espa pkm

Παρασκευή, 21 Αυγούστου 2026, 9:28:12 μμ
Σάββατο, 15 Αυγούστου 2026 09:33

Το κέντρο

Γράφει ο Χρήστος Σπίγκος.

 

Οι εκλογές πλησιάζουν και τα τρία κόμματα που διεκδικούν κυβερνητική εξουσία διακατέχονται από την αγωνία της διείσδυσης στον χώρο του Κέντρου.

Πολιτικοί επιστήμονες υποστηρίζουν ότι το Κέντρο είναι τρόπος ζωής, αντίληψης και συμπεριφοράς και ότι οι κεντρώοι ψηφοφόροι δεν έχουν πια κομματικές ταυτίσεις, γιατί δεν αντέχουν την αβεβαιότητα. Κινούνται πάντα ανάμεσα σε δύο πόλους εξουσίας θεωρώντας παρωχημένες τις ιδεολογικές οριοθετήσεις Δεξιάς-Αριστεράς. 

Επιγραμματικά θα λέγαμε ότι κεντρώοι είναι εκείνοι που θέλουν μια φυσιολογική ζωή και δίνουν έμφαση σε ό,τι έχει σχέση με την ποιότητα της ζωής τους. Επικαλούνται την κοινή λογική στις επιλογές τους και πιστεύουν ότι λαμβάνουν εκλογικές αποφάσεις με κριτήρια ορθολογισμού. Απεχθάνονται τον λαϊκισμό και τις ακρότητες, ενώ αν μπορούσαν να μιλήσουν στους πολιτικολογούντες θα τους έλεγαν ότι δεν ταυτίζονται με κανένα κόμμα.

 Από κοινωνικής πλευράς συνήθως είναι μεγαλύτερης ηλικίας, έχουν κάποια οικονομική επιφάνεια – ανήκουν κατά κύριο λόγο στη μεσαία τάξη - και ζητούν σταθερότητα στην καθημερινότητά τους. Θέλουν ανοιχτή οικονομία. Δίνουν σημασία στο φιλικό προς τον πολίτη κράτος. Είναι εχθροί των υψηλών τόνων. Αντιδρούν αρνητικά σε οτιδήποτε ακούγεται στα αφτιά τους αντιδημοκρατικό.

 Το ταυτοτικό τους γνώρισμα, βέβαια, είναι η πίστη στην ευρωπαϊκή κατεύθυνση της χώρας. Ο κεντρώος δεν διανοείται την Ελλάδα εκτός του πλαισίου της ΕΕ, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τις ατομικές ελευθερίες και τη φιλελεύθερη οικονομία.

 Σε τομείς όπως η Παιδεία και η Υγεία τάσσονται υπέρ της συνεργασίας του δημόσιου με τον ιδιωτικό τομέα. Στο σύμφωνο συμβίωσης είναι κατά βάση υπέρ.  Σε σύνθετα ζητήματα, σαν το Μεταναστευτικό, έχουν συγκεχυμένες απόψεις, οι οποίες εξαρτώνται από το πόσο τους αγγίζει το πρόβλημα.

 Οι επικριτές τους, τόσο από τα δεξιά όσο κι από τ’ αριστερά, τους καταλογίζουν απουσία συγκροτημένης πολιτικής αντίληψης και οι πιο αυστηροί τους μέμφονται αποκαλώντας τους απολιτίκ. Ωστόσο, οι αναλυτές ισχυρίζονται ότι «ασχολούνται με την πολιτική, απλά δεν έχουν απόλυτα χαρακτηριστικά».

 Με τα δεδομένα αυτά είναι ενδιαφέρον να ερευνήσουμε τις ακολουθούμενες τακτικές των τριών κομμάτων που δημοσκοπικά τουλάχιστον επιδιώκουν κυβερνητική εξουσία είτε από την πρώτη θέση είτε από τη δεύτερη. Κι αυτά δεν είναι άλλα από τη ΝΔ, την ΕΛΑΣ και το ΠΑΣΟΚ.

 Η ΝΔ, με παραδοσιακά μικρή συμμετοχή στον κεντρώο χώρο, δείχνει να έχει αυξήσει την επιρροή της με την τακτική του σημερινού της αρχηγού Κυριάκου Μητσοτάκη. Οι μέχρι στιγμής μεταγραφές δέκα και πλέον κεντρικών στελεχών του εκσυγχρονιστικού (Σημιτικού) ΠΑΣΟΚ δείχνουν τη ΝΔ ν’ απομακρύνεται από τη παραδοσιακή λαϊκή Δεξιά που στη συνείδηση του παραδοσιακού νεοδημοκράτη εκφράζουν σήμερα οι  Κώστας Καραμανλής και Αντώνης Σαμαράς, με τον δεύτερο να προβάλλει εντονότερα τα εθνικά ζητήματα. 

 Το ΠΑΣΟΚ, κυρίαρχος για δεκαετίες στον Κεντρώο χώρο ως συνεχιστής της παλιάς Ένωσης Κέντρου, σήμερα δε μπορεί να πλησιάσει τα προ οικονομικής κρίσης ποσοστά που το είχαν φέρει στην ηγεμονική θέση του χώρου. Το κόμμα διαθέτει και πρόγραμμα και στελέχη αλλά έπαψε να εμπνέει εμπιστοσύνη και ασφάλεια. Προς το παρόν είναι τρίτο κόμμα στη δημοσκοπική αρένα με σημαντική διαφορά από τον δεύτερο.

 Η ΕΛΑΣ του Αλέξη Τσίπρα είναι αναμφισβήτητα το κόμμα που δημοσκοπικά με την πρώτη εμφάνιση σκαρφάλωσε και παραμένει στη δεύτερη θέση. Η προοπτική ανόδου θα εμφανιστεί αν αποδώσει η εργώδης προσπάθεια του ιδρυτή της να κερδίσει τον κεντρώο ψηφοφόρο. Διαβάζοντας προσεκτικά την ιδρυτική διακήρυξη του νεοπαγούς κόμματος διακρίνεις ότι απευθύνεται να επικοινωνήσει με το Κέντρο χωρίς να χάσει τα χαρακτηριστικά της πολιτικής μήτρας του Αλέξη Τσίπρα. Πολλοί από την Ανανεωτική Αριστερά  τον κατηγορούν ότι έχασε τα αριστερά του χαρακτηριστικά. Και πολύ περισσότεροι από τον ίδιο χώρο έσπευσαν να τον περιβάλλουν μ’ εμπιστοσύνη εγκαταλείποντας ομοθυμαδόν τα μέχρι χθες κόμματά τους ΣΥΡΙΖΑ, ΠΑΣΟΚ και ΝΕΑ ΑΡΙΣΤΕΡΑ. Η ΕΛΑΣ χρησιμοποιεί τον όρο Σύγχρονη Αριστερά που αποτελεί την «αναγκαία σύγκλιση των τριών ιστορικών ρευμάτων του προοδευτικού χώρου που αποτελούν έκφραση της Σοσιαλδημοκρατίας, της Ριζοσπαστικής Αριστεράς και της Πολιτικής Οικολογίας». Ο ΣΥΡΙΖΑ στο καταστατικό του μας λέει ότι « Στρατηγικός στόχος του παραμένει ο Σοσιαλισμός με Δημοκρατία και Ελευθερία, όπως αυτός μπορεί να διεκδικηθεί στις σημερινές συνθήκες.» Αν είμασταν επικοινωνιολόγοι θα λέγαμε ότι και τα δύο κόμματα λένε grosso modo τα ίδια, αλλά η ανάγκη να προσελκυσθεί ο ψηφοφόρος του Κέντρου υποχρεώνει τον Αλέξη Τσίπρα να  διαχωρίζει τον σημερινό ΣΥΡΙΖΑ, του οποίου ο ιστορικός κύκλος υποστηρίζει ότι έχει κλείσει, από τον ΣΥΡΙΖΑ της Πρώτης Φοράς Αριστεράς στον οποίον πρωταγωνιστής ήταν ο ίδιος. 

 Πολιτικοί αναλυτές υποστηρίζουν ότι κάθε 10% των κεντρώων ψηφοφόρων αντιστοιχεί περίπου σε 1,6 ποσοστιαία μονάδα του συνόλου. Δηλαδή, με δεδομένο ότι οι κεντρώοι αποτελούν το 16% του εκλογικού σώματος, αν ένα κόμμα καταφέρει να γίνει ο βασικός εκφραστής του Κέντρου και να πάρει π.χ. 40% των κεντρώων, αποκτά περίπου 6,4 μονάδες από αυτή την ομάδα μόνο. Γι' αυτόν τον λόγο το Κέντρο μπορεί να είναι καθοριστικό για το ποιο κόμμα θα βρεθεί πρώτο.

 Τούτων δοθέντων είναι απολύτως κατανοητό να μη θέλει ο Αλέξης Τσίπρας να συμπορευθεί με ό,τι απέμεινε στο μέχρι χθες κόμμα του θέλοντας να κλείνει το μάτι και στον αναποφάσιστο κεντρώο που προς το παρόν σιωπά. 

 Το αν είναι πολιτικά σωστό το κρίνει η κάθε πολιτική συνείδηση, κι αν είναι επικοινωνιακά αποτελεσματικό θα το δείξει η κάλπη.