Η σκηνή όπως αντιληφθήκατε διαδραματίζεται σε αίθουσα τράπεζας. Τράπεζας του Κιλκίς πριν λίγες, ελάχιστες, μέρες.
Ο νιούτσικος πελάτης δεν είναι κανένας χίπις, κάποιος ατημέλητος, να του πεις άντε πέρα ρε…
Κανονικός κύριος. Μπήκε στην τράπεζα, καλημέρισε τους γνωστούς, ευγενής και προσηνής, στάθηκε στην ουρά και προπάντων, κράτησε αποστάσεις. Σου λέει, μακριά από τον ιό για να χαρούμε τα νιάτα μας. Και να προστατεύσουμε δικούς και ξένους.
Ο παππούς πάλι ακριβώς ...απέναντι. Ξινισμένα μούτρα, κατεβασμένη μούρη, έτρεξε στην ουρά με μόνη έννοια να τελειώσει ΑΥΤΟΣ στα γρήγορα τη δουλειά του.
Θυμάστε πως σπρώχνανε κάποτε οι πισινοί τους μπροστινούς στα λεωφορεία του ΟΑΣΘ; Ή πως τρώγαμε ενίοτε στη Λέσχη της Θεσσαλονίκης όταν σώνονταν το μηνιάτικο του μπαμπά και πενίας ένεκεν στηνόμασταν στην ουρά μαζί με συναδέλφους μπατιροτουρίστες της οικουμένης και όλοι μαζί, μια ανθρώπινη μάζα σπρώχναμε για να βρεθούμε μπροστά στο καζάνι με τον αρακά;
Κάπως έτσι κι ο παππούς. Τόσο βιαστικός ήταν. Και σιγά σιγά κόλλησε στο σβέρκο του νιούτσικου έτσι για να πιέσει, να φτάσει γρήγορα στο γκισέ.
Ναι αλλά ο νιούτσικους δεν ήταν κανένα μάμαλο. Είχε μεν τρόπους, αλλά δεν του έλλειπε και η φωνή.
Σας παρακαλώ κύριε, κρατήστε τις αποστάσεις, φώναξε. Ευγενικά μεν, αλλά φώναξε.
Σε εμένα λες να κρατήσω αποστάσεις; ρώτησε σχεδόν προσβεβλημένος ο παππούς.
Ναι, σε εσάς το λέω κύριε, επέμεινε θαρρετά ο νέος.
Και γιατί να κρατήσω απόσταση; ξανά ο παππούς.
Μα, δεν γνωρίζετε τον κίνδυνο μετάδοσης του κορονοϊού; απάντησε σχεδόν οργισμένος με την απάθεια του παππού ο νιός.
Ρε άντε πέρα που θα μου πεις ότι θα σου κολλήσουμε και τον ιό. Άντε στο διάολο….
Και λόγο στο λόγο ο παππούς που δεν ήταν τακτικός θαμώνας γαλλικών σαλονιών, αλλά αψύς και αλέγρος θυμήθηκε αυτά που του έλεγαν οι δάσκαλοί του, πως οι μικροί πρέπει να υπακούν στους μεγαλύτερους. Και όπου δεν πίπτει λόγος πίπτει ράβδος.
Και κάνει μια ο παππούς και ρίχνει ένα φούσκο στο νεαρό, ένα μπάτσο που άστραψε η αίθουσα.
Εν τω μεταξύ είχαν συναχτεί γύρω από το θέατρο της αντιπαράθεσης πελάτες και μετά το μπάτσο ταράχτηκαν και οι υπάλληλοι.
Κι όλοι περίμεναν πως θα αντιδράσει ο νεαρός. Κι ο παππούς είχε ξεσαλώσει. Κι ετοιμαζόταν να δώσει και δεύτερο φούσκο.
Οπότε ο νιούτσικος είπε να πάρει την κατάσταση στα χέρια του. Διότι κι ο ίδιος είχε δάσκαλο. Αλλά από το γνωμικό του συναδέλφου του πριν μισό αιώνα ενστερνιζόταν μόνο το μισό. «Όπου δεν πίπτει λόγος, πίπτει ράβδος»
Σηκώνει λοιπόν το δεξί του και αμολάει ένα κροσέ, α λα Τάισον. Του ήρθε ο ουρανός σφοντύλι του παππού. Σωριάστηκε στο έδαφος. Ένα διαπεραστικό ωωοοοο, ακούστηκε κι έσπευσαν πελάτες και υπάλληλοι να σηκώσουν τον παππού.
Οι πλέον συνετοί τηλεφώνησαν στην Άμεσο Δράση.
Σε δυο λεπτά κατέφθασαν τα παιδιά της Αστυνομίας. Όταν μπήκαν μέσα ο παπούς ήταν ήδη όρθιος. Και σαν γερό σκαρί δεν χρειάστηκε παραπάνω από ένα δυο λεπτά για να συνέλθει.
Δεν το περίμενε ο δόλιος. Είχε εμπιστοσύνη και στα λόγια του δασκάλου του: Οι μικροί πρέπει να υπακούν στους μεγάλους. Στους μειζέτερους.
Δεν φανταζόταν πως επειδή πέρασαν τα χρόνια αλλοιώθηκαν και τα γνωμικά. Σφάλμα μέγα.
Οι αστυνόμοι αφού σιγουρεύτηκαν πως το θύμα είναι καλά, ξεκίνησαν την έρευνα. Ρώτησαν τι έγινε και σιγά σιγά οι θεατές της σκηνής τούς πληροφόρησαν με το νι και με το σίγμα. Πως ο παππούς κόλλησε, πως διαμαρτυρήθηκε ο νιος, πως ο αψύς παππούς αφού είπε τα λογάκια του άπλωσε και το χέρι του πρώτος…
Θα κάνετε μήνυση κύριε, ρώτησαν το ηλικιωμένο θύμα. Δηλαδή το ένα από τα δυο θύματα, διότι, είπαμε, μπάτσο ο παππούς, γροθιά ο νιος. Πάντως να ξέρετε, συνέχισαν, πως μήνυση μπορεί να κάνει κι ο άλλος κύριος, αυτός που σας χτύπησε, διότι τον χτυπήσατε πρώτος.
Όχι δεν θα κάνω μήνυση, απάντησε ο ηλικιωμένος. Και το θέμα από αστυνομικής πλευράς εθεωρήθη λήξαν.
Αλλά ο αστυνομικός τόλμησε να πει κι αυτός τον πόνο του. «βρε παιδιά, αφού δεν θα κάνατε μήνυση, γιατί μας καλέσατε;»
Τι το ήθελε. Κάποια κυρία, η οποία προφανώς θα είχε προηγούμενα -άντε μέρες που είναι να φάς και πρόστιμο από την Τροχαία, παραδείγματος χάριν- με την αστυνομία, την έπνιξε το δίκιο της. «Γιατί σας χαλάσαμε τον καφέ;» ρώτησε χαιρέκακα.
Τα παιδιά της αστυνομίας αποχώρησαν χωρίς να δώσουν συνέχεια.
Και εμείς γράφουμε προφανώς χωρίς να αποκαλύψουμε το ακριβές θέατρο της αναμέτρησης, για ένα και μόνο λόγο. Άντε δυο.
Αφ’ ενός να ευθυμήσουμε. Και αφ’ ετέρου να διαβάσει και να ενημερωθεί ο νιός (πρώτα θύμα κι ύστερα δράστης) πως ποινικώς δεν υφίσταται καμιά δίωξη. Διότι όταν ξάπλωσε τον παππού, φρονίμως ποιών εξαφανίστηκε δια τον φόβο των Ιουδαίων (της αστυνομίας).
Ας βγει από τον κρυψώνα του. Μην κάνει σαν εκείνους τους Γιαπωνέζους στρατιώτες του Β’ παγκοσμίου πολέμου που ακροβολισμένοι σε ζούγκλες σε νησιά του Ειρηνικού, εμφανίστηκαν στη δεκαετία του ’80 με τον φόβο πάντα μην τους σκοτώσουν οι Αμερικανοί.
Τον παππού να προσέχει μόνο. Και εν πάση περιπτώσει νιος άνθρωπος τι τη θέλει την φυσική παρουσία σε τράπεζα; Δεν έμαθε για το e-banking;
Κυριακή, 26 Ιουλίου 2020 23:40
Ο νιούτσικος με δεξί κροσέ ισοφάρισε το ...φούσκο του παππούλη
Να είναι Ιούλης μήνας να σκάει ο τζίτζικας κι εσύ 20 χρονώ παιδί πράμα να περιμένεις τη σειρά σου στο γκισέ… Αντί να είσαι παραλία με τη φραπεδιά σου, με το κορίτσι σου …
Και να έχεις και τον παππού σκαρφαλωμένο στην πλάτη σου γιατί βιάζεται… Και θέλει εξάπαντος να φτάσει γρήγορα στο γκισέ για να τελειώσει τη δουλειά.



