις, τα χαρτιά, τα κόσκινα και άλλα και άλλα. Το Μοναστηράκι, το Αναβρυτήριον και τα Χαυτεία ήσαν πεπληρωμένα από τοιούτου είδους τυχηρά παιγνίδια. Οι όμιλοι περί έν έκαστον αυτών, παρείχον την εικόνα ορνέων συμπυκνουμένων περί θνησιμαίον πτώμα».

Μέχρι το 1896 τα χαρτοπαίγνια ήταν εντελώς ελεύθερα και όποιος ήθελε μπορούσε να ανοίξει μια λέσχη, αρκεί να διέθετε το απαιτούμενο κεφάλαιο και φυσικά μια ομάδα από μπράβους, οι οποίοι προέρχονταν από τον υπόκοσμο και επιπλέον ήταν ικανοί μαχαιροβγάλτες. Η παρουσία τους θεωρούνταν απολύτως απαραίτητη γιατί ήταν σύνηθες το φαινόμενο κακοποιοί να επιτίθενται στις λέσχες και να αρπάζουν τα χρήματα της «μπάγκας». Αυτού του είδους η ληστρική επιδρομή λεγόταν «ρεμούλα» και διεξαγόταν με μαχαιριές, πιστολιές και μαγκουριές.

Ποιό ήταν όμως το πιο διάσημο τυχερό παιχνίδι της Πρωτοχρονιάς στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα; Το παιχνίδι αυτό ήταν η περίφημη «πασέτα», γαλλικής και κατ’ άλλους ιταλικής προέλευσης, που παιζόταν από πολλούς παίκτες στις λιγοστές τότε λέσχες, στα καφενεία ακόμη και στους δρόμους. Από την παραμονή των Χριστουγέννων μέχρι την επομένη των Θεοφανείων κάθε καφετζής που αισθανόταν τον εαυτό του ικανό να αντιμετωπίσει τους κινδύνους της «ρεμούλας» μετέτρεπε ένα μέρος του καφενείου του σε λέσχη. Πώς γινόταν αυτή η μετατροπή μας εξηγεί ένα άρθρο της ΠΡΩΙΑΣ, που δημοσιεύθηκε την 1-1-1927: «Εστήνοντο έν ή δύο παλούκια και εκρεμάτο από έναν χονδρόν σπάγγον ένας μπερδές, κατά προτίμησιν κόκκινος, δια του οποίου διεχωρίζετο η πρόχειρος λέσχη από το άλλο καφενείον. Τα δύο ή τρία φύλλα του μπερδέ ήσαν ελεύθερα, σαν πανιά κρεμασμένα προς στέγνωσιν, και οι πελάται, εισερχόμενοι ή εξερχόμενοι του αδύτου, τα διήνοιγαν ευχερώς. Οι παλληκαράδες ή οι «γεροί πόντοι», με τα χέρια ζωμένα εις τις «κοφτές τσέπες» της μόδας, τα διήνοιγον ή δια της κεφαλής, κουτουλώντες ως τράγοι, ή δια σφοδρών φυσημάτων, εμφανίζοντες εις αμφοτέρας τας περιστάσεις φαιδρότατον θέαμα, το οποίον τότε ενέπνεε σεβασμόν!».

Μέσα στον μπερντέ βρισκόταν ένα επίμηκες μεγάλο τραπέζι και κάθε είδους καρέκλες. Επάνω στο τραπέζι ήταν η «καρτέλα», ένα χαρτόνι στο οποίο βρισκόταν κολλημένα τα χαρτιά της τράπουλας, πάνω στην οποία οι παίκτες έβαζαν τους «πόντους» ή τις «μίζες» τους. Ο «κόφτης» δηλ. ο μπαγκιέρης καθόταν στο κέντρο και απέναντι του ο γκρουπιέρης. Ύστερα από το απαραίτητο ανακάτεμα και «κόψιμο» της τράπουλας, που κατά κανόνα χειριζόταν αποκλειστικά η μπάγκα κι αφού οι γύρω παίχτες πόνταραν στο φύλλο της αρεσκείας τους, άρχιζε το παιχνίδι. Τα χρήματα τοποθετούνταν μέσα σε δίσκο, χωριστά τα ασημένια πενηνταράκια, οι δεκάρες, τα φράγκα, τα δίφραγκα, τα τάλιρα και τα εικοσιπεντάρικα, ενώ κατοστάρικα ή λίρες σπάνια εμφανίζονταν στα συνοικιακά καφενεία.

Οι παίκτες συνωστίζονταν όρθιοι ή καθισμένοι, παρακολουθώντας με αγωνία και εκστομίζοντας βλαστήμιες, βρισιές και φυσικά φτυσίματα, διότι δεν απαγορευόταν το πτύειν επί του δαπέδου όταν η τύχη είχε τις ιδιοτροπίες της. Όλα αυτά μέσα σε μια αποπνικτική ατμόσφαιρα από τον καπνό των τσιγάρων και των ναργιλέδων και την έντονη οσμή της ρετσίνας και του ούζου. Την εικόνα συμπλήρωνε η λάμπα πετρελαίου που κρεμόταν κατακόρυφα από την οροφή, πάνω από το κέντρο του πάγκου. Τη λάμπα, αυτή την πρόσεχαν άγρυπνα οι μπράβοι, γιατί αποτελούσε τον πρώτο στόχο των κουτσαβάκηδων και των λοιπών όταν επιχειρούσαν τη «ρεμούλα», η οποία γινόταν με τον παρακάτω τρόπο: Τα μέλη της συμμορίας που θα επιχειρούσε τη ληστεία κατέστρωναν σχέδιο, στο οποίο καθοριζόταν η θέση που θα καθόταν καθένας τους στο τραπέζι της «πασέτας», περιμένοντας το σύνθημα, το οποίο ήταν το σπάσιμο της λάμπας. Τη δεδομένη στιγμή ένας από αυτούς έσπαζε τη λάμπα με μια μαγκούρα, άλλοι πυροβολούσαν δυο - τρεις φορές στον αέρα και οι υπόλοιποι της συμμορίας που ήταν τοποθετημένοι στο τραπέζι, χωρίς χρονοτριβή, άρπαζαν μέσα στο σκοτάδι και τον πανικό όσα περισσότερα χρήματα μπορούσαν.

Στα μεγάλα καφενεία της πλατείας Ομονοίας συνέβαιναν τα ίδια αλλά με μεγαλύτερη ευπρέπεια, διότι οι πλούσιοι ακόμη κι όταν κάνουν τα χειρότερα πράγματα τα κάνουν με στυλ. Έτσι, εδώ δεν υπήρχε ο πρόχειρος πάγκος αλλά χρησιμοποιούνταν τα τραπέζια του μπιλιάρδου, στην πράσινη τσόχα του οποίου τοποθετούνταν σε στήλες όχι φραγκοδίφραγκα αλλά ασημένια φράγκα και εικοσάφραγκα. Και φυσικά δεν υπήρχε λάμπα πετρελαίου αλλά ασημένια καντηλέρια με 3-5 κεριά, με τα οποία φωτίζονταν τα χρήματα και τα πρόσωπα των παικτών. Όσο για την κλοπή γινόταν και αυτή με αριστοτεχνικό τρόπο και όχι με πυροβολισμούς και μαγκουριές. Διότι η «πασέτα», που αρχικά φαινόταν παιχνίδι τίμιο, στο οποίο δε μπορούσε κάποιος να κλέψει, σιγά – σιγά έγινε έρμαιο της ιδιοφυίας των επαγγελματιών χαρτοπαικτών. Εφευρέθηκαν τόσα μέσα απάτης ώστε η «πασέτα» κατάντησε το «κλεπτίστατον των παιχνιδίων», στο οποίο κανείς δεν έπαιζε χωρίς να έχει την πεποίθηση ότι θα τον κλέψουν. Οι τρόποι κλοπής είχαν παράδοξα ονόματα, όπως το «μπαλαμούτι», η «καρφίτσα», η «σκαλέτα», το «χτένι», το σφόλι» και διάφορα άλλα.

Το περίεργο ήταν ότι ο μεγαλύτερος εφευρέτης της κλοπής στην «πασέτα» ήταν ένας ευγενέστατος και πολύ συμπαθής αξιωματικός του πυροβολικού που ανακάλυψε το περίφημο «χτένι», με το οποίο κυριολεκτικά έγδυσε όλους τους επαγγελματίες χαρτοπαίκτες, αποκομίζοντας μέσα σε ένα χρόνο κέρδη μεγαλύτερα του ενάμισι εκατομμυρίου χρυσών φράγκων. Όταν προδόθηκε ήταν αργά αλλά το καταπληκτικό ήταν ότι τον πρόδωσε ο ίδιος ο πατέρας του!

Η δόξα της «πασέτας» κράτησε μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα και έκτοτε άλλα τυχερά παιχνίδια, πιο εντυπωσιακά, πήραν τη θέση της. Σήμερα στην εποχή του λάιβ καζίνο και των στοιχηματικών που προσφέρουν το τζόγο μέσα από τα κινητά, τα τυχερά παιχνίδια των παλαιότερων εποχών μοιάζουν με το «μουτζούρη» που παίζαμε κι εμείς σαν παιδιά την παραμονή της Πρωτοχρονιάς. Τα τραγικά αποτελέσματα του ασύδοτου τζόγου που θα καταστρέψει μια σειρά από οικογένειες θα τα δούμε πολύ σύντομα. Αλλά και τότε οι υπεύθυνοι για την ανεξέλεγκτη διάδοση του τζόγου θα επικαλεστούν το γνωστό τρίπτυχο: «Δεν ξέρω, δεν είδα, δεν άκουσα». Και φυσικά δε θα την πληρώσει κανείς από τους υπεύθυνους, παρά μόνο οι αφελείς που καταστράφηκαν οικονομικά και ψυχικά.

Περισσότερα άρθρα και φωτογραφίες από το νομό Κιλκίς θα βρείτε στην ιστοσελίδα και στο fb του τεχνικού γραφείου k4s tation.