Τετάρτη, 28 Οκτωβρίου 2020, 6:32:59 μμ
Τρίτη, 06 Οκτωβρίου 2020 22:57

Η Αλίσια-Μαρίνα

Συντάκτης:

Γράφει ο Νίκος Κωνσταντινίδης, εκπαιδευτικός-συγγραφέας.

Σαν το πουλί που χάνεται στη σκιά του βουνού πετώντας, χάθηκε το αεροπλάνο, με προορισμό το Βορρά, μέσα στο μολυβένιο σύννεφο. Το βλέμμα της Αλίσιας - Μαρίνας, ακολουθώντας την πορεία του, σκόνταψε πάνω στην καταχνιά, την ώρα που η σιωπή ρίζωνε στην άκρη  των ματιών της  και ο ήλιος λιώνοντας το απομεσήμερο φώτιζε τη στράτα του ξενιτεμένου της.


Πέρα στον μακρινό ορίζοντα κάποια κουρασμένα σύννεφα έπαιζαν με τον άνεμο κυνηγητό την ώρα που ο πορφυρένιος ήλιος μπογιάτιζε το δειλινό σε χρώμα ρόδινο και  τα δέντρα γυμνά, σαν κρόσσια δαντελωτά, κρέμονταν στις άκρες του ουρανού, συμπληρώνοντας την εικόνα του φθινοπωρινού τοπίου…
 Πέρασαν οι καλοκαιρινές διακοπές με την ταχύτητα που βουνίσιου ελαφιού. Ο Φοίβος σαν τον αετό πέταξε ξανά στα ξένα, παίρνοντας μαζί του την ερημιά του ερωτευμένου, που ζει μακριά από το ταίρι του, μαζί με το αζύγιστο βάρος που το λένε νοσταλγία.
Ο αποχωρισμός από την αγαπημένη του ήταν ένας αποχαιρετισμός από το ίδιο το φως. Το πιο πικρό αντίο που είπε ο ήλιος στον ουρανό, καθώς  η κλαίουσα ιτιά αποχαιρετούσε το νερό του ποταμιού  και τα δάκρυα στα μάτια έλαμπαν κάτω από του φανοστάτη  το φως σαν κρύσταλλα…   
Ένας άγγελος αληθινός η Μαρία είναι και η ίδια για όσους γνωρίζουν καλά.  Ήρεμη σαν το απάνεμο λιμάνι και δροσερή σαν την  αύρα του καλοκαιριού. Με περπατησιά ανάλαφρη που υπάρχει μόνο στον κόσμο του παραμυθιού. Μια ζωγραφιά μαγευτική με τέλειους χρωματισμούς σε όλες τις αποχρώσεις.  
Με μαλλιά χυτά που χρυσίζουν στον άνεμο και χείλη που γνωρίζουν την τέχνη του χαμόγελου καλά. Με μάτια φωτεινά που αναδίνουν διπλάσιο φως από όσο αρμέγουν από τον ήλιο.
Μια αιθέρια ύπαρξη, που δεν χρειάζεται ν’ αναζητήσει  άλλες χάρες έξω από τον εαυτό της. Που ξέρει και  κρατά αποστάσεις όπως ο ζωγράφος από το πορτρέτο που ζωγραφίζει.
Δεν πέρασε πολύς καιρός απ’ όταν έφυγε ο Φοίβος κι η Μαρίνα νιώθει το χρόνο βαρύ, όταν το σούρουπο καταπίνει της ημέρας το φως και η νύχτα ντυμένη στα μαύρα βγαίνει στην πόλη για σεργιάνι.
Και τότε η σκέψη της πηγαίνει ξανά σε μέρη όπου το αστέρι ξαγρυπνά. Ψαχουλεύει στην ψυχή βαθιά και ανασύρει φωτεινές αναμνήσεις. Θύμησες από την αλμύρα  του καλοκαιριού, από το ιώδιο του φυκιού και την αλισάχνη του κορμιού της, που πάνω του σχημάτιζε ο Φοίβος με τα δάχτυλά του τη λέξη  «Σ’ αγαπώ». 
Αν και γνωρίζει η Αλίσια Μαρίνα πως τίποτα από μόνο του δεν είναι το παν, όταν λείπουν σημαντικά κομμάτια από τη ζωή σου, ο Φοίβος γι’ εκείνη είναι τα πάντα. Είναι το πιο φωτεινό πρόσωπο στο φως των συλλογισμών της. Είναι το πιο γλυκό φορτίο των αναμνήσεών της. Είναι η φωνή που μιλά με την πνοή της, όπως μιλά η στάμνα με την πηγή την ώρα που γεμίζει. Όταν το κελάρυσμα του νερού θυμίζει κελάηδημα αηδονιού και η σταλαγματιά γίνεται φλέβα από καρδιά που χτυπά σε ξένο τόπο.
 Τον αναζητά όπως αναζητούν οι ερωτευμένοι αμμόλοφοι τη θαλασσινή αύρα  για να τους ενώσει.  Τον καρτερά ξανά την ώρα με τη δροσιά του Μάη και τη ζεστασιά που φέρνει το καλοκαίρι. Να γυρίσει πίσω όπως το ανοιγμένο κύμα στο ακρογιάλι , όταν ο ήλιος θα φωτίζει τον ουρανό  και το φως των ματιών του θα κάνει τη νύχτα μεσημέρι.
Και τότε, η «Μαρίνα των Βράχων» θα γίνει θάλασσα πλατιά  και γη ανθισμένη. Κισσός για να τυλίξει τα ραγίσματα της καρδιάς του αγαπημένου της. Θα ζωντανέψει και πάλι το φιλί και το χάδι θα πάρει τη μορφή απαλού ανέμου.  
Μετρά η Αλίσια -Μαρίνα με το ρυθμό του μικρού της σφυγμού του ρολογιού τα χτυπήματα, αναμένοντας τον ξενιτεμένο  της. Τον  περιμένει με την ίδια νοσταλγία που περίμεναν οι χρυσές αμμουδιές του Ομήρου τον Οδυσσέα. Με την ίδια ανησυχία που έχει το ποτάμι κατηφορίζοντας στη θάλασσα. Και με την ίδια αίσθηση από έλλειψη  νερού  που έχει το στεγνό κοχύλι  στο βάζο.

Και σαν έρθει του γυρισμού η στιγμή θα φωτισθούν ξανά οι ουράνιες πολιτείες. 

Θα δακρύσει το αγριολούλουδο στη χαράδρα του βουνού και στην ερημιά του ωκεανού θα ανθίσει το νησί που το λένε Αγάπη.