espa pkm

Δευτέρα, 18 Μαΐου 2026, 7:26:38 μμ
Τετάρτη, 14 Ιουνίου 2017 00:03

Έν’ πουτήρ’ κρασί…

Του Αναστάσιου
Αμανατίδη. 

 

Ο Δημήτρης Νικοπολιτίδης ανασύρει από τη μνήμη του, εικόνες και διαλόγους, όπως τους άκουσε και αποτύπωσε, από την ζωή των πρώτων Στενημαχιτών του Κιλκίς, σαν αυτόν μεταξύ του ‘’ώριμου’’ Φίλιππα και κάποιου άλλου, που δεν θυμάται το όνομά του. Ο Βασίλης Άτσαλας, πιθανολογεί πως ο ένας πρέπει να ήταν ο Φίλιππας Ράδης και ο δεύτερος ο Κώστας Τσάρας, (μεγαλύτερος αδερφός του Μπάρμπα – Θωμά, με την γνωστή ταβέρνα εκεί στην Αμπέλων), που κάνανε παρέα και θυμούνταν την πατρίδα αρκετά καλά. (ο Νικοπολιτίδης δεν παίρνει όρκο για τον δεύτερο, αλλά αυτό δεν αλλοιώνει τη σημασία).


   Λέει λοιπόν ο μεγαλωμένος στον συνοικισμό Στενημαχιτών, αργότερα Γυμνασιάρχης φιλόλογος Δημήτρης Νικοπολιτίδης:
   …Μία ημέρα, κατά την διάρκεια του Ελληνοϊταλικού πολέμου, μπροστά στο πρακτορείο εφημερίδων του Νικολόπουλου στο Κιλκίς, εκεί στα σημερινά επάνω φανάρια, στη διασταύρωση της 21ης Ιουνίου με Ελευθ. Βενιζέλου, βρέθηκαν δύο Στενημαχίτες, ο Φίλιππας και ένας άλλος, που δε θυμάμαι το όνομά του.
   Το μάτι τους τράβηξε, στην προθήκη του βιβλιοπωλείου, ένας χάρτης των νότιων Βαλκανίων, (Βουλγαρία, Ελλάδα κλπ), που εκτός από το μεγάλο αστικό κέντρο, την Φιλιππούπολη, είχε και τη Στενήμαχο με ευανάγνωστα γράμματα.
   Συγκινήθηκαν βλέποντας τον χάρτη οι δύο μεσήλικες Στενημαχίτες και άρχισαν να λένε για την πατρίδα τους, που τη θυμούνταν με νοσταλγία καλά, στο ιδιότυπο βορειοελλαδίτικο γλωσσικό τους ιδίωμα:
   Φίλιππας: Απ’ τη Στενήμαχου ους τη Φιλιππουπούλ’, τέσσερις ώρες πουδαροδρόμ’!*... Με τ’ αλογατίτσια, δυο ώρες να παέν’ς και δυο να έρτεις…
  Κώστας:  Να παέν’ ς, μα χουρίς κρασί…**.  Έν’ πουτήρ’ σε κάν’  στραμινιά …***

   * Η Στενήμαχος απείχε από την Φιλιππούπολη περί τα είκοσι χιλιόμετρα δρόμου, όλος κάμπος.
   ** Οι  Στενημαχίτες παινεύονταν για τα αμπέλια και τα κρασιά τους.
   *** στραμινιά= στα Στενημαχίτικα, κατά τον Βασίλη Άτσαλα, ο αργαλειός, αλλά ο αργαλειός, που από την πολυχρησία χαλάρωσαν οι αρμοί του, ο ξεχαρβαλωμένος. Μεταφορικά ο άνθρωπος που τρικλίζει από το πιοτό, αυτός που πάει πέρα – δώθε, όμ στραμινιά.
                                                                                                      Α. Α.