Τετάρτη, 22 Μαΐου 2024, 5:08:18 πμ
Παρασκευή, 09 Μαϊος 2008 05:14

"Όταν οι άγγελοι πέθαιναν στη Σμύρνη"

Δυο αδερφοποιτοί, ο Αλέξης και ο Χασάν, βλέπουν τους δρόμους τους να τους φέρνουν σε αντίπαλα μετερίζια. Και δίνουν υπόσχεση όποιος σκοτώσει τον άλλον να του κλείσει τα μάτια. Δυo ερωτευμένα παιδιά σπαράζουν από την απελπισία όταν η κοπέλα αναγκάζεται να τουρκέψει. Κι ο Μουσταφά, ο Τουρκοκρητικός που δεν έχει ξεχάσει την τσικουδιά και τις μαντινάδες, ρίχνεται με το μαχαίρι του στους τσέτες για να σώσει την Αγγελικούλα κραυγάζοντας «Μουσουλμάνος είμαι, μπρε, μα την Παναγιά...».
 Ο θάνατος τη λυτρώνει, όταν αμέτρητες νεαρές παρθένες βιάζονται μέσα στις εκκλησίες. Όλη η τραγωδία της Μικρασιατικής Καταστροφής μέσα από τις ζωές απλών ανθρώπων, Ελλήνων και Τούρκων, τα μίση, τα πάθη και τις συμφορές τους. Και ένα συνταραχτικό ντοκουμέντο: Ο Κεμάλ παρακολουθεί αδιάφορος την πυρκαγιά της Σμύρνης, πίνοντας ρακή συντροφιά με την ερωμένη του. Κι όταν ο Ισμέτ Ινoνού τού ζητά να στείλει στο στρατοδικείο τον Νουρεντίν, τον Νέρωνα της Σμύρνης, διατάζει... να ρίξουν την ευθύνη στους Έλληνες.

Γ. Καψής
Ο Γιάννης Π. Καψής γεννήθηκε στην Αθήνα το 1929, αλλά οι ρίζες του, που φτάνουν στην Αγία Παρασκευή του Τσεσμέ, τον έκαναν να νιώθει από μικρός σαν γέννημα θρέμμα της Μικρασίας. Η αγάπη του αυτή εκδηλώθηκε με το πρώτο του βιβλίο, Χαμένες Πατρίδες, που εκδόθηκε το 1960 και έκτοτε επανεκδίδεται, μέχρι και σήμερα, σε αλλεπάλληλες εκδόσεις, έχοντας πλησιάσει τις 100.000 αντίτυπα. Ακολούθησε αργότερα η Μαύρη Βίβλος, μια συγκλονιστική συλλογή των καταθέσεων των θυμάτων της Καταστροφής, και με το καινούριο βιβλίο του συμπληρώνει τη μικρασιατική τριλογία του, δίνοντας μια ολοκληρωμένη εικόνα της πιο τραγικής σελίδας της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας. Ακολουθώντας το επάγγελμα του πατέρα του, μπήκε από την εφηβική ηλικία στη δημοσιογραφία και, ξεκινώντας από βοηθός αστυνομικού ρεπόρτερ, ασχολήθηκε με όλα σχεδόν τα είδη του ρεπορτάζ. Μετά την αποφοίτησή του από το πανεπιστήμιο, δοκίμασε για λίγο τη δικηγορία ως ασκούμενος, αλλά δεν τον τράβηξε. Αφιερώθηκε αποκλειστικά στη δημοσιογραφία, και το 1958 ανέλαβε αρχισυντάκτης του Έθνους μέχρι το 1970, οπότε καταδικάστηκε από το στρατοδικείο της χούντας. Ταυτόχρονα εργαζόταν ως βοηθός ανταποκριτής του Time. Μετά την αποφυλάκισή του εργάστηκε ως β΄ αρχισυντάκτης στο Βήμα και στη συνέχεια ως διευθυντής στον Ταχυδρόμο. Επιστρέφοντας από το Λονδίνο, όπου είχε καταφύγει μετά τα γεγονότα του Πολυτεχνείου, ανέλαβε διευθυντής της εφημερίδας Τα Νέα. Τον Απρίλη του 1982 ορκίστηκε υφυπουργός Εξωτερικών και αργότερα υπουργός αναπληρωτής Εξωτερικών.