Ιερός και σημαντικός σταθμός για τον Ελληνισμό και την ελληνική ιστορία η Πόλη. Η πρωτεύουσα της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, που περισσότερο από μια χιλιετία, υπήρξε η βασιλίδα των πόλεων. Η αιώνια Βασιλεύουσα. Αρχόντισσα πανέμορφη της Ανατολής. Από αυτή ανέτειλε ο ήλιος και το φώς του πνεύματος και του πολιτισμού. Από την Αγία Σοφία ξεπηδούσε η πίστη και η σοφία.Την ζήλευαν την πόλη, την ήθελαν ομόθρησκοι και αλλόθρησκοι. Σχεδόν δύο μήνες πολιορκίας και ο Αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Παλαιολόγος αμύνονταν αβοήθητος, προδομένος από φίλους, συγγενείς, συμμάχους και ομόθρησκους.
Μόνος με τον πεινασμένο λαό, 8.0000 Έλληνες υπερασπιστές και 2.000 ξένους μισθοφόρους απέναντι στις 300.000 Τούρκους πολιορκητές.
Οι πλουτοκράτες όπως πάντα, είχαν κλειδαμπαρώσει τον πλούτο τους, είναι το μόνο που δεν άλλαξε ίσια με σήμερα.
Στις 24 Μαϊου ο Σουλτάνος ζήτησε την παράδοση της πόλης, η απάντηση σχεδόν όμοια με τους Λεωνίδα, «Το δε την πόλιν σοι δούναι ούτ’ εμόν εστίν, ούτ΄άλλου των κατοικούντων εν ταύτη. Κοινή γαρ γνώμη πάντες αυτοπροαιρέτως αποθανούμεν και ου φεισόμεθα της ζωής ημών¨. Δηλαδή: Το να σου παραδοθεί η πόλη δεν είναι στο χέρι μου ούτε σε οποιουδήποτε άλλου από τους κατοίκους της. Γιατί κοινή είναι απόφαση να πεθάνουμε θεληματικά και να μη λογαριάσουμε τη ζωή μας.
Οι σύμβουλοι του τον προέτρεψαν να εγκαταλείψει την πόλη, μα αυτός προτίμησε τον θάνατο. Ήταν ο τελευταίος από τους γενναίους, ήταν ο τελευταίος αντρειωμένος. Άλλωστε τον γενναίο τον γνωρίζει κανείς από την πτώση του, και όχι από την άνοδό του. Έπεσε μαχόμενος στην Πύλη του Ρωμανού κι έκτοτε ο θρύλος τον θέλει μαρμαρωμένο.
Η χιλιόχρονη Αυτοκρατορία έπεφτε σε ξένα χέρια, σε ξένο Θεό, τον Θεό του Ισλάμ,. Με τους Άγιους της όλους πια απόντες.
Η χριστιανοσύνη γκρεμιζότανε, ο σταυρός που επί αιώνες στεκόταν απάνω στον τρούλο της Αγίας Σοφίας έπεφτε, έπεσε στη γη με τρομακτικό κρότο, ένας κρότος ανατριχιαστικός, και έφτασε σ’ όλη τη Δύση τον Πάπα και το Βατικανό, μα δεν τρόμαξαν, ήταν σαν να το περίμεναν να το προσδοκούσαν.
Εάλω η πόλις, εάλω….
Σφαγή, αίμα, θάνατος, θρήνος στην πόλη, θρήνος, κλαυθμός και οδυρμός.
Τι πίκρα, πόση συμφορά είχε η Τρίτη εκείνη….
Η λαϊκή μούσα μίλησε για θέλημα Θεού και για δίκαιη τιμωρία, γιατί έβλεπε και ζούσε χρόνια τώρα, την αλαζονεία της εξουσίας, τη χλιδή και την παραφροσύνη της δόξας, τις φιλονικίες και έριδες για τη νομή της εξουσίας – διαχρονικό ελληνικό φαινόμενο – τα σκάνδαλα, τη διαφθορά, τον αυλισμό, την καμαρίλα, τη φθορά των αξιών, τη βαριά φορολογία, την περιθωριοποίηση, κοινωνικών ομάδων αλλά και των θρησκευτικών έριδων.
Μήπως αυτό που ζούμε σήμερα δεν έχει τα ίδια χαρακτηριστικά; Η διάβρωση και η σήψη της κοινωνικής συνοχής προδικάζει την πτώση.
Η Βασιλεύουσα έμεινε την ύστατη και κρίσιμη ώρα αβοήθητη από το Βατικανό και τον Πάπα, η Βυζαντινή αυτοκρατορία με την αίγλη και τη δόξα της σκίαζε το Βατικανό που ζήλευε και φθονούσε την υπεροχή του Βυζαντίου.
Είχε πολλούς λόγους να προσδοκά την πτώση του Βυζαντίου, με κυριότερο την επικράτηση της στη Χριστιανοσύνη. Άλλωστε η βασιλεύουσα υπέστη από τους Σταυροφόρους το 1204 έως και το 1261 πολλές καταστροφές. Αυτή η πρώτη άλωση έδωσε το πρώτο ισχυρό ράπισμα στην παντοδύναμη πόλη, ήταν αυτή που πριόνισε την ρίζες της. Την ξαναπήραν οι Βυζαντινοί, αλλά δεν έγινε ποτέ πια αυτό που ήταν στο παρελθόν. Έτσι η παρακμή και το παραπάνω γεγονός επιβεβαιώθηκαν και τυπικά το 1453. Άλλωστε στα τελευταία χρόνια της ελευθερίας μας δεν ήταν παρά η φθίνουσα πρωτεύουσα μιας μικρής επικράτειας. Ο τούρκικος κίνδυνος βρισκόταν έξω από τα τείχη της, η εικόνα της πόλης ήταν αποκαρδιωτική, σε πολλά σημεία έδειχνε την εντύπωση εγκαταλειμμένη από κατοίκους, πολλοί είχαν φύγει προς ασφαλέστερα μέρη, η φτώχεια και η αθυμία εκείνων που είχαν μείνει έδειχναν τη θλιβερή κατάντια.
Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, δύο μεγάλα θρησκευτικά ζητήματα φανάτιζαν τον πληθυσμό και τον χώριζαν σε δύο αντίπαλα στρατόπεδα, έτοιμα να αλληλοσπαραχτούν.
Οι Τούρκοι πολιόρκησαν την Κωνσταντινούπολη και προσπάθησαν να την καταλάβουν, χωρίς να το πετύχουν, το 1392, 1398, 1412, 1422 και 1432. Από τις αρχές του 1453 μ.Χ. τούρκικα στρατεύματα αλλά και χιλιάδες πλιατσικολόγοι πλησιάζουν και πολιορκούν την Βασιλεύουσα.
Μέσα στην πόλη οι υπερασπιστές της, είχαν εμπιστευτεί τις ελπίδες του κυρίως στα χερσαία τείχη, τα οποία πίστευαν πως ήταν σε θέση να συγκρατήσουν τις επιθέσεις των 300.000 Τούρκων πολιορκητών. Οι τελευταίες πέντε ημέρες ήταν, όπως αφηγούνται τα χρονικά της εποχής, πραγματικά θλιβερές, η κόπωση, η αποτυχία πυρπόλησης του τούρκικου στόλου, οι φιλονικίες Βενετών και Γενουατών, η άρνηση των πλουσίων να ενισχύσουν οικονομικά, αλλά και διάφορα τυχαία φυσικά φαινόμενα, φήμες και παλιοί χρησμοί κ.τλ. τροφοδοτούσαν την νευρικότητα, τη δεισιδαιμονία και τη θρησκοληψία των πολιορκημένων. Τη νύχτα της Δευτέρας 29ης Μαίου 1453 ο Κωνσταντίνος, αφού κοινώνησε ζήτησε συγνώμη απ’ όλους. «Την ώρα εκείνη» αφηγείται ο Σφραντζής, «Ποιος θα μπορέσει να περιγράψει τους κλαυθμούς, και τους θρήνους που γέμισαν το παλάτι;»
Σε λίγες ώρες, κατά τα ξημερώματα, άρχισε η μεγάλη επίθεση από στεριά και θάλασσα.
«Πήραν την πόλη, πήραν την…»
«Πάρθεν η Ρωμανία, επαίραν το Βασιλοσκάμν, ελάεν η αφεντία…, λέει το Τραπεζούντιο άσμα της λαϊκής μούσας».
Οκτώ χρόνια αργότερα και η Τραπεζούντα είχε την ίδια μοίρα.
ΥΓ1 Ευτυχώς αυτές οι μνήμες, των μαύρων ημερών του Ελληνισμού, και είναι πολλές, οι φωτεινές και είναι άπειρες. Αλλά και οι γκρίζες, που δεν είναι λίγες, είναι χαραγμένες στην ψυχή και στην συνείδηση του Ελληνισμού. Μεταβιβάζονται από γενιά σε γενιά, μακάρι να μην πάψει ποτέ αυτή η μεταβίβαση, γιατί τότε αλίμονο!
Υ.Γ.2 Η Βασίλισσα της ανατολής έδυσε 29 Μαϊου του 1453, στη Δύση αρχίζει η περίοδος της Αναγέννησης με τα φώτα του Ελληνισμού, 2011 η Ελλάδα επαιτεί.
Γράφει ο
Νίκος Σιάνας



