Σάββατο, 13 Απριλίου 2024, 7:23:12 πμ
Τρίτη, 08 Ιουνίου 2010 17:04

Παρουσίαση Μελέτης του Γιάννη Αγτζίδη για την εφημερίδα «Κόκκινος Καπνας»

kapnas


Με δύο πολύ σημαντικές παρουσιάσεις γνωστοποιήθηκε η έκδοση του βιβλίου του ιστορικού Βλάσης Αγτζίδη με τίτλο ««Η εφημερίδα ‘Κόκινος Καπνας’ και ο ελληνισμός του Καυκάσου (1932-1937)», που εκδόθηκε πρόσφατα από τις Εναλλακτικές Εκδόσεις. Η εφημερίδα αυτή  εκδιδόταν στο σοβιετικό Καύκασο κατά το Μεσοπόλεμο. Είναι ένα από τα λίγα τεκμήρια ενός μοναδικού ιστορικού πειράματος που διασώθηκαν.Σχετίζεται με τη διαμόρφωση του σημαντικού σοβιετικού ελληνισμού, πλήρως αυτονομημένου από την Ελλάδα και σε σύγκρουση με το ιδεολόγημα της "μητέρας-πατρίδας".  Ενός ελληνισμού που συγκροτήθηκε τότε σ’ ένα ιδιαίτερο ελληνικό κέντρο, απέκτησε εσωτερική ζωή και ενδιαφέρουσες δομές, υπήρξε το καταφύγιο και το αποκούμπι των κυνηγημένων αριστερών από την "αστική Ελλάδα", συνομίλησε ισότιμα με το σοβιετικό περιβάλλον,  υλοποίησε τις πλέον προχωρημένες ιδέες του ελληνικού δημοτικισμού
Α) Η εκδήλωση στον Ιανό
Η πρώτη εκδήλωση έγινε στο βιβλιοπωλείο «Ιανός» της Αθήνας στις Παρασκευή 7 Μαϊου, 8.00 μ.μ. με ομιλητές τους:
-Κωσταντίνος Σβολόπουλος, ιστορικός, πρόεδρος της Ακαδημίας Αθηνών
-Σεραφείμ Φυντανίδης, δημοσιογράφος, τ. διευθυντής της Ελευθεροτυπίας
-Γιάγκος Ανδρεάδης, καθηγητής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο
-Χρήστος Γαλανίδης, πρόεδρος Επιτροπής Ποντιακών Μελετών.

Παρέμβαση Κωσταντίνου Σβολόπουλου  (ιστορικός, πρόεδρος της Ακαδημίας Αθηνών)
«Ήθελα να επισημάνω 5 σημεία που έκαναν ιδιαίτερη εντύπωση από το βιβλίο….
Το πρώτο είναι ότι οφείλει  να εξαρθεί ως πολύτιμο επιστημονικό κεκτημένο η άκρα πρωτοτυπία της έρευνας του κ. Αγτζίδη. Λέγω άκρα, γιατί πράγματι όλα τα βασικά στοιχεία που συνθέτουν την μελέτη του δεν είναι απλώς πρωτότυπα, αλλά έχουν ανακαλυφθεί από τον ίδιο.
Τα 270 από τα 310 φύλλο της εφημερίδας Κόκινος Καπνάς μεταξύ των ετών 1932 και 1937, εντοπίστηκαν και φωτογραφήθηκαν από τον ίδιο στο ιστορικό Αρχείο της πόλης Σοχούμι στην Αμπχαζία του Καυκάσου. Έχει αποδειχτεί η πρωτοβουλία αυτή κατά μείζονα λόγο εποικοδομητική εφόσον στη διάρκεια των πολεμικών γεγονότων της περιόδου 1992-1993 το αρχείο καταστράφηκε και αν δεν είχε γίνει η φωτογράφιση θα είχε χαθεί οριστικά μια τέτοια πολύτιμη μαρτυρία. Είναι αξιοθαύμαστη η ενέργεια του Βλάση Αγτζίδη να διασώσει το αρχειακό αυτό υλικό υπερβαίνοντας μυθιστορηματικές δυσχέρειες.
Το δεύτερο που θα ήθελα να παρατηρήσω είναι ότι η συστηματική μελέτη του Τύπου ως πρωτογενούς πηγής έχει καθυστερήσει στη χώρα μας. Η μελέτη κατά συνέπεια του Βλάση Αγτζίδη προσφέρει μια πολύτιμη υπηρεσία στην ιστορική έρευνα και υπό αυτήν την έννοια. Ο Τύπος αποτελεί καθοριστικό φορέα στη συγκρότηση της ιστορικής πραγματικότητας. Κυρίως όμως, προσφέρεται παράλληλα, και ως μαρτυρία γι αυτή τη διάπλασή της. Η μελέτη του Κόκκινου Καπνά, συντελεί και προς τις δύο αυτές κατευθύνσεις. Όταν μάλιστα αξιοποιείται σ’ αυτό τον βαθμό και μ’ αυτό τον τρόπο  η συμβολή της. Εξετάζεται πράγματι τόσο η πηγή καθ’ εαυτήν,  τα τεχνικά της χαρακτηριστικά, η δομή της, η ιδεολογία που εκφράζει, όσο και με αφετηρία τα όσα στοιχεία παρέχει η πολιτική, οικονομική, κοινωνική, και πνευματική κατάσταση του ελληνισμού στην περιοχή του Καυκάσου μεταξύ των ετών που προαναφέραμε. Θα ήταν εξάλλου εύλογο, να αποτιμηθεί η μαρτυρία του εντύπου αυτού για όσα γεγονότα συνέτρεχαν και στον ευρύτερο χώρο της Ελλάδας και της Σοβιετικής Ένωσης.
Αρκεί το απλό φυλλομέτρημα του βιβλίου για να διαπιστωθεί η άκρως επιμελημένη διερεύνηση και η αξιοποίηση από τον συγγραφέα των πλούσιων  πληροφοριών της συγκεκριμένης πηγής προς κάθε κατεύθυνση. Αυτά για τον Τύπο!
Το τρίτο σημείο  είναι το εξής, ότι έχει ευρύτερα επικρατήσει ότι η εθνική συνείδηση συνέχεται άμεσα με τη διατήρηση της εθνικής γλώσσας. Η περίπτωση των Ελλήνων Ποντίων της Σοβιετικής Ένωσης τείνει να διαφοροποιήσει μερικά τη σχετική άποψη καταδεικνύοντας ότι είναι ενίοτε δυνατή η διατήρηση της πολιτιστικής συνείδησης  χωρίς να διατηρηθεί παράλληλα και σε κάθε περίπτωση και η γλώσσα.
Το τέταρτο σημείο, έγκειται στην υπογράμμιση των αρετών του Βλάση Αγτζίδη, υπογραμμίζοντας αυτές τις αρετές επιτρέψτε μου να εισέλθω σε μια θεμελιώδη αρετή του ως ιστορικού συγγραφέα. Τον συνδυασμό της βαθειάς γνώσης του θέματος με την προφανή ικανότητα να διατυπώνει ένα λιτό, περιεκτικό, επιστημονικό λόγο, αποφεύγοντας τις συναισθηματικές παρορμήσεις.
Τέλος, η συμβολή του Βλάση Αγτζίδη, προσλαμβάνει ιδιαίτερη σημασία αν ληφθεί ακόμα υπ’όψη ένα έλλειμμα βαρύνουσας σημασίας για την ιστορική θεώρηση της νεότερης ελληνικής ιστορίας: Την επικέντρωση στις ενδοελληνικές, ενδοελλαδικές εξελίξεις. Έως μάλιστα στα  μέσα της δεύτερης πεντηκονταετίας του 20ου αιώνα,    οπότε αφυπνίστηκε ένα πρώτο ενδιαφέρον. Μεγάλα τμήματα του ελληνισμού έως τότε ζούσαν στην Κωσταντινούπολη, τη Μικρά Ασία, τον Πόντο, στην Κύπρο στη διασπορά. Στη Βόρεια Αμερική, στην Αυστραλία, στην ευρωπαϊκή ήπειρο και στη συγκεκριμένη περίπτωση στη Σοβιετική Ένωση. Ο συγγραφέας μάλιστα καταθέτει τις διαπιστώσεις του -με τις οποίες συμφωνώ απολύτως- ότι:  «σε καμιά περίπτωση το σοκ δεν έφτασε την ένταση που μου δημιούργησε η συνάντηση με τον ποντιακό ελληνισμό της Σοβιετικής Ένωσης.» Ποιός είναι ο λόγος του ιστορικού ελλείμματος  στην ιστορική γνωση; Σ’ λενα κομμάτι του βιβλίου αναφέρονται οι λόγοι: «Δεν θα ήταν υπερβολικό να πούμε ότι όχι μόνο για την ελληνική ιστοριογραφία, αλλά και για το κράτος και για την κοινή γνώμη της Ελλάδας, ο Ποντιακός ελληνισμός υπήρξε μια ακόμη αγνοούμενη ήπειρος, όπως συμβαίνει επίσης, με διαφορετικό έστω τρόπο με τον ελληνισμό των Ηνωμένων πολιτειών, στον οποίο , ενώ το αγνοούμε, προστρέχουμε σε κάθε αναποδιά και επίσης με τον ελληνισμό της Κύπρου, αλλά και με άλλες περιπτώσεις. Ο λόγος είναι πιστεύω μια κρατιστική αντίληψη των εθνικών όπως και των κοινωνικών θεμάτων, η οποία , εννοείται, αποδυναμώνει σε καθοριστικό βαθμό το κράτος προκαλώντας μια βαθιά ζημιά που βέβαια δεν μπορεί να επουλωθεί από τα τετριμμένα στερεότυπα περί απόδημων. Στα θεμέλια της αντίληψης αυτής βρίσκεται, παρά τις περί του αντιθέτου δηλώσεις, η αδυναμία του ελληνικού κράτους και της ελληνικής ιθύνουσας τάξης να ενσωματώσει στη σχεδίαση της πολιτικής της οτιδήποτε ξεφεύγει από τα στενά όρια της κρατικής εξουσίας και κατ' εξοχήν την πολιτιστική παράμετρο, η οποία μπορεί και πρέπει να λειτουργεί, ακόμη ή κυρίως όταν όσοι συνεχίζουν να μετέχουν του ελληνικού πολιτισμού είναι με την θέλησή τους ενσωματωμένοι σε άλλες κρατικές οντότητες.»

Η παρέμβαση του Σεραφείμ Φυντανίδη (δημοσιογράφου, τ. διευθυντή της «Ελευθεροτυπίας»)
Ερευνώντας τα ίχνη ενός χαμένου Ελληνισμού, άγνωστου στους άλλους Έλληνες, ο Βλάσης Αγτζίδης έφτασε κάποτε στη μακρινή – όχι τόσο γεωγραφικά, όσο γνωστικά  – περιοχή του Καυκάσου. Και ανακάλυψε κάτι πολύ σπάνιο: Μια εφημερίδα που έβγαινε στα ελληνικά από Έλληνες, ώσπου την "πήραν μπάλα" οι σταλινικές εκκαθαρίσεις του τέλους της δεκαετίας του ’30. Αυτοί που είχαν την ευθύνη της εκτελέστηκαν ή εξορίστηκαν στα βάθη της Σιβηρίας και το τυπογραφείο τους ρίχθηκε στα βάθη της Μαύρης Θάλασσας.
Το έγκλημά της; Ήταν μια εθνοτική εφημερίδα. Και μολονότι οι εκδότες της ήταν γνήσιοι κομμουνιστές, θεωρηθηκαν προδότες του σοσιαλισμού και της Σοβιετικής Ένωσης.
Ο Βλάσης Αγτζίδης ανακάλυψε πριν από αρκετά χρόνια στο Σοχούμι το κρυμμένο αρχείο αυτής της σπάνιας εφημερίδας: Κόκινος Καπνας ο τίτλος της, δηλαδή καπνεργάτης, ο οποίος παρουσιάζει μια ορθογραφικη πρωτοτυπία.

Η παρέμβαση του Γιάγκου Ανδρεάδη (καθηγητής στο Τμήμα Επικοινωνίας,Μέσων και Πολιτισμού, Πάντειο Πανεπιστήμιο)
«Το βιβλίο που ακολουθεί είναι από τα κείμενα που κανείς τα διαβάζει με σπαραγμό. Όχι τυχαία ο συγγραφέας του, ο μαθηματικός και ιστορικός Βλάσης Αγτζίδης, έχει γράψει σε άλλο κείμενό του ότι η ιστορία του ελληνισμού της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, όπως και η ιστορία του ελληνισμού της Κύπρου απωθείται είτε διεκπεραιώνεται με καθησυχαστικά στερεότυπα από το μεγαλύτερο μέρος της ελληνικής ιστοριογραφίας. Και στις δύο περιπτώσεις έχουμε να κάνουμε με τραυματικές, αιμάσσουσες μνήμες και ακόμη με γεγονότα που ακόμη και η απλή τους εξιστόρηση απαιτεί την ανατροπή των σταθερών μας και την βαθιά ανασκευή των εργαλείων της σκέψης μας, αν όχι και των συντεχνιακών ισορροπιών που προώθούνται υπό το προσωπείο  της επιστημονικής αντικειμενικότητας.
Ποιά είναι η ιστορία του "Κόκκινου Καπνά" που φέρνει στο φως ο συγγραφέας; Πρόκειται για την ιστορία ενός εντύπου που εκδίδεται από έλληνες κομμουνιστές των ποντιακών περιοχών της Σοβιετικής Ένωσης σχεδόν αμέσως μετά την επικράτηση των μπολσεβίκων και μέχρι τα κύματα των σταλινικών εκκαθαρίσεων του 1936 και του 1938 που έδωσαν τα πρώτα μαζικά πλήγματα στον ελληνισμό που ζούσε για χιλιετίες στα βόρεια παράλια του Ευξείνου Πόντου. Ο  Αγτζίδης εντόπισε το αρχείο της εφημερίδας, προχώρησε πρώτα στην φωτοτύπησή του και στη συνέχεια,  το διέσωσε και το μετέφερε με την μορφή μικροφίλμ στην Ελλάδα….»
Β) Η δεύτερη βιβλιοπαρουσίαση έγινε στην Καλλιθέα Αττικής στις 27 Μαϊου και διοργανώθηκε από τους νέους πρόσφυγες από την πρώην ΕΣΣΔ. Εκείνων,  που οι γονείς και οι παππούδες συμμετείχαν λίγα χρόνια μετά τη Γενοκτονία του Πόντου σ’ εκείνο το θαυμαστό ελληνο-σοβιετικό πείραμα, πριν γίνουν βορά του σταλινικού Μολώχ το 1937-1938, πριν εξοντωθεί η διανόησή τους στα γκουλάγκ και ο πληθυσμός  μεταφερθεί  ως δουλοπάροικος στις στέπες της Κεντρικής Ασίας το 1949.
Στην εκδήλωση της Καλλιθέας ο Γιώργος Γρηγοριάδης, ερευνητής της ιστορίας της ελληνικής κοινότητας της πόλης Σοχούμι του Καυκάσου, όπου εκδιδόταν κατά τη δεκαετία του ’30 η εφημερίδα «Κόκινος Καπνας». Ο Γρηγοριάδης,μεταξύ άλλων, ανάφερε:
«Τέλη της δεκαετίας του 1980 έρχεται στο Σουχουμ μια ομάδα νέων  από την Αθήνα μεταξύ των οποίων ήταν και ο Βλασσης Αγτζιδης και ανακαλύπτουν στα κρατικά αρχεία της Αμπχαζιας την εφημερίδα αυτή , δηλαδή τα τεύχη από το 1932 έως το 1937. Κατόπιν ο Αγτζίδης  κάνει σημαντική μελέτη , αναλύοντας επιστημονικά  όλες τις πτυχές της εφημερίδας σαν αποτέλεσμα της οποίας είναι το διδακτορικό του το οποίο υποστήριξε το 1996 και  φέτος μας παρουσιάζει το καινούριο του βιβλίο
``Ο Κόκκινος Καπνας και ο Ελληνισμός του Καυκάσου``.

Σκοπός της εργασίας αυτής όπως τον αναφέρει και ο ίδιος είναι η αναλυτική παρουσίαση της συγκεκριμένης ελληνικής εφημερίδας η οποία εκδιδόταν στο Σουχουμ του Καυκάσου, σε δυο επίπεδα. Το πρώτο αφορά την εφημερίδα καθαυτή. Δηλαδή τεχνικά χαρακτηριστικά , ανάλυση δομής, ιδεολογική ανάλυση κτλ. Το δεύτερο επίπεδο αφορά τη διερεύνηση της πνευματικής και οικονομικής δραστηριότητας καθώς και της ιδεολογικής κατάστασης του ελληνισμού στην περιοχή του Καυκάσου από το 1932 έως το 1938….

Η εφημερίδα ``Κόκινος Καπνας``, δηλαδή Κόκκινος Καπνεργάτης  πρωτοεμφανίστηκε με την επωνυμία ``Κομμουνιστής``  τη 17-η Ιουνίου του 1932 στην πόλη Σουχούμ. Από το έκτο φίλο της άλλαξε την ονομασία σε ``Κόκινος Καπνας`` . Αρχικά ήταν εβδομαδιαία εφημερίδα και αργότερα από το 1937 έβγαινε κάθε 3 μέρες.

Εκδιδόταν ως όργανο του περιφερειακού  Κομιτάτου του Κομμουνιστικου κόμματος της Γεωργίας  και της Κεντρικής Εκτελεστικής επιτροπής της ΑΣΣΔ της Αμπχαζίας.

Ήταν μια σημαντική εφημερίδα της εποχής εκείνης στην ελληνική γλώσσα.
Εκείνο τον καιρό στην πρωτεύουσα της Αμπχαζίας- πόλη Σουχουμ εκδίδονταν δέκα εφημερίδες και τρία περιοδικά σε  γλώσσες τοπικού πληθυσμού – ρωσική, αμπχαζική , ελληνική και γεωργιανή γλώσσες, από τις οποίες οι κυριότερες ήταν η Σοβετσκαγια Αμπχαζια στα ρωσικά, ο Απσνυ Κάπς ( δηλ. Κόκκινη Αμπχαζία) στα Αμπχαζικα και ο Κόκκινος Καπνας.στα ελληνικά.

Όσον αφορά τη γλώσσα της εφημερίδας ο «Κόκινος Καπνας»  είχε υιοθέτηση εξαρχής τη δημοτική γλώσσα.  Η εφημερίδα  χρησιμοποιούσε την ακραία  μορφή δημοτικής γλώσσας εμπλουτισμένη σε εισαγωγικά  με νεολογισμούς από της νέες και παλιές λέξεις της Ρωσικής γλώσσας, που ήταν χαρακτηρίστηκες εκείνης της περιόδου. Ήταν η μόνη εφημερίδα της Σοβιετικής Ένωσης η οποία χρησιμοποιούσε τη δημοτική χωρίς καμία παρέκκλιση.  Η γλώσσα του ΚΚ-να βρισκόταν σε δυναμική εξέλιξη , όπως φαίνεται και από το διάλογο για το γλωσσικό ζήτημα που είχε ανοίξει στις στήλες της εφημερίδας.»