Τρίτη, 16 Απριλίου 2024, 5:22:36 μμ
Πέμπτη, 10 Σεπτεμβρίου 2015 20:25

Σκοποί και φιλοσοφία της εκπαίδευσης

Γράφει η Καρολίδου Σωτηρία, Υπεύθυνη Συμβουλευτικού Σταθμού Νέων Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Κιλκίς, M.Sc., M.A. Φιλόλογος - Θεολόγος

Η «Εκπαίδευση» είναι μια μεταβαλλόμενη, αμφιλεγόμενη και συχνά εξατομικευμένη, ιστορικά και πολιτικά, διαμορφωμένη έννοια. Έτσι, όταν ο R.M. Hutchins έβλεπε ως σκοπό της εκπαίδευσης «την καλλιέργεια του πνεύματος» και ο A.S. Neill πίστευε ότι ο σκοπός της εκπαίδευσης θα έπρεπε να είναι «να κάνει τους ανθρώπους πιο πετυχημένους, πιο ασφαλείς, λιγότερο νευρωτικούς, λιγότερο προκατειλημμένους», είναι σαφές ότι τα είδη των στόχων που έχουν προωθηθεί ή μπορεί να προωθηθούν ως οι καταλληλότεροι σκοποί της εκπαίδευσης είναι πολλά και αποτελούν τη βάση για τον προβληματισμό, γύρω απ΄ αυτό το κεντρικό εκπαιδευτικό ζήτημα στον πολύπλοκο σημερινό  κόσμο.
Η έννοια, κατά συνέπεια,  της ποιότητας της εκπαίδευσης είναι δύσκολο να οριστεί λόγω των διαφορετικών απόψεων σχετικά με τους σκοπούς, τους στόχους, τις κοινωνικές και πολιτικές λειτουργίες της εκπαίδευσης. Στις μεταπολεμικές δυτικές  κοινωνίες, ιδιαίτερα τη δεκαετία του ’60, στο δημόσιο λόγο κυριαρχεί η συζήτηση περί εκδημοκρατισμού της εκπαίδευσης και ισότητας των ευκαιριών, ενώ αργότερα, στις σύγχρονες παγκοσμιοποιημένες κοινωνίες παρατηρείται η μεταστροφή στο λόγο περί ποιότητας των εκπαιδευτικών συστημάτων, με βάση την ανθρωποπλαστική της διάσταση και την αποτελεσματικότητα, όταν δηλαδή συμβάλλει στην πνευματική καλλιέργεια του ατόμου, στην ηθική του ανάταση  και στην ανάπτυξη ολοκληρωμένης προσωπικότητας και ακέραιου χαρακτήρα. Μια άλλη προσπάθεια εννοιολογικής οριοθέτησης αφορά στην ποιότητα του τελικού αποτελέσματος, όπως αυτή εκφράζεται με την κατάκτηση των άμεσα ορατών στόχων του σχολείου, παρόλο που στα βασικά μειονεκτήματα των διαφόρων εγχειρημάτων συγκαταλέγεται το γεγονός ότι υλοποιήθηκαν προσπάθειες χωρίς να ελεγχθεί ποτέ «τι επιτυγχάνεται», «τι αποτυγχάνει» και «για ποιον λόγο».
Αν και διαπιστώνεται η έλλειψη απόλυτης συμφωνίας μεταξύ των ερευνητών ως προς το εννοιολογικό περιεχόμενο της ποιότητας της εκπαίδευσης, ωστόσο διαπιστώνεται συμφωνία στις βασικές αξίες που προτείνονται ως επιδιωκόμενες και αποτελούν τα βασικά χαρακτηριστικά του ποιοτικού και αποτελεσματικού σχολείου. Ορισμένες απ΄ αυτές είναι οι ακόλουθες:
-Δυνατότητα απόκτησης, άσκησης και εφαρμογής ενός συνόλου γνώσεων, δεξιοτήτων και συμπεριφορών από τους μαθητές, με σκοπό την προετοιμασία ένταξής τους στην κοινωνία
-Ανάπτυξη προσωπικής αυτονομίας των μαθητών και παράλληλα ανάδειξη της αξίας της κοινωνικής προσφοράς
-Προετοιμασία των μαθητών για την ενασχόλησή τους με την πολιτιστική και οικονομική ανάπτυξη της κοινωνίας.
Η συζήτηση για τους σκοπούς και κατ΄ επέκταση για την ποιότητα της εκπαίδευσης είχε αρχίσει σε διεθνείς οργανισμούς (Ο.Ο.Σ.Α., Διεθνής Τράπεζα, U.N.E.S.C.O.) αλλά και σε μεμονωμένα κράτη  (Η.Π.Α, Μ. Βρετανία, Γαλλία) πολύ νωρίτερα απ΄ ότι στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ήδη απ΄ την αρχή της δεκαετίας του ΄90 τα ζητήματα αξιολόγησης και ποιότητας στην εκπαίδευση κατέχουν υψηλές θέσεις στα ενδιαφέροντα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σε συνέχεια της έκτακτης Συνόδου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της Λισαβόνας και με στόχο τον αποτελεσματικότερο διάλογο μεταξύ των κρατών-μελών για την ποιότητα της εκπαίδευσης, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υποβάλλει έκθεση που παρουσιάζει δεκαέξι δείκτες ποιότητας της εκπαίδευσης, που αντιστοιχούν σε τέσσερις ευρύτερες κατηγορίες ή άξονες:
-Επιδόσεις (Ικανότητα του «μανθάνειν», Αγωγή του πολίτη)
-Επιτυχία και μετάβαση
-Παρακολούθηση της σχολικής εκπαίδευσης (Συμμετοχή των γονέων)
-Πόροι και δομές. Ποιότητα και Αξιολόγηση στην Εκπαίδευση. Συνοπτική Ερευνητική Επισκόπηση, Επιθεώρηση Εκπαιδευτικών Θεμάτων, Παιδαγωγικό Ινστιτούτο.
Όπως διαφάνηκε από τα προαναφερθέντα, η διασφάλιση της ποιότητας των Ευρωπαϊκών Εκπαιδευτικών Συστημάτων είναι κεντρικό  ζήτημα για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με το άρθρο 119 της Συνθήκης της Ε.Ε., για την ποιότητα της παρεχόμενης εκπαίδευσης υπεύθυνη είναι η πολιτική ηγεσία κάθε κράτους – μέλους, ενώ η Ε.Ε. συμβάλλει στην ανάπτυξη παιδείας υψηλού επιπέδου. Ως εκ τούτου, η Ελλάδα, ανταποκρινόμενη στις προκλήσεις, δήλωσε επίσημα την πρόθεση να εκσυγχρονίσει την ελληνική εκπαίδευση. Έτσι, στα μέσα της δεκαετίας του ΄90, στο πλαίσιο του προγράμματος «Εκπαίδευση και Αρχική Επαγγελματική Κατάρτιση» που υποβλήθηκε στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή στις 29 Απριλίου 1994, καθορίζει βασικούς στόχους με αναφορά στην παροχή ίσων ευκαιριών και πρόταση για «κοινωνικό ανθρωπισμό» ως παιδαγωγικό ιδεώδες, τοποθετώντας τον άνθρωπο στο κέντρο του ενδιαφέροντος, επιδιώκοντας την ατομική ολοκλήρωση με σεβασμό της ατομικότητας και μοναδικότητάς του, την κοινωνική και γνωστική ολοκλήρωση και την καλλιέργεια της εθνικής αυτογνωσίας. Υπογραμμίζεται, επιπλέον, η σημασία της ένταξης των Νέων Τεχνολογιών στην εκπαίδευση, η καλλιέργεια ευρωπαϊκής συνείδησης, η εκμάθηση ξένων γλωσσών, η σύνδεση του σχολείου με την ζωή και την εργασία και η αξιοποίηση των ειδικών ενδιαφερόντων και ταλέντων των μαθητών, γεγονός που ενδυναμώνει την πεποίθηση ότι το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα έχει μόνιμη επαφή με τα εκπαιδευτικά ρεύματα που αναπτύσσονται στις χώρες πολιτισμικών ανταλλαγών της Ελλάδας.
 Η μελέτη της ελληνικής εκπαιδευτικής νομοθεσίας (Ν.1566/85. Άρθρο 1) για την Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση αποδεικνύει πως υπήρξε μέριμνα από την ηγεσία του κράτους, σχετικά με την οριοθέτηση των σκοπών της εκπαίδευσης, δίνοντας έμφαση στην ανάπτυξη ολοκληρωμένων προσωπικοτήτων (με την ανάπτυξη του πνεύματος, του σώματος, των κλίσεων, των ενδιαφερόντων και δεξιοτήτων του ατόμου), ελεύθερων και υπεύθυνων δημοκρατικών πολιτών (κοινωνική ταυτότητα και συνείδηση), που σε συνδυασμό με τη δημιουργική κριτική σκέψη, την αντίληψη της συλλογικής προσπάθειας και συνεργασίας και την αναγνώριση των ανθρωπίνων αξιών δίνονται τα εχέγγυα για έναν κόσμο καλύτερο, δίκαιο και ειρηνικό. Άλλωστε, η παγκοσμιοποίηση, η πολυπολιτισμικότητα, που δημιουργήθηκε στα σύγχρονα κράτη, η αλματώδης αύξηση των πληροφοριών, αλλά και οι αλλαγές  στο θεσμό της οικογένειας δημιούργησαν νέες συνθήκες και νέες ανάγκες εκπαίδευσης. Όλα αυτά προέβαλαν  ως «καινοτομία», ως μια ενέργεια δηλαδή που χαρακτηρίζεται από νέα, πρωτοποριακή αντίληψη για την πραγματικότητα. Συγκεκριμένα, στην εκπαιδευτική καινοτομία, αυτή εστιάζεται σε ενέργειες που εμπεριέχουν και προωθούν νέες αντιλήψεις για την εκπαίδευση σε τρεις διαστάσεις:
-Στην αλλαγή αρχών και πεποιθήσεων
-Στην εφαρμογή νέων διδακτικών προσεγγίσεων
-Στη χρήση νέων διδακτικών μέσων
Με γνώμονα, λοιπόν,  το γεγονός ότι η εκπαιδευτική έρευνα υποστηρίζει επιστημονικά και τεχνοκρατικά το σχεδιασμό και την ανάπτυξη της εκπαιδευτικής πολιτικής, προωθώντας ποικίλες παρεμβάσεις με στόχο τη διαρκή βελτίωση και αποδοτικότητα του συστήματος εκπαίδευσης, δίνει έμφαση στη γενικότερη αναβάθμιση της εκπαίδευσης, ενισχύει το «Νέο Σχολείο» και τονίζει την αναγκαιότητα του «Ανοιχτού, Ψηφιακού, Καινοτόμου και Ολοήμερου Σχολείου», το σχολείο δηλαδή της «Δημιουργικής Μάθησης» (Υ.ΠΑΙ.Θ, Ν. 4186/2013).
(Σε συνέχεια…)
ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ (Κατερίνη 7 και 8 Μαΐου 2015)
ISBN 978-960-93-7214-5