Το κορίτσι φέρεται να έφυγε από το σπίτι του και κατόπιν εισαγγελικής εντολής, αποφασίστηκε να παραμείνει προσωρινά στο Γενικό Νοσοκομείο Κιλκίς μέχρι να βρεθεί χώρος σε κατάλληλη δομή παιδικής προστασίας. Ωστόσο, μέχρι στιγμής κάτι τέτοιο δεν έχει καταστεί δυνατό, γεγονός που αναδεικνύει το χρόνιο πρόβλημα της έλλειψης διαθέσιμων δομών φιλοξενίας για ανηλίκους που βρίσκονται σε κατάσταση ανάγκης.
Η 15χρονη φιλοξενείται σε ξεχωριστό θάλαμο της Παιδιατρικής Κλινικής, ενώ την επιτήρησή της έχουν αναλάβει σε 24ωρη βάση αστυνομικοί. Σύμφωνα με πληροφορίες, το κορίτσι δεν φέρει τραύματα ούτε νοσηλεύεται για ιατρικούς λόγους, η παρουσία της στο νοσοκομείο σχετίζεται αποκλειστικά με την ανάγκη προσωρινής στέγασής της.
Η υπόθεση ήρθε στο προσκήνιο μετά από παρέμβαση της Ένωσης Αστυνομικών Υπαλλήλων Κιλκίς, η οποία επισημαίνει ότι αστυνομικοί καλούνται να εκτελούν καθήκοντα «προστατευτικής φύλαξης» ανηλίκων σε χώρους και συνθήκες που δεν είναι κατάλληλες για τέτοιες περιπτώσεις.
Πρόκειται για μια πρακτική που δεν είναι πρωτοφανής. Αντίστοιχα περιστατικά συμβαίνουν κατά καιρούς και δεν πρόκειται για μεμονωμένο συμβάν, αλλά για μια λύση ανάγκης που επαναλαμβάνεται όταν το σύστημα παιδικής προστασίας δεν διαθέτει άμεσα διαθέσιμες θέσεις φιλοξενίας.
Το πρόβλημα, ωστόσο, δεν αφορά μόνο τον χώρο παραμονής του παιδιού. Ένας νοσοκομειακός θάλαμος δεν μπορεί να υποκαταστήσει ένα ασφαλές περιβάλλον φιλοξενίας, ούτε να προσφέρει την ψυχολογική υποστήριξη και τη φροντίδα που χρειάζονται παιδιά που έχουν βιώσει δύσκολες οικογενειακές συνθήκες. Σε τέτοιες περιπτώσεις απαιτείται παρέμβαση κοινωνικών λειτουργών, ψυχολόγων και εξειδικευμένων δομών παιδικής προστασίας, ώστε οι ανήλικοι να μπορέσουν να σταθεροποιηθούν σε ένα υποστηρικτικό περιβάλλον.
Παράλληλα, η κατάσταση δημιουργεί σημαντικές πιέσεις και στις αστυνομικές υπηρεσίες. Σε ένα ήδη υποστελεχωμένο πλαίσιο λειτουργίας, αστυνομικοί δεσμεύονται επί ημέρες σε καθήκοντα επιτήρησης, απομακρυνόμενοι από τις επιχειρησιακές τους υποχρεώσεις.
Το ζήτημα όμως είναι και ουσιαστικότερο. Οι αστυνομικοί δεν είναι κοινωνικοί λειτουργοί, ούτε παιδοψυχολόγοι. Δεν διαθέτουν την εξειδικευμένη εκπαίδευση για να διαχειριστούν παιδιά που έχουν βιώσει κακοποίηση, οικογενειακές συγκρούσεις ή άλλες τραυματικές εμπειρίες.
Η συγκεκριμένη υπόθεση φέρνει στο προσκήνιο ένα βαθύτερο κοινωνικό ζήτημα. Την περιορισμένη διαθεσιμότητα δομών παιδικής προστασίας και την καθυστέρηση στην άμεση απορρόφηση παιδιών που βρίσκονται σε καθεστώς προστασίας. Όσο η Πολιτεία δεν ενισχύει τις δομές φιλοξενίας, τέτοιες περιπτώσεις θα συνεχίσουν να αντιμετωπίζονται με προσωρινές και ακατάλληλες λύσεις, που δεν καλύπτουν ούτε τις ανάγκες των παιδιών ούτε τις δυνατότητες των υπηρεσιών που καλούνται να διαχειριστούν αυτές τις ευαίσθητες υποθέσεις.



