Για κάποιους είναι ελαφρύς σαν το πούπουλο, για κάποιους βαρύς σαν πέτρα και για κάποιους 'αλλους πατημασιά στο νερό, που δεν αφήνει πίσω της σημάδια. Πέλαγος και τέναγος μαζί είναι ο χρόνος. Μια αδιάσπαστη ενότητα που τέμνεται κάθετα από τα γεγονότα.
Η 12η ώρα της τελευταίας νύχτας ενώνει το πριν με το μετά σε μια ενιαία οντότητα, πάνω στην κόψη του σπαθιού του παλιού και του νέου χρόνου. Συλλογίζεσαι στιγμές που χρωμάτισαν τη ζωή σου με το άλικο χρώμα του καλοκαιρινού πρωινού και τα κίτρινα φύλλα του Φθινοπώρου. Κρατάς αναμνήσεις που έχουν γίνει βαθιές ουλές και στιγμές φωτεινές και συνεχίζεις της ζωής τη στράτα.
Δεκέμβρης, 31 του μήνα, μεσάνυχτα. Το 2026 μπαίνει στις ράγες του παλιού χρόνου και μονολογώντας λέει: «Βλέπω τα βήματά μου πάνω σε αυλακωμένα πρόσωπα και σε ξεθωριασμένες πατημασιές. Βλέπω τα χνάρια μου στη στάχτη των σβησμένων αστεριών και στη σκόνη των φτερών της πεταλούδας.
Βλέπω τους ωροδείκτες να αγκομαχούν σε δρόμους ανηφορικούς και τους φτωχούς να ζουν στα υγρά υπόγεια. Βλέπω τους αδικημένους και τους βολεμένους της ζωής. Βλέπω την αδικία δυναμωμένη και τη Δικαιοσύνη ταπεινωμένη να κλείνει ενάντια στο κακό να ήδη κλεισμένα μάτια της.
Βλέπω τον ανθό της πατρίδας μου ξενιτεμένο και τον γερασμένο πληθυσμό της μαραμένο. Βλέπω την Γκρέκα μάνα να θρηνεί γονατισμένη στα Τέμπη και τη δημοκρατία στην προκρούστεια κλίνη τσεκουρωμένη.
Βλέπω τους τα αρπακτικά του ΟΠΕΚΕΠΕ να δίνουν ρεσιτάλ άγνοιας σΕ απαξιωμένες εξεταστικές και τους κομπορρήμονες, ακτήμονες με πόρσε και φεράρι, να ειρωνεύονται δικαστές»!
Και, τότε, χαμηλώνω το κεφάλι μου για την ντροπή που έπνιξε την πατρίδα μου, όταν αναλογίζομαι τι απέμεινε από ό,τι ονειρεύτηκα, από ό,τι πίστεψα κι από ό,τι έθαψα μέσα μου. Και αίφνης μέσα στην απόλυτη αυτή σιγή μια ηλιαχτίδα, βαθιά από την ψυχή βγαλμένη, μου λέει:
«Μια νέα χρονιά ξεκινά. Η 12η ώρα του μεσονυχτίου είναι αφετηρία και σταθμός. Ένα νέο ξεκίνημα και μια νέα προσδοκία. Η αρχή και τέρμα στον κύκλο της ζωής συμπίπτουν. Ξεχώρισε τις «διαβατάρικες» από τις μόνιμες στιγμές και συνέχισε το αναμέτρημά σου με τον χρόνο, πλέον πιο οπλισμένος.
Η αλλαγή του χρόνου είναι ταυτόχρονα αφετηρία και σταθμός. Είναι ανάμνηση και προσδοκία. Μια σελίδα που έχει κλείσει κι ένα νέο κεφάλαιο που μόλις έχει ανοίξει.
Οι πιο βαριές αποσκευές σου στο ταξίδι σου με τον χρόνο είναι οι μνήμες που σε πληγώνουν και οι πιο ελαφριές οι χαρές από μέρες που δεν οξειδώθηκαν, γιατί ζυμώθηκαν με φως και αγάπη.
Κυλά ο χρόνος άλλοτε αργά και άλλοτε γοργά, μετρώντας ασπρόμαυρες φωτογραφίες. «Στέκεται» σε γεύσεις από αλλοτινές εποχές, απαριθμεί χαρές και χίμαιρες και χάνεται στα σοκάκια της καβαφικής Πόλης.
Κι εσύ ένας διαβάτης καθημερινός ιχνηλατείς παλιές πατημασιές, κουβαλώντας θύμησες από εποχές που έσφυζε η ζωή από τα νιάτα σου, καθώς συλλογιέσαι πως δεν είναι ο χρόνος που φεύγει αλλά εσύ.
Ένα ταξίδι την πρωτοχρονιάτικη νύχτα η σκέψη σου στην ερημιά του πελάγους, στις ρούγες της πόλης και στη μοναξιά της μεγαλούπολης. Ένα ταξίδι στο φως και το σκοτάδι, στην ξέρα και την μπόρα, στους ορίζοντες της φυγής και τα βάθη της ψυχής.
Στο ταξίδι σου αυτό με το χρόνο μη φοβηθείς. Και μη δεθείς σαν τον Οδυσσέα σε κατάρτι. Απόλαυσε το τραγούδι των σειρήνων ελεύθερα. Κι αν από τη μαγεία του παρασυρθείς, μη φοβηθείς. Τη ζωή την ομορφαίνουν και τα λάθη.
Καλή χρονιά



