espa pkm

Πέμπτη, 2 Απριλίου 2026, 11:20:23 μμ
Κυριακή, 20 Μαρτίου 2022 21:25

Πανηγύρι στο Δίβουνο

Γράφει ο Τάσος Γιοβανούδης.

Την άνοιξη του 1970 υπηρέτησα αστυνόμος στο Σταθμό Χωροφυλακής Μυλοχωρίου. Οι κοινωνίες κλειστές, αποκομμένα τα χωριά, οι δρόμοι απροσπέλαστοι, οι συγκοινωνίες και τα μέσα ελάχιστα. Τότε, τα πανηγύρια ήταν η μόνη ευκαιρία για γλέντι και …….γνωριμίες, για τα νιάτα.


Μάθαμε λοιπόν ότι στο Δίβουνο, που δεν ανήκε στην αστυνομική μας δικαιοδοσία, θα γινόταν, όπως κάθε χρόνο, μεγάλο πανηγύρι το βράδυ της Κυριακής 28 Ιουνίου, μετά τον εσπερινό του εορτάζοντα νέου Ιερού Ναού των Αποστόλων Πέτρου και Παύλου.
Καιρό δεν χάσαμε και με δυο μηχανάκια, ο Ανδρέας, ο Θεόφιλος, ο Γιώργος και εγώ, στολισμένοι, γυαλισμένοι, βρεθήκαμε, μετά το σούρουπο, στην είσοδο του Διβούνου, δίπλα στο δρόμο Κιλκίς Βάθης, όπου το γλέντι είχε ήδη ανάψει στην αυλή του καφενείου, της κυρά Τασίας (Γουναρίδου).
Τιναχτήκαμε από τις σκόνες του χωματόδρομου και ψάχνοντας για τραπέζι, έκπληκτοι διαπιστώσαμε ότι στο πάλκο της ορχήστρας που ακούγαμε ήταν μόνος του ένας μεσήλικας. Έπαιζε, αν θυμούμαι καλά, κλαρίνο και συγχρόνως χτυπούσε το μεγάλο νταούλι με το πόδι, προσαρμοσμένο σε ειδικό μηχανισμό, μερικές δε στιγμές, σταματούσε το κλαρίνο και τραγουδούσε στο μικρόφωνο, κρατώντας το ρυθμό μόνο με το νταούλι.
Ήταν άνθρωπος ορχήστρα, όπως λέει και η λαϊκή ρήση. Πρώτη φορά βλέπαμε ορχήστρα μουσικής ενός ατόμου. Ήταν από το Θεοδώρειο Σερρών μας πληροφόρησαν, μερακλής και καλοκουρδισμένος, όπως και προσωπικά διαπιστώσαμε.
Τα σουβλάκια νόστιμα, η Μαλαματίνες (ρετσίνες) παγωμένες, ο χορός και το γλέντι καλά κρατούσαν, οι ωραίες νεανικές παρουσίες έδειχναν εμφανές ενδιαφέρον και εμείς, άγνωστοι μεταξύ αγνώστων, απολαμβάναμε τη γλυκιά καλοκαιριάτικη βραδιά.
Και ενώ όλα ήταν φίνα και κεφάτα, σε δευτερόλεπτα, πάνω στην πίστα άναψε ομαδικός και μεγάλος καβγάς. Αρκετοί θερμόαιμοι Διβουνιώτες όρμισαν βρίζοντας ελληνικά, ποντιακά και κυρίως τουρκικά, με άγριες διαθέσεις, εναντίον μιας αψίκορης παρέας νεαρών αγοριών και κοριτσιών, που και εκείνοι δεν έκαναν πίσω. Έδειχναν ξενόφερτοι και άγνωστοι, όπως και εμείς και καθόντουσαν σε ένα μεγάλο τραπέζι, δίπλα στο δρόμο.
Η παρέα μας, αμέσως και με τη συνδρομή, κυρίως νεαρών που συνδιασκέδαζαν, δυναμικά αλλά συγχρόνως παρακλητικά και ήρεμα, προσπάθησε να κατευνάσει τα πνεύματα, μπαίνοντας ανάμεσά τους.
Ως δια μαγείας, οι Διβουνιώτες σταμάτησαν και έκαναν πίσω, παρά του ότι δύο θερμόαιμοι κατέφθασαν σε λίγο, κρατώντας στα χέρια τα Enfield των ΜΑΥ. Κάτι ψιθύριζαν μεταξύ τους, ηρέμησαν οι ψύχραιμοι και τους ζόρικους, στάθηκαν και περίμεναν την εξέλιξη, αγριεμένοι μεν, σε αναμονή δε.
Συγχρόνως αποτραβήχτηκε προς το δρόμο και ηρέμησε η παρέα των νεαρών, που τους παρακαλέσαμε και τους πείσαμε, παρά τις ζωηρές, νεανικές τους αντιρρήσεις, ότι ήταν καλύτερα να φύγουν, όπως και έπραξαν σε λίγο, υπό την συνοδεία μας, με τα δύο ΤΑΧΙ που τους περίμεναν.
Το επεισόδιο ξεχάστηκε γρήγορα, όπως ήλθε, χωρίς άλλα παρατράγουδα και το γλέντι συνεχίστηκε με πολύ κέφι και χορό μέχρι αργά το βράδυ,.
Ζητώντας να πληρώσουμε το λογαριασμό, η κυρία Τασία, μας ευχαρίστησε για τη μεσολάβηση στη λήξη του επεισοδίου, λέγοντας:
-Κάποιος σας αναγνώρισε κύριε αστυνόμε και ενημέρωσε αμέσως τους άλλους. Ξέρετε βέβαια το σεβασμό των χωριανών μας προς στην αστυνομία, γι΄ αυτό σεβάστηκαν και υπάκουσαν στην παρέμβαση και στις λογικές παρακλήσεις σας, αλλιώς θα γινόταν χαμός, ποιος ξέρει που θα καταλήγαμε!
Δεν μάθαμε τα ακριβή αίτια του επεισοδίου, ο καθένας έλεγε τη δική του εκδοχή, μάλλον ήταν παρεξήγηση «άνευ αιτίας ή δι΄ ασήμαντον αφορμήν», όπως τόσες και τόσες συνέβαιναν, σε όλα τα χωριά, σε εκείνα τα πανηγύρια, όταν μιλούσε το κρασί, συνήθως από πιωμένους νταήδες.
Κατά τα άλλα περάσαμε μια ωραία βραδιά, κερασμένη από την καφετζού, παρά τις ζωηρές μας αντιρρήσεις.
Παραμονές Χριστουγέννων της ίδιας χρονιάς, μετατέθηκα στο Κιλκίς.
Ένα πρωινό Κυριακής, μετά από διασκέδαση και ξενύχτη, στα περίφημα «Σκαλοπάτια» του Παυλάκη, βρέθηκα, πρώτη φορά στο εστιατόριο του Παλαιολόγου για κοτόσουπα.
Νωρίς ήταν, άδειο το εστιατόριο της 21η Ιουνίου και μόλις κάθισα πλησίασε στο τραπέζι ένας μεσήλικας για παραγγελία, κοντούλης, λεπτός, σβέλτος, νευρώδης, ζόρικος τύπος μου φάνηκε.
-Κοτόσουπα σήμερα δεν έχει, αλλά θα σου φέρω μαγειρίτσα Παλαιολόγου, που θα γλύφεις τα δάχτυλά σου, είπε ορθά κοφτά, χωρίς να σηκώνει αντίρρηση στην πρόταση του.
Πραγματικά η μαγειρίτσα ήταν ανεπανάληπτη.
Πριν προλάβω όμως να ζητήσω λογαριασμό, ο κύριος Παλαιολόγου έφερε στο τραπέζι μεζεδάκια στην πιατέλα και ένα καλό κρασί με δυο κολονάτα ποτήρια, κάθισε, χωρίς να ζητήσει άδεια, απέναντί μου και πήρε το λόγο μόνος του.
-Δεν με γνωρίζεις βέβαια, καινούργιος είσαι, εγώ όμως άκουσα για σένα από το περασμένο καλοκαίρι και ας μην ανταμώσαμε άλλη φορά. Είμαι ο Βασίλης Παλαιολόγου και για σένα έμαθα ότι είσαι ο αστυνόμος που έσωσε τα παιδιά μου και την παρέα τους, στο πανηγύρι του Δίβουνου τον Ιούνιο. Ευτυχώς που ήσουν εκεί και δεν έπαθαν τίποτε, κανείς τους δεν θα γλύτωνε. Παλαβοί μπορεί να είναι αυτοί, κουβαλώντας όπλα, αλλά θα βλέπανε και θα μαθαίνανε πόσο τρελός είμαι και εγώ. Με τα Enfield εκείνοι, με το μυδράλιο εγώ και όποιον πάρει ο χάρος.
Είπε και βρόντηξε, ο μετέπειτα πολύχρονος φίλος μου Βασιλάκης, έσπασε ένα μειδίαμα ικανοποίησης, εννοώντας, «μη με βλέπεις μικροκαμωμένο και ψεύτικο, λιοντάρι είμαι», γέμισε τα ποτήρια και αναγκαστικά ήπιαμε πρωί πρωί στην γνωριμία μας και στην υγειά μας, απολαμβάνοντας τα μοναδικά μεζεδάκια, υπό το βλέμμα και το χαμόγελο της Παλαιολογίνας, της κυρίας Μαρίας, ακούγοντας και μαθαίνοντας, σαν παραμύθι, αρκετά από τα «κατορθώματά του» .
Μπορούσα να κάνω και διαφορετικά; Το μυδράλιο σκέφτηκα…και υπάκουσα.
Βέβαια εκείνο το πρωινό δεν έβαλε το ποτήρι στο κεφάλι, αυτό το άφησε για μια άλλη φορά, όπως τόσες και τόσες φορές το έκανε σε ώρες γλεντιού.