Σε αντίθεση με μια δικαστική αίθουσα, η διαμεσολάβηση δεν έχει αντιπαράθεση, ακροατήριο ή απόφαση που επιβάλλεται από τρίτο (δικαστή). Πρόκειται για μια οργανωμένη-διαρθρωμένη, αλλά ευέλικτη διαδικασία, όπου τα μέρη συμμετέχουν ενεργά στην αναζήτηση λύσης.
Η διαμεσολάβηση είναι μια εκούσια διαδικασία, που σημαίνει ότι τα μέρη προσέρχονται σε αυτή με τη θέληση τους. Μπορούν να επιλέξουν από κοινού έναν διαμεσολαβητή ή να ζητήσουν να οριστεί διαμεσολαβητής από την επίσημη λίστα που τηρείται από την Κεντρική Επιτροπή Διαμεσολάβησης.
Η διαδικασία ξεκινά συνήθως με μια αρχική συνάντηση, στην οποία ο διαμεσολαβητής εξηγεί τον ρόλο του και τους βασικούς κανόνες: ουδετερότητα, εμπιστευτικότητα και σεβασμός στη διαδικασία. Από την αρχή γίνεται σαφές ότι ο διαμεσολαβητής δεν θα αποφασίσει για τα μέρη, αλλά θα βοηθήσει ώστε να ακουστούν εξίσου και οι δύο πλευρές και να διαμορφωθούν προτάσεις για την επίλυση της διαφοράς. Εφόσον υπάρξει συμφωνία, αυτή αποτυπώνεται γραπτώς και υπογράφεται από τα μέρη, τους δικηγόρους τους και τον διαμεσολαβητή.
Στη συνέχεια, κάθε πλευρά έχει την ευκαιρία να παρουσιάσει τη δική της οπτική για τη διαφορά. Συχνά, είναι η πρώτη φορά που τα μέρη μιλούν σε ένα πλαίσιο όπου δεν διακόπτονται και δεν κρίνονται. Αυτό από μόνο του μπορεί να αλλάξει τη δυναμική της σύγκρουσης.
Ακολουθεί το στάδιο της διερεύνησης. Μέσα από ερωτήσεις και συζήτηση, αναδεικνύονται τα πραγματικά ζητήματα πίσω από τη διαφορά – όχι μόνο οι θέσεις, αλλά και τα συμφέροντα, οι ανάγκες και οι ανησυχίες των μερών. Σε αυτή τη φάση συνήθως ο διαμεσολαβητής πραγματοποιεί κατ’ ιδίαν συναντήσεις (χωριστά με κάθε πλευρά), καθώς αυτό βοηθά τη διαδικασία - ιδίως όταν οι σχέσεις των μερών είναι πολύ τεταμένες.
Στη συνέχεια, τα μέρη καλούνται να εξετάσουν πιθανές λύσεις. Η διαμεσολάβηση δίνει χώρο για δημιουργικές προσεγγίσεις, που συχνά δεν θα μπορούσαν να προκύψουν μέσα σε ένα δικαστήριο. Οι λύσεις δεν επιβάλλονται — διαμορφώνονται από τα ίδια τα μέρη.
Εάν κάποιο από τα μέρη θελήσει να σταματήσει τη διαδικασία, έχει δικαίωμα να αποχωρήσει χωρίς καμία ποινή ή συνέπεια. Ενώ αν δεν καταλήξουν σε συμφωνία, τα μέρη διατηρούν το δικαίωμα να ακολουθήσουν άλλες διαδικασίες, συμπεριλαμβανομένης της δικαστικής οδού.
Αντιθέτως, εάν επιτευχθεί συμφωνία, αυτή καταγράφεται εγγράφως, συνήθως με τη συμβολή των δικηγόρων, ώστε να είναι νόμιμη, σαφής και εφαρμόσιμη. Η συμφωνία αυτή αποκτά στη συνέχεια ισχύ δικαστικής απόφασης, εφόσον κατατεθεί στη Γραμματεία του αρμόδιου Πρωτοδικείου με την ταυτόχρονη καταβολή παραβόλου, το οποίο ανέρχεται σήμερα σε 50 ευρώ.
Το σημαντικότερο όλων είναι ότι η διαμεσολάβηση προσφέρει έναν ασφαλή χώρο, όπου η σύγκρουση μπορεί να μετατραπεί σε συζήτηση. Ακόμα και όταν δεν οδηγεί σε άμεση συμφωνία, συχνά βοηθά τα μέρη να κατανοήσουν καλύτερα τη θέση του άλλου και να μειώσουν την ένταση.
Σε μια εποχή όπου οι συγκρούσεις δεν λείπουν, διαδικασίες που δίνουν χώρο στον διάλογο αντί για την αντιπαράθεση δεν είναι απλώς χρήσιμες — είναι απαραίτητες για πιο λειτουργικές και βιώσιμες λύσεις.



